Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Travellers Vinyl Moments. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Travellers Vinyl Moments. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

 
Ο θρυλικός κιθαρίστας των Yes, Steve Howe, κυκλοφόρησε το 1979 τον εμβληματικό δεύτερο προσωπικό του δίσκο με τίτλο The Steve Howe Album. Το άλμπουμ αυτό θεωρείται από πολλούς ως η πιο ουσιαστική σόλο δουλειά του, καθώς ξεφεύγει από τα συνηθισμένα όρια του progressive rock και εξερευνά country, bluegrass, κλασικά και jazz μονοπάτια.

Το The Steve Howe Album (1979) κρύβει αρκετές ενδιαφέρουσες τεχνικές και ιστορικές λεπτομέρειες, καθώς σηματοδότησε την επιστροφή του Howe σε σόλο μονοπάτια κατά την ταραχώδη περίοδο του άλμπουμ Tormato των Yes.

Στο άλμπουμ συμμετέχουν μουσικοί όπως:

 Patrick Moraz (keyboards – μέλος των Yes την περίοδο Relayer) Alan White (drums – Yes)   Bill Bruford (drums – πρώην Yes, King Crimson) Clive Bunker (drums – Jethro Tull)       Ronnie Caryl (bass)

Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της αρχικής έκδοσης βινυλίου (gatefold sleeve) ήταν ένας αναλυτικός εικονογραφημένος οδηγός. Ο Howe φωτογράφισε όλες τις κιθάρες της προσωπικής του συλλογής που χρησιμοποίησε στις ηχογραφήσεις και δημιούργησε έναν πίνακα για τους ακροατές, εξηγώντας ακριβώς ποιο όργανο ακούγεται σε κάθε δευτερόλεπτο. Ανάμεσα στα όργανα που ξεχωρίζουν είναι: Η κλασική ισπανική κιθάρα Kohno Η αγαπημένη του ηλεκτρική Gibson ES-175 Μια κλασική Fender StratocasterΗ Σύμπραξη με Μεγάλη Ορχήστρα

Στη δεύτερη πλευρά του δίσκου, το progressive rock συναντά την κλασική μουσική με έναν πολύ εντυπωσιακό τρόπο.
  • Στο επικό κομμάτι "Double Rondo", ο Howe συνοδεύεται από μια ορχήστρα 59 οργάνων.
  • Την ενορχήστρωση και τη διεύθυνση της ορχήστρας ανέλαβε ο Andrew Pryce Jackman, στενός συνεργάτης και του μπασίστα των Yes, Chris Squire. 
  • Στο "Concerto in D" του Vivaldi, ο Howe παίζει ολόκληρο το κομμάτι χρησιμοποιώντας αποκλειστικά μια κιθάρα Gibson Les Paul με τη συνοδεία συνόλου εγχόρδων.

    Στο πρώτο του προσωπικό άλμπουμ (Beginnings, 1975), ο Howe είχε δεχτεί έντονη κριτική επειδή προσπάθησε να τραγουδήσει σε πολλά κομμάτια, κάτι που θεωρήθηκε το αδύναμο σημείο του δίσκου. Μαθαίνοντας από το λάθος του, στο The Steve Howe Album επέλεξε να κρατήσει τον χαρακτήρα του δίσκου σχεδόν εξολοκλήρου instrumental.

    Το "All's a Chord" είναι το μοναδικό κομμάτι στο οποίο τραγουδάει ο ίδιος και στο κομμάτι "Look Over Your Shoulder", επιστράτευσε την φωνή της Αγγλίδας folk τραγουδίστριας Claire Hamill για τα φωνητικά.
  • Ο δίσκος δεν γράφτηκε σε ένα μέρος, αλλά η παραγωγή του (την οποία έκανε ο ίδιος ο Howe) μοιράστηκε σε μερικά από τα πιο θρυλικά στούντιο του Λονδίνου: 
    • Στα RAK Studios (του διάσημου παραγωγού Mickie Most)
    • Στα πασίγνωστα EMI Studios (γνωστά σήμερα ως Abbey Road)
    • Στα Redan Recorders
  • 🎙️ Ακούς το Travellers Radio – ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις. Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.

    #SteveHowe #TheSteveHoweAlbum #YesBand #ProgRock #TravellersWebRadio #Rockanizontas

     
    Το "Milestones" είναι το δεύτερο μουσικό άλμπουμ του αμερικανικού ψυχεδελικού ροκ συγκροτήματος SRC (γνωστό και ως Scot Richard Case). Κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1969 από τη δισκογραφική εταιρεία Capitol Records και αποτελεί ένα από τα κλασικά δείγματα του underground ροκ της σκηνής του Ντιτρόιτ.

     Συνδυάζει την ψυχεδέλεια με το acid rock, αλλά και στοιχεία progressive μουσικής με έντονη παρουσία πλήκτρων (Hammond organ). Το συγκρότημα ξεχώριζε για τις μελωδικές κιθάρες του Gary Quackenbush και τα ατμοσφαιρικά φωνητικά του Scott Richardson. Αν και δεν γνώρισε τεράστια εμπορική επιτυχία σε παγκόσμιο επίπεδο, απέκτησε φανατικό κοινό και θεωρείται σημαντικό έργο της εποχής του. 

    Οι SRC ήταν ένα από τα πιο ιδιαίτερα συγκροτήματα της σκηνής του Ντιτρόιτ (Michigan). Ενώ οι σύγχρονοί τους, όπως οι MC5 και οι The Stooges, έπαιζαν άγριο, πρωτο-πάνκ ροκ, οι SRC επέλεξαν έναν πιο καλλιτεχνικό, μελωδικό και πρώιμο progressive ήχο.

     Το πιο διάσημο κομμάτι του δίσκου είναι το "Medley: In The Hall Of The Mountain King / Bolero". Πρόκειται για ένα 10λεπτο μουσικό "ξέσπασμα" όπου η μπάντα αναμειγνύει την κλασική σύνθεση του Edvard Grieg με το Bolero του Ravel και το στυλ του Jeff Beck. Ο κιθαρίστας Gary Quackenbush χρησιμοποιούσε έντονα το εφέ του feedback (μικροφωνισμός) και του fuzz, δημιουργώντας έναν "διαστημικό" και βαρύ ήχο που επηρέασε μεταγενέστερες μπάντες, ακόμη και την αγγλική σκηνή (όπως τα πρώιμα βήματα των Genesis).

    Το άλμπουμ έχει μια ενδιαφέρουσα αντίθεση. Η μία πλευρά περιλαμβάνει πιο μελωδικά κομμάτια με soul φωνητικά (όπως το "Turn Into Love"), ενώ η άλλη πλευρά κλείνει με το ατμοσφαιρικό και σκοτεινό "The Angel Song", που περιγράφει την ιστορία ενός αγγέλου που ήθελε να μπορεί να ονειρευτεί. 

    Το άλμπουμ στην αρχική του έκδοση σε βινύλιο περιλαμβάνει τα εξής κομμάτια:

    1.No Secret Destination 2.Show Me 3.Eye Of The StormI 4.Remember Your Face 5.Medley: In The Hall Of The Mountain King / Bolero (μια ροκ διασκευή σε κλασικές συνθέσεις) 6.Checkmate 7.Our Little Secret 8.Turn Into Love 9.Up All Night

    Η μπάντα ξεκίνησε ως The Scot Richard Case. Το όνομα προέκυψε από το μικρό όνομα του τραγουδιστή (Scott), το μεσαίο όνομα του μπασίστα Richard Dale και το μεσαίο όνομα του κιθαρίστα Steve Lyman (Case). Αργότερα το συντόμευσαν σε SRC για να μην φαίνεται ότι κάποιο μέλος είναι πιο σημαντικό από τα άλλα.  Δημιουργήθηκαν το 1966 από την ένωση δύο τοπικών γκαράζ συγκροτημάτων (The Fugitives και The Chosen Few). Έγιναν γρήγορα βασικό όνομα σε θρυλικά κλαμπ του Ντιτρόιτ, όπως το Grande Ballroom. Η πρώτη τους τοπική επιτυχία ήταν μια εκρηκτική διασκευή του μπλουζ κομματιού "I'm So Glad". Αυτό τους άνοιξε την πόρτα για ένα μεγάλο συμβόλαιο με την Capitol Records Παρά τα τρία εξαιρετικά άλμπουμ που κυκλοφόρησαν στην Capitol (SRC το 1968, Milestones το 1969 και Traveler's Tale το 1970), οι εσωτερικές διαφωνίες και η έλλειψη μεγάλης εμπορικής επιτυχίας εκτός Μίσιγκαν οδήγησαν στη διάλυσή τους το 1972. 
    Η Σύνθεση της Μπάντας στο "Milestones"
    • Scott Richardson – Κεντρικά Φωνητικά
    • Gary Quackenbush – Lead Κιθάρα
    • Glenn Quackenbush – Όργανο Hammond / Πλήκτρα
    • Steve Lyman – Ρυθμική Κιθάρα
    • Al Wilmot – Μπάσο (αντικατέστησε τον Robin Dale)
    • E.G. Clawson – Τύμπανα

     
    Το Signals είναι το ένατο στούντιο άλμπουμ του καναδικού προοδευτικού ροκ συγκροτήματος Rush, το οποίο κυκλοφόρησε στις 9 Σεπτεμβρίου 1982 από την Anthem Records. Αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς και μεταβατικούς δίσκους στην ιστορία της μπάντας, καθώς σηματοδότησε την επίσημη είσοδό τους στην "keyboard era" των '80s.

    Μετά την τεράστια επιτυχία του προηγούμενου άλμπουμ τους, Moving Pictures (1981), οι Rush αποφάσισαν να πειραματιστούν ριζικά. 

    Κυριαρχία των Synthesizers: Τα πλήκτρα, τα sequencers και τα ηλεκτρονικά όργανα πήραν κεντρικό ρόλο στη σύνθεση, περιορίζοντας αισθητά τα κυρίαρχα κιθαριστικά riff του Alex Lifeson. 

    Νέες Επιρροές: Το συγκρότημα ενσωμάτωσε στοιχεία από το New Wave, την ποπ και τη reggae, αντλώντας έμπνευση από σχήματα όπως οι The Police και ο Peter Gabriel.

    Τέλος μιας Εποχής: Ήταν ο τελευταίος δίσκος που έγινε σε συνεργασία με τον επί χρόνια παραγωγό τους, Terry Brown, ο οποίος διαφωνούσε με την τόσο έντονη χρήση των synthesizers.

    Όλοι οι στίχοι γράφτηκαν από τον ντράμερ Neil Peart, ενώ η μουσική συντέθηκε από τους Geddy Lee και Alex Lifeson: 
    1. Subdivisions (5:32) – Το εμβληματικό εναρκτήριο κομμάτι που μιλάει για την αποξένωση των προαστίων.
    2. The Analog Kid (4:45) – Ένα γρήγορο, δυναμικό κομμάτι με έντονη αντίθεση ανάμεσα στις κιθάρες και τα πλήκτρα.
    3. Chemistry (4:57) – Το μοναδικό τραγούδι όπου και τα τρία μέλη συνεισέφεραν στους στίχους.
    4. Digital Man (6:22) – Κομμάτι με εμφανείς reggae και new wave επιρροές στο μπάσο και τα ντραμς.
    5. The Weapon (Part II of Fear) (6:24) – Μέρος της θεματικής σειράς τραγουδιών "Fear" του συγκροτήματος.
    6. New World Man (3:43) – Η μεγαλύτερη mainstream επιτυχία του δίσκου, η οποία γράφτηκε γρήγορα για να εξισορροπηθεί η διάρκεια των δύο πλευρών του δίσκου.
    7. Losing It (4:53) – Ένα κομμάτι για τη φθορά, την απώλεια και το τέλος της δημιουργικής φλόγας με τη συμμετοχή του Ben Mink στο ηλεκτρικό βιολί.
    8. Countdown (5:50) – Τραγούδι εμπνευσμένο από την πρώτη εκτόξευση του διαστημικού λεωφορείου Columbia (STS-1), αφιερωμένο στη NASA
      Το άλμπουμ έφτασε στο Νο. 1 στον Καναδά, στο Νο. 3 στο Ηνωμένο Βασίλειο και στο Νο. 10 στο αμερικανικό Billboard.
      Πιστοποίηση: Έγινε γρήγορα πλατινένιο στις ΗΠΑ.
      Αντιδράσεις: Παρότι αγαπήθηκε για κομμάτια-σταθμούς όπως το Subdivisions, δίχασε μερίδα των σκληροπυρηνικών οπαδών τους λόγω της μετακίνησης από το κλασικό progressive hard rock σε έναν πιο pop/synth ήχο.

     
    Το ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ των Quicksilver Messenger Service κυκλοφόρησε τον Μάιο του 1968 από την Capitol Records και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ακρογωνιαίους λίθους της ψυχεδελικής σκηνής του Σαν Φρανσίσκο (Haight-Ashbury) της δεκαετίας του '60. 

    Αν και η μπάντα ήταν διάσημη για τους μεγάλους, ελεύθερους αυτοσχεδιασμούς της στις ζωντανές εμφανίσεις, αυτή η πρώτη στούντιο δουλειά παρουσίασε μια πιο συγκροτημένη, folk-rock προσέγγιση με έμφαση στη μελωδία και την καθαρή κιθαριστική δεξιοτεχνία. Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, το ιδρυτικό μέλος Dino Valenti βρισκόταν στη φυλακή για κατοχή ναρκωτικών, με αποτέλεσμα το άλμπουμ να ηχογραφηθεί από την τετραμελή σύνθεση της μπάντας.

    Το άλμπουμ περιλαμβάνει 6 κομμάτια με συνολική διάρκεια περίπου 31 λεπτά: 

    1. Pride of Man (4:06) – Διασκευή στο κομμάτι του Hamilton Camp, που αποτελεί ίσως την πιο επιτυχημένη στούντιο στιγμή τους.
    2. Light Your Windows (2:35) – Μία από τις καλύτερες original folk-rock συνθέσεις του γκρουπ.
    3. Dino's Song (3:05) – Σύνθεση του Dino Valenti, που κυκλοφόρησε και ως single.
    4. Gold and Silver (6:40) – Ένα εξαιρετικό instrumental κομμάτι με επιρροές από το "Take Five".
    5. It's Been Too Long (2:57) – Rock κομμάτι με έντονο το στοιχείο της δυτικής ακτής.
    6. The Fool (12:06) – Το επικό, 12λεπτο ψυχεδελικό κλείσιμο του άλμπουμ, γεμάτο με τα χαρακτηριστικά κιθαριστικά σόλο του John Cipollina.


                        Η Σύνθεση του Συγκροτήματος στο Άλμπουμ
    John Cipollina: Κιθάρα
    Gary Duncan: Κιθάρα, φωνητικά
    David Freiberg: Μπάσο, φωνητικά
    Greg Elmore: Ντραμς


    Το "The Fool" είναι η κορυφαία στιγμή του πρώτου άλμπουμ των Quicksilver Messenger Service και ένα από τα πιο εμβληματικά κομμάτια του ψυχεδελικού rock του Σαν Φρανσίσκο.
    Ο τίτλος και το θέμα του κομματιού είναι εμπνευσμένα απευθείας από την κάρτα "Ο Τρελός" (The Fool) της τράπουλας Ταρό.  Στα Ταρό, ο Τρελός συμβολίζει το ξεκίνημα ενός νέου ταξιδιού, την αθωότητα, τον αυθορμητισμό, αλλά και το ρίσκο του να πηδάς στο κενό χωρίς φόβο.
    Οι στίχοι και η ατμόσφαιρα αντανακλούσαν τη φιλοσοφία του κινήματος των hippies το 1967–1968, που έβλεπαν τους εαυτούς τους ως "ταξιδιώτες" σε έναν νέο κόσμο.
    • Συνθέτες: Το κομμάτι γράφτηκε από τον μπασίστα David Freiberg και την τότε σύντροφό του, Gary Duncan (αν και στους δημιουργούς αναφέρεται και η Jill fka Kristen Andrews).
    • Μουσικό Ταξίδι: Με διάρκεια 12 λεπτά, το κομμάτι ξεφεύγει από τη δομή ενός απλού rock τραγουδιού. Είναι μια σουίτα με πολλά μέρη.
    • Η Συμβολή του Cipollina: Το κομμάτι έγινε διάσημο για τα διπλά κιθαριστικά σόλο των John Cipollina και Gary Duncan. Η χρήση του vibrato και του "wah-wah" πεντάλ από τον Cipollina δημιούργησε έναν απόκοσμο, σχεδόν ορχηστρικό ήχο.
    • Για να δώσουν μια μεσαιωνική και μυστικιστική αίσθηση, χρησιμοποίησαν ένα viola da Gamba (ένα παλιό έγχορδο όργανο της Αναγέννησης), το οποίο έπαιξε ο David Freiberg.
    • Παρά την πολυπλοκότητά του, το "The Fool" ήταν το αγαπημένο κομμάτι των οπαδών τους στις ζωντανές εμφανίσεις στα θρυλικά venues Fillmore και Avalon Ballroom, όπου συχνά ξεπερνούσε σε διάρκεια τα 20 λεπτά.