Ο πρώτος δίσκος του αμερικανικού τζαζ-ροκ συγκροτήματος Blood, Sweat & Tears έχει τίτλο Child Is Father to the Man.
Κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1968 από την Columbia Records και θεωρείται πρωτοποριακός για την ανάμειξη ροκ, τζαζ, μπλουζ και κλασικής μουσικής.
Βασικές Πληροφορίες
Ηγέτης: Ο δίσκος δημιουργήθηκε υπό την καθοδήγηση του Al Kooper, ο οποίος αποχώρησε αμέσως μετά.
Εμπορική Πορεία: Έφτασε στο Νο. 47 του αμερικανικού Billboard 200.
Γνωστά Κομμάτια: Περιλαμβάνει τραγούδια όπως τα "I Love You More Than You'll Ever Know" και "Morning Glory".
Εναλλακτικός Τίτλος: Σε ορισμένες χώρες κυκλοφόρησε αργότερα απλά ως The First Album.
Το Child Is Father to the Man (1968) είναι το ντεμπούτο των Blood, Sweat & Tears, και ταυτόχρονα το μοναδικό άλμπουμ της μπάντας με τον Al Kooper ως δημιουργικό πυρήνα. Κυκλοφόρησε από την Columbia Records στις αρχές του 1968 και θεωρείται σήμερα ένα από τα πρώτα – και πιο ολοκληρωμένα – παραδείγματα jazz‑rock fusion στην αμερικανική δισκογραφία.
Ο Kooper, ήδη γνωστός από τους Blues Project και από τη συμμετοχή του στο “Like a Rolling Stone” του Dylan, έστησε μια μπάντα όπου τα πνευστά δεν ήταν απλώς συνοδεία, αλλά βασικό κομμάτι της σύνθεσης. Ένωσε rock τραγούδια με jazz‑ενορχηστρώσεις σε μια εποχή που ο όρος “horn‑rock” δεν υπήρχε ακόμη Το άλμπουμ συνδυάζει rock, jazz, soul, baroque pop και psychedelia, με παραγωγή του John Simon, ο οποίος είχε ήδη δουλέψει με The Band και Janis Joplin.
Η σύνθεση της μπάντας στο άλμπουμ περιλαμβάνει τους:
Al Kooper – φωνητικά, όργανο, Steve Katz – κιθάρα, φωνητικά
Jim Fielder – μπάσο Bobby Colomby – ντραμς
Πλήρη horn section με Fred Lipsius, Randy Brecker, Jerry Weiss
Το υλικό του δίσκου κινείται ανάμεσα σε πρωτότυπες συνθέσεις του Kooper (“I Love You More Than You’ll Ever Know”, “My Days Are Numbered”) και σε διασκευές που μεταμορφώνονται πλήρως μέσα από τα πνευστά και τα jazz arrangements (“Morning Glory”, “Just One Smile”). Η αισθητική του άλμπουμ είναι πιο σκοτεινή και πιο ψυχεδελική από ό,τι θα γινόταν αργότερα η mainstream εκδοχή των Blood, Sweat & Tears.
Παρά την κριτική αναγνώριση, ο Kooper αποχώρησε αμέσως μετά την κυκλοφορία, όταν τα υπόλοιπα μέλη αποφάσισαν να αλλάξουν κατεύθυνση και να στραφούν σε πιο εμπορικό, pop ήχο με νέο τραγουδιστή (David Clayton‑Thomas).
Το άλμπουμ έφτασε στο #47 του Billboard 200, αλλά η επιρροή του ξεπέρασε κατά πολύ την εμπορική του πορεία. Το εξώφυλλο, με τα παιδικά πορτρέτα των μελών, έγινε εμβληματικό για την εποχή. Το 2003, το Rolling Stone το κατέταξε στη λίστα των 500 Greatest Albums of All Time, αναγνωρίζοντας τον ρόλο του στη διαμόρφωση του jazz‑rock. Η αποχώρηση του Kooper οδήγησε σε μια εντελώς διαφορετική δεύτερη φάση της μπάντας, με μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία αλλά λιγότερη καλλιτεχνική συνοχή. Το Child Is Father to the Man παραμένει το πιο “καλλιτεχνικό” και το πιο τολμηρό έργο τους.
Οι Mose Jones υπήρξαν ένα από τα πιο ιδιαίτερα και συχνά παραγνωρισμένα συγκροτήματα της αμερικανικής southern σκηνής. Με δύο διακριτές περιόδους —την πρώτη στην MCA / Sounds of the South (1972–1975) και τη δεύτερη στην RCA / BGO (1976–1980)— η μπάντα άφησε πίσω της τέσσερα άλμπουμ, όλα ηχογραφημένα στο ιστορικό Studio One στο Doraville της Τζόρτζια.
Η αρχή: Mose Jones #1 (1972–1975)
Randy Lewis, Bryan Cole, Jimmy O’Neill, Steve McRay
Το συγκρότημα σχηματίστηκε το 1972, με μέλη προερχόμενα από το συγκρότημα της Φλόριντα Stonehenge. Το όνομα Mose Jones προήλθε από τον τζαζίστα Mose Allison και από έναν οικογενειακό σκύλο με το όνομα Jones. Στα πλήκτρα βρισκόταν αρχικά ο Clay Watkins, ο οποίος αντικαταστάθηκε κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων από τον Steve McRay, που είχε μόλις επιστρέψει από τη θητεία του στον US Army και την υπηρεσία του στο Βιετνάμ.
Το 1972, οι Mose Jones έγιναν το πρώτο συγκρότημα που υπέγραψε ο Al Kooper για τη νέα του εταιρεία στην Ατλάντα, Sounds of the South, υπό την MCA Records. Στο ίδιο label εντάχθηκαν το ανανεωμένο Blues Project και η μπάντα Elijah. Με σύσταση των Mose Jones, η τέταρτη υπογραφή της εταιρείας ήταν μια τότε άγνωστη μπάντα από το Jacksonville — οι Lynyrd Skynyrd.
Η πρώτη περίοδος των Mose Jones χαρακτηρίστηκε από έναν ήχο που συνδύαζε southern rock με R&B και pop στοιχεία, διαφοροποιώντας τους από τα πιο “κιθαριστικά” σχήματα της εποχής. Παρά την υποστήριξη του Kooper και την παρουσία τους στο Studio One, η μπάντα δεν κατάφερε να αποκτήσει την προβολή που είχαν οι μεγαλύτεροι εκπρόσωποι της σκηνής.
Η μετάβαση: Mose Jones #2 (1976–1980)
Randy Lewis, Steve McRay, Marvin Taylor, Chris Seymour
Μετά τη διάλυση της πρώτης σύνθεσης, τα μέλη στράφηκαν σε άλλες μουσικές δραστηριότητες. Ο Steve McRay εντάχθηκε στους Βρετανούς IF, ενώ οι υπόλοιποι συνέχισαν με διάφορα projects. Όταν ο McRay επέστρεψε στην Ατλάντα, οι μουσικοί άρχισαν ξανά να παίζουν μαζί, αυτή τη φορά ως τρίο: Lewis, Cole και McRay.
Η συνάντηση με τον κιθαρίστα Marvin Taylor οδήγησε στην ανασύνταξη της μπάντας. Με νέο υλικό και πιο εντατικές πρόβες, οι Mose Jones αποφάσισαν να επανενωθούν επίσημα. Ωστόσο, μια απρόσμενη ευκαιρία για τον ντράμερ Bryan Cole καθυστέρησε την πορεία τους: μέσω του πρώην κιθαρίστα Jimmy O’Neill, ο Cole μετακόμισε στο Nashville για να εργαστεί ως staff songwriter στη Tree Publishing. Στη συνέχεια, οι Cole και O’Neill εντάχθηκαν στο συγκρότημα του διεθνούς φήμης βιολιστή Vassar Clements.
Με την αποχώρηση του Cole, οι Mose Jones βρήκαν τον νέο τους ντράμερ στο πρόσωπο του Chris Seymour, ο οποίος ταίριαξε απόλυτα στη νέα κατεύθυνση της μπάντας. Ο ήχος άρχισε να στρέφεται προς ένα πιο funk/R&B‑based rock, κάτι που τράβηξε την προσοχή δισκογραφικών εταιρειών.
Η περίοδος RCA / BGO και το άλμπουμ Blackbird
Στελέχη της RCA Records, μαζί με τον παραγωγό Buddy Buie, βρέθηκαν τυχαία σε ένα κλαμπ όπου έπαιζαν οι Mose Jones. Παρότι δεν ήταν η μπάντα που είχαν έρθει να ακούσουν, εντυπωσιάστηκαν άμεσα από τον ήχο και το ύφος τους. Οι συζητήσεις ξεκίνησαν αμέσως και οι Mose Jones υπέγραψαν στη RCA / BGO.
Το άλμπουμ Blackbird ηχογραφήθηκε στο Studio One, με τον Buddy Buie ως executive producer, τον Tad Bush ως ηχολήπτη και τη μπάντα ως associate producers. Η περίοδος αυτή σηματοδότησε την πιο ώριμη και επαγγελματική φάση τους, με έναν ήχο που συνδύαζε southern rock, funk και R&B.
Κληρονομιά και σημασία
Παρότι δεν απέκτησαν ποτέ την εμπορική επιτυχία των Lynyrd Skynyrd, των Allman Brothers ή των Atlanta Rhythm Section, οι Mose Jones υπήρξαν σημαντικό κομμάτι της δεύτερης γενιάς του Atlanta Southern Rock. Με δύο διακριτές περιόδους, τέσσερα άλμπουμ και μια πορεία που συνδέθηκε με ονόματα όπως ο Al Kooper και ο Buddy Buie, η μπάντα άφησε πίσω της ένα έργο που σήμερα αναγνωρίζεται ως μέρος της “χαμένης ιστορίας” της σκηνής.
(Ηχογραφήθηκε 1980 – δεν κυκλοφόρησε τότε) → Κυκλοφόρησε το 2013 ως Lost/Found
Το χαμένο άλμπουμ των Mose Jones (1980) – “Lost/Found”
Μετά το Blackbird (1978), οι Mose Jones μπήκαν ξανά στο Studio One στο Doraville για να ηχογραφήσουν το επόμενο άλμπουμ τους. Οι ηχογραφήσεις ολοκληρώθηκαν το 1980, με τη σύνθεση:
Randy Lewis – φωνητικά, μπάσο Steve McRay – φωνητικά, πλήκτρα Marvin Taylor – κιθάρα Chris Seymour – ντραμς
Οι ηχογραφήσεις έγιναν στο Studio One, ενώ τα πνευστά (“Muscle Shoals Horns”) γράφτηκαν στο Muscle Shoals Sound, Αλαμπάμα. Τα τραγούδια γράφτηκαν από τους Buddy Buie, Randy Lewis, Steve McRay, με συμμετοχές των Marvin Taylor και Chris Seymour.
Το άλμπουμ ήταν έτοιμο, αλλά δεν κυκλοφόρησε ποτέ.
Οι master tapes χάθηκαν για πάνω από 30 χρόνια.
Το 2013, οι ταινίες βρέθηκαν, “ψήθηκαν” για να σωθούν και μεταφέρθηκαν από την αυθεντική 24‑track αναλογική 2" ταινία σε υψηλής ποιότητας ψηφιακή μορφή. Τα οκτώ κομμάτια μιξαρίστηκαν και έγιναν master με απόλυτο σεβασμό στον ήχο των ’70s/’80s.
Το αποτέλεσμα κυκλοφόρησε στις 17 Νοεμβρίου 2013 με τον τίτλο “Lost/Found”.
Το τραγούδι “Alien”
Ένα από τα τραγούδια του άλμπουμ, το “Alien”, ηχογραφήθηκε το 1981 από τους Atlanta Rhythm Section για το άλμπουμ Quinella.
Η Columbia το κυκλοφόρησε ως single και έγινε hit:
#34 στο Billboard Hot 100 #16 στο Adult Contemporary
5️⃣ Χρονολόγιο
1972Σχηματισμός της μπάντας στην Ατλάντα. Υπογραφή στη Sounds of the South.
1973Κυκλοφορία του Get Right.
1974Κυκλοφορία του Mose Knows.
1975Διάλυση της πρώτης σύνθεσης.
1976Επανένωση με νέα μέλη (Mose Jones #2).
1977Προσθήκη του Chris Seymour στα ντραμς.
1978Κυκλοφορία του Blackbird από την RCA / BGO.
1980Ηχογράφηση του δεύτερου RCA άλμπουμ (δεν κυκλοφόρησε τότε).
2013Κυκλοφορία του χαμένου άλμπουμ Lost/Found (ηχογράφηση 1980).
🎙️ Ακούς το
Travellers Radio
– ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις.
Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.
Η ζωντανή εκτέλεση του “One Way Out” από τον Bloomfield στο Fillmore East είναι μια blues rock έκρηξη
Το “One Way Out”, όπως ηχογραφήθηκε ζωντανά από τον Mike Bloomfield στο Fillmore East στις 13 Δεκεμβρίου 1968, αποτελεί μέρος του άλμπουμ Fillmore East: The Lost Concert Tapes, που κυκλοφόρησε το 2003 από την Legacy/Columbia Records. Η εκτέλεση είναι μια blues rock έκρηξη, γεμάτη κιθαριστική ένταση και αυτοσχεδιασμό.
Ο Bloomfield, ήδη γνωστός από τη συμμετοχή του στους Paul Butterfield Blues Band και την ιστορική συνεργασία του με τον Bob Dylan στο Highway 61 Revisited, εμφανίζεται εδώ σε μια ακατέργαστη, αυθεντική στιγμή. Το “One Way Out” — κομμάτι που έχει συνδεθεί με τον Elmore James και αργότερα με τους Allman Brothers — αποκτά νέα διάσταση μέσα από το παιχνίδι της κιθάρας.
Η ζωντανή εκτέλεση στο Fillmore East, με τη συμμετοχή του Al Kooper και άλλων μουσικών, είναι ένα ντοκουμέντο της εποχής: όταν το blues συναντούσε το rock, και η σκηνή γινόταν τελετουργία. Το “One Way Out” είναι η απόδειξη ότι ο Bloomfield δεν ήταν απλώς κιθαρίστας — ήταν αφηγητής, μάγος, επαναστάτης του ήχου.
Ακούς το Travellers Radio – ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις. Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.
One of these days and it won't be long You are going to look for me and I'll be gone [Chorus] Now you know I believe (I believe, yes, I believe) I say I believe right now (I believe, yes, I believe) Well, I believe to my soul now You're trying to make a fool of me (I believe it, I believe it) [Verse 2] Well, you're going around here with your head so hard I think I'm going to have to use my rod [Chorus] Verse 3 Last night you were dreaming, and I heard you say (Oh Johnny!) When you know my name is Al
Χαμηλώστε την ένταση του player αν δεν θέλετε να ακούγεται η μουσική.
Ο player θα συνεχίσει να παίζει χωρίς ήχο κάθε φορά που θα μπαίνετε στη σελίδα.
Αν θέλετε να ακούσετε, απλώς ανεβάστε την ένταση.
Οι Eagles ήταν ένα από τα βασικά γκρουπ που καθόρισαν τον ήχο της δεκαετίας του '70. Οι αρμονίες και ο ήχος της country rock αιχμαλώτισ...
Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα
Η ακινησία είναι θάνατος. Στάση ζωής.
Το τέλος μπορεί να περιμένει λίγο ακόμα.
Πριν χαθούμε. Λίγο ροκ ακόμα πριν μας αγκαλιάσει οριστικά το φως.
Η μουσική είναι μονάδα μέτρησης για μας.
Ο πόνος περικλείει ελευθερία.
Όνειρα που καίγονται σαν κεριά, αφήνοντας σημάδια στα χέρια.
Χαρίζει σιωπές. Μας κάνει πιο δυνατούς.
Στο φόβο του ταξιδιού κρύβεται η συνέχεια.
Η συλλογή των κομματιών μας.
Αυτό το ροκ δεν θα τελειώσει ποτέ.
Όλα είναι δρόμος.
— Σταύρος Σταυρόπουλος
Η μουσική είναι δική μας.
Είναι εμείς.
Και όπως εμείς, είναι πάντα εδώ.
Μας περιβάλλει σαν τα άπειρα σωματίδια της ζωής.
Δεν φαίνεται.
Μόνο νιώθεται.
Όπως η ζωή.
Η Ροκ Είναι Τούτο
Πέτρα που κυλάει,
ανατρέπει, αμφισβητεί,
δεν πείθεται και δε σταματάει,
κόντρα στα κρατούντα,
κόντρα σε όσα οι άλλοι θεωρούν δεδομένα.
Henry David Thoreau
«Όταν ακούω μουσική,
Δεν νιώθω κανέναν κίνδυνο.
Είμαι άτρωτος.
Δεν βλέπω εχθρό.
Είμαι συγγενής με τους παλαιότερους χρόνους και με τους νεότερους.»
Alexis Korner
«Σε όλη μου τη ζωή πρέπει να υπέφερα από βαριά σχιζοφρένεια.
Ο ένας μου εαυτός, αυτός που ακούει ό,τι δεν μπορεί να παίξει ο άλλος,
είναι αυτός που κυριαρχεί...»
Robert Fripp
«Η μουσική είναι το κρασί
που γεμίζει το φλιτζάνι της σιωπής.»
Alan Watts
“When we dance, the journey itself is the point,
as when we play music the playing itself is the point.
And exactly the same thing is true in meditation.
Meditation is the discovery that the point of life
is always arrived at in the immediate moment.”
Always Somewhere ॐ Travelling through sound & silence