Το συγκρότημα It's a Beautiful Day δημιουργήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1960 στο Σαν Φρανσίσκο και αποτέλεσε έναν από τους πιο ξεχωριστούς εκπροσώπους του "San Francisco ήχου", δίπλα σε μεγαθήρια όπως οι Jefferson Airplane και οι Grateful Dead.Το συγκρότημα ξεχώρισε αμέσως γιατί αντικατέστησε την παραδοσιακή ηλεκτρική κιθάρα με το ηλεκτρικό βιολί του David LaFlamme, δημιουργώντας έναν μοναδικό συνδυασμό ψυχεδελικής ροκ και φολκ.
Οι στίχοι του κομματιού αποτυπώνουν τη νωχελική και ονειρική αίσθηση μιας ζεστής καλοκαιρινής ημέρας:
"Hot summer day, carry me along Oh, hot summer day, please carry me along To its end, where I begin...
Ο μάνατζέρ τους, Matthew Katz, τους έστειλε στο Σιάτλ τέλος καλοκαιριού αρχές φθινοπώρου του 1967 για να παίξουν σε ένα κλαμπ που είχε αγοράσει (το Encore Ballroom, το οποίο μετονόμασε σε San Francisco Sound). Η μπάντα έμεινε εκεί για πολλούς μήνες. Η περίοδος που γράφτηκαν τα περισσότερα τραγούδια —και που έχει μείνει στην ιστορία της ροκ για τις άθλιες συνθήκες— ήταν ο Δεκέμβριος του 1967 και ο Ιανουάριος του 1968. Τότε ήταν που ζούσαν απομονωμένοι στη σοφίτα μιας παλιάς βικτοριανής έπαυλης (στην οδό 1429 E Prospect St.), χωρίς θέρμανση, μέσα στο μόνιμο κρύο, τη βροχή και την ομίχλη του Σιάτλ.
Κατά τη διάρκεια εκείνων των δύσκολων μηνών, ο David και η Linda LaFlamme έγραψαν το "Hot Summer Day" και το πασίγνωστο "White Bird", προσπαθώντας να εκφράσουν τη μελαγχολία τους αλλά και την ελπίδα τους να ξεφύγουν από εκείνη την κατάσταση. Το κομμάτι βασίζεται στην τρομερή φωνητική χημεία της Pattie Santos και του David LaFlamme, οι οποίοι τραγουδούν μαζί σε όλη τη διάρκεια, δημιουργώντας μια σχεδόν υπνωτική ατμόσφαιρα.
Επομένως, το "Hot Summer Day" γράφτηκε ως μια νοσταλγική ανάμνηση του καλοκαιριού που είχε περάσει (ή ως μια ελπίδα για το καλοκαίρι που θα ερχόταν), ενώ οι ίδιοι ξεπαγιάζαν μέσα στον χειμώνα! Αυτή η αντίθεση μάλιστα γέννησε και το έτερο μεγάλο τους κομμάτι, το "White Bird", όπου ένιωθαν σαν «φυλακισμένα πουλιά» σε εκείνη την παγωμένη σοφίτα.
Παρά την τεράστια επιτυχία του πρώτου τους δίσκου, η μπάντα δεν κατάφερε να φτάσει στο ίδιο επίπεδο στα επόμενα χρόνια. Ο κύριος λόγος ήταν μια εξαντλητική δικαστική διαμάχη δεκαετιών με τον μάνατζέρ τους, Matthew Katz, για τα πνευματικά δικαιώματα των τραγουδιών και το όνομα του συγκροτήματος. Οι συνεχείς αλλαγές μελών και τα νομικά προβλήματα οδήγησαν στη διάλυσή τους το 1974, αν και ο David LaFlamme συνέχισε αργότερα να παίζει τα τραγούδια τους με νέο σχήμα μέχρι τον θάνατό του το 2023.
David LaFlamme: Ο ιδρυτής, frontman και η "ψυχή" του γκρουπ με το πεντάχορδο ηλεκτρικό βιολί του.
Pattie Santos: Η βασική τραγουδίστρια, της οποίας τα καθαρά και δυναμικά φωνητικά καθόρισαν τον ήχο τους.
Linda LaFlamme: Σύζυγος του David (εκείνη την περίοδο), η οποία έπαιζε πλήκτρα και συνέβαλε καθοριστικά στη σύνθεση των κομματιών του πρώτου άλμπουμ.
Hal Wagenet (Κιθάρα), Mitchell Holman (Μπάσο) και Val Fuentes (Ντραμς).
🎙️ Ακούς το
Travellers Radio
– ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις.
Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.
Στις 14 Ιουλίου 1969, η Columbia Pictures κυκλοφόρησε το Easy Rider, μια ανεξάρτητη παραγωγή των Dennis Hopper, Peter Fonda και Bob Rafelson, που γρήγορα εξελίχθηκε σε πολιτισμικό ορόσημο. Η ταινία, γυρισμένη με χαμηλό προϋπολογισμό και έντονα αυτοσχεδιαστική προσέγγιση, κατέγραψε με ωμότητα την αμερικανική κοινωνία του τέλους της δεκαετίας του ’60
Ο Dennis Hopper σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε, ενώ ο Peter Fonda ανέλαβε την παραγωγή και τον βασικό ρόλο. Το σενάριο γράφτηκε από τους Hopper, Fonda και Terry Southern, με σημαντικό μέρος των διαλόγων να προκύπτει από αυτοσχεδιασμό. Η ταινία γυρίστηκε σε πραγματικές τοποθεσίες σε Καλιφόρνια, Νέο Μεξικό και Λουιζιάνα, με μικρό συνεργείο και ελάχιστη υποστήριξη από το στούντιο.
Ο Γουάιτ (Πίτερ Φόντα) και ο Μπίλι (Ντένις Χόπερ), είναι δυο περιθωριακοί τύποι που αναλαμβάνουν να κάνουν ένα μακρινό ταξίδι με τις μοτοσυκλέτες τους από το Λος Άντζελες προς το Μεξικό για να πουλήσουν μια ποσότητα κοκαΐνης που την έχουν κρύψει επιμελώς μέσα στα ρεζερβουάρ καυσίμων. Ταυτόχρονα το ταξίδι για αυτούς θα είναι και μια αναζήτηση καινούριων εμπειριών. Στην περιπλάνηση τους γνωρίζουν τον αλκοολικό δικηγόρο Τζορτζ Χάνσον (Τζακ Νίκολσον), ο οποίος τους ακολουθεί και τους βοηθά να βρουν την προσωπική τους ελευθερία
Το Easy Rider προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Καννών 1969, όπου ο Hopper κέρδισε το Βραβείο Πρώτου Έργου. Η ταινία κόστισε περίπου $400.000 και απέφερε πάνω από $60 εκατομμύρια, καθιστώντας την μία από τις πιο κερδοφόρες παραγωγές της εποχής. Ο Jack Nicholson έγινε αμέσως γνωστός, ενώ η ταινία θεωρείται σήμερα θεμέλιο του New Hollywood. Το soundtrack παραμένει ένα από τα πιο επιδραστικά στην ιστορία του κινηματογράφου. Το φιλμ μπήκε στο National Film Registry των ΗΠΑ ως έργο “ιδιαίτερης πολιτισμικής σημασίας”.
🎙️ Ακούς το
Travellers Radio
– ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις.
Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.
Το "Milestones" είναι το δεύτερο μουσικό άλμπουμ του αμερικανικού ψυχεδελικού ροκ συγκροτήματος SRC (γνωστό και ως Scot Richard Case). Κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1969 από τη δισκογραφική εταιρεία Capitol Records και αποτελεί ένα από τα κλασικά δείγματα του underground ροκ της σκηνής του Ντιτρόιτ.
Συνδυάζει την ψυχεδέλεια με το acid rock, αλλά και στοιχεία progressive μουσικής με έντονη παρουσία πλήκτρων (Hammond organ).Το συγκρότημα ξεχώριζε για τις μελωδικές κιθάρες του Gary Quackenbush και τα ατμοσφαιρικά φωνητικά του Scott Richardson.Αν και δεν γνώρισε τεράστια εμπορική επιτυχία σε παγκόσμιο επίπεδο, απέκτησε φανατικό κοινό και θεωρείται σημαντικό έργο της εποχής του.
Οι SRC ήταν ένα από τα πιο ιδιαίτερα συγκροτήματα της σκηνής του Ντιτρόιτ (Michigan). Ενώ οι σύγχρονοί τους, όπως οι MC5 και οι The Stooges, έπαιζαν άγριο, πρωτο-πάνκ ροκ, οι SRC επέλεξαν έναν πιο καλλιτεχνικό, μελωδικό και πρώιμο progressive ήχο.
Το πιο διάσημο κομμάτι του δίσκου είναι το "Medley: In The Hall Of The Mountain King / Bolero". Πρόκειται για ένα 10λεπτο μουσικό "ξέσπασμα" όπου η μπάντα αναμειγνύει την κλασική σύνθεση του Edvard Grieg με το Bolero του Ravel και το στυλ του Jeff Beck.Ο κιθαρίστας Gary Quackenbush χρησιμοποιούσε έντονα το εφέ του feedback (μικροφωνισμός) και του fuzz, δημιουργώντας έναν "διαστημικό" και βαρύ ήχο που επηρέασε μεταγενέστερες μπάντες, ακόμη και την αγγλική σκηνή (όπως τα πρώιμα βήματα των Genesis).
Το άλμπουμ έχει μια ενδιαφέρουσα αντίθεση. Η μία πλευρά περιλαμβάνει πιο μελωδικά κομμάτια με soul φωνητικά (όπως το "Turn Into Love"), ενώ η άλλη πλευρά κλείνει με το ατμοσφαιρικό και σκοτεινό "The Angel Song", που περιγράφει την ιστορία ενός αγγέλου που ήθελε να μπορεί να ονειρευτεί.
Το άλμπουμ στην αρχική του έκδοση σε βινύλιο περιλαμβάνει τα εξής κομμάτια:
1.No Secret Destination 2.Show Me 3.Eye Of The StormI 4.Remember Your Face 5.Medley: In The Hall Of The Mountain King / Bolero (μια ροκ διασκευή σε κλασικές συνθέσεις) 6.Checkmate 7.Our Little Secret 8.Turn Into Love 9.Up All Night
Η μπάντα ξεκίνησε ως The Scot Richard Case. Το όνομα προέκυψε από το μικρό όνομα του τραγουδιστή (Scott), το μεσαίο όνομα του μπασίστα Richard Dale και το μεσαίο όνομα του κιθαρίστα Steve Lyman (Case). Αργότερα το συντόμευσαν σε SRC για να μην φαίνεται ότι κάποιο μέλος είναι πιο σημαντικό από τα άλλα. Δημιουργήθηκαν το 1966 από την ένωση δύο τοπικών γκαράζ συγκροτημάτων (The Fugitives και The Chosen Few). Έγιναν γρήγορα βασικό όνομα σε θρυλικά κλαμπ του Ντιτρόιτ, όπως το Grande Ballroom. Η πρώτη τους τοπική επιτυχία ήταν μια εκρηκτική διασκευή του μπλουζ κομματιού "I'm So Glad". Αυτό τους άνοιξε την πόρτα για ένα μεγάλο συμβόλαιο με την Capitol Records. Παρά τα τρία εξαιρετικά άλμπουμ που κυκλοφόρησαν στην Capitol (SRC το 1968, Milestones το 1969 και Traveler's Tale το 1970), οι εσωτερικές διαφωνίες και η έλλειψη μεγάλης εμπορικής επιτυχίας εκτός Μίσιγκαν οδήγησαν στη διάλυσή τους το 1972.
Υπάρχουν άλμπουμ που δεν μοιάζουν με τίποτα. Το Incredible Kaleidoscope των The Kaleidoscope (US), κυκλοφορημένο το 1969 από την Epic Records , είναι ακριβώς αυτό: ένα ψυχεδελικό, folk‑rock, world‑fusion μωσαϊκό που ακούγεται σαν να γεννήθηκε σε μια παράλληλη Αμερική.
Η μπάντα — ένα από τα πιο ανήσυχα και πολυσυλλεκτικά σχήματα της δεκαετίας — έφτιαξε έναν δίσκο που κινείται από ψυχεδέλεια σε 60s rock, από folk σε ανατολίτικες κλίμακες, από banjo σε electric fuzz, χωρίς ποτέ να χάνει την ταυτότητά του.
Ποιοι κρύβονται πίσω από τη μουσική που ακούτε;
David Lindley: Ο ηγέτης του γκρουπ και ένας από τους πιο σπουδαίους string-musicians στην ιστορία της ροκ. Εκτός από ηλεκτρική κιθάρα και μπάντζο, έπαιζε βιολί, μαντολίνο και διάφορα παραδοσιακά έγχορδα από όλο τον κόσμο.
Solomon Feldthouse: Ο άνθρωπος που έφερε τον «ανατολίτικο» αέρα στη μπάντα. Είχε ζήσει στη Μέση Ανατολή και έπαιζε ούτι, σάζι και φλαμένκο κιθάρα, δίνοντας αυτή την υπνωτική αίσθηση σε κομμάτια όπως το Seven-Ate Sweet.
Chester Burnett (Howlin' Wolf): Είναι ο αυθεντικός συνθέτης του τρίτου κομματιού της Α' πλευράς. Η μπάντα πήρε το πασίγνωστο blues του "Killing Floor", άλλαξε ελαφρώς τους στίχους και το μετονόμασε σε "Tempe Arizona".
Paul Lagos – drums, percussion, vocals
Stuart Brotman – bass, vocals
Chester Crill (as Templeton Parcely) – violin, organ, vocals; also (appearing as "special guest Max Buda") harmonica
Το Incredible Kaleidoscope είναι ένας δίσκος που δεν έμεινε ποτέ στα ράφια. Έγινε cult, αγαπήθηκε από συλλέκτες και σήμερα θεωρείται ένα από τα πιο ιδιαίτερα ψυχεδελικά LP της αμερικανικής σκηνής των ’60s.
Το δεύτερο άλμπουμ των Free, κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1969 και παρουσιάζει μια μπάντα που ωριμάζει γρήγορα και διαμορφώνει τον ήχο που θα την οδηγήσει στο “All Right Now”.
Το Free (1969) είναι το δεύτερο στούντιο άλμπουμ των Free, από την Island Records τον Οκτώβριο του 1969. Παρά το νεαρό της ηλικίας των μελών — ο Andy Fraser ήταν μόλις 17 ετών — το άλμπουμ παρουσιάζει μια εντυπωσιακή ωριμότητα στη σύνθεση και στην ερμηνεία. Το συγκρότημα, που είχε ήδη κάνει αισθητή την παρουσία του με το ντεμπούτο Tons of Sobs (1968), εδώ εγκαταλείπει τον πιο ακατέργαστο, heavy blues ήχο και στρέφεται σε μια πιο δομημένη, μελωδική προσέγγιση.
Οι ηχογραφήσεις πραγματοποιήθηκαν στα Morgan Studios και Trident Studios στο Λονδίνο, με παραγωγό τον Chris Blackwell και τον Guy Stevens. Το άλμπουμ χαρακτηρίζεται από την έντονη χημεία ανάμεσα στον Paul Rodgers και τον Andy Fraser, οι οποίοι ανέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος της σύνθεσης. Η κιθάρα του Paul Kossoff παραμένει το κεντρικό στοιχείο του ήχου που θα τον καθιερώσουν ως έναν από τους σημαντικότερους κιθαρίστες της εποχής.
Το Free δεν σημείωσε άμεση εμπορική επιτυχία, αλλά αποτέλεσε το θεμέλιο για την εκρηκτική άνοδο της μπάντας το 1970. Η πιο ώριμη γραφή, η καθαρή παραγωγή και η εστίαση στη μελωδία προετοίμασαν το έδαφος για το Fire and Water(1970) και το παγκόσμιο hit “All Right Now”.
Οι Free σχηματίστηκαν το 1968 στο Λονδίνο και γρήγορα έγιναν γνωστοί για τον συνδυασμό blues, rock και soul στοιχείων. Το Free ηχογραφήθηκε σε μια περίοδο έντονης δημιουργικότητας, με τον Andy Fraser να αναλαμβάνει σημαντικό ρόλο στη σύνθεση παρά την ηλικία του. Το άλμπουμ περιλαμβάνει μερικές από τις πιο ώριμες στιγμές της πρώιμης περιόδου της μπάντας, όπως τα “I’ll Be Creepin’” και “Songs of Yesterday”.
Το “Mr. Universe” κυκλοφόρησε το 1969 ως single των Episode Six, του βρετανικού pop‑rock/psychedelic συγκροτήματος που έμεινε στην ιστορία κυρίως επειδή αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο βήμα των Ian Gillan και Roger Glover πριν ενταχθούν στους Deep Purple. Το τραγούδι ανήκει στην ύστερη περίοδο της μπάντας, όταν ο ήχος τους είχε αρχίσει να μετατοπίζεται από την beat/pop αισθητική των mid‑60s σε πιο ώριμο, ψυχεδελικό rock.
Οι Episode Six σχηματίστηκαν το 1964 στο Harrow του Λονδίνου και απέκτησαν φήμη μέσα από συνεχείς εμφανίσεις σε clubs, BBC sessions και περιοδείες στη Μέση Ανατολή. Παρά την έντονη δραστηριότητα, δεν κατάφεραν να μπουν στα charts, αν και singles όπως το “I Can See Through You”, “Morning Dew” και “Mr. Universe” θεωρούνται σήμερα σημαντικά δείγματα της βρετανικής psychedelic pop.
Η σύνθεση της μπάντας την περίοδο του single περιλάμβανε:
Ian Gillan – φωνητικά
Roger Glover – μπάσο
Graham Dimmock – κιθάρα
Sheila Carter – keyboards, φωνητικά
Tony Lander – κιθάρα
Harvey Shield – ντραμς (αποχώρησε λίγο πριν το 1969, αντικαταστάθηκε από τον John Kerrison)
Το τραγούδι ηχογραφήθηκε για την Pye Records, εταιρεία που φιλοξενούσε αρκετές μπάντες της εποχής. Αν και δεν σημείωσε εμπορική επιτυχία, το “Mr. Universe” θεωρείται σήμερα σημαντικό επειδή αποτυπώνει την μεταβατική φάση των Gillan και Glover λίγο πριν μεταπηδήσουν στους Deep Purple και αλλάξουν την ιστορία του hard rock.
Το 1969, λίγο μετά την κυκλοφορία του single, οι δύο μουσικοί αποχώρησαν από τους Episode Six για να ενταχθούν στους Deep Purple. Έτσι, το “Mr. Universe” λειτουργεί ως τελευταίο αποτύπωμα της pop‑psych περιόδου τους πριν περάσουν στο σκληρότερο, progressive hard rock των ’70s.
Οι Episode Six κυκλοφόρησαν συνολικά δέκα singles μεταξύ 1965–1969, χωρίς να καταφέρουν να μπουν στα charts, αλλά απέκτησαν cult status χάρη στη μετέπειτα πορεία των μελών τους. Το “Mr. Universe” επανεκδόθηκε σε συλλογές όπως The Complete Episode Six και Cornflakes and Crazy Foam
Το Oar, που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 1969 από την Columbia Records, παραμένει ένα από τα πιο παράξενα, ευάλωτα και βαθιά ανθρώπινα άλμπουμ που γεννήθηκαν ποτέ μέσα στη χρυσή εποχή της αμερικανικής ψυχεδέλειας. Ο Alexander “Skip” Spence, ιδρυτικό μέλος των Moby Grape και πρώην ντράμερ των Jefferson Airplane, ηχογράφησε τον δίσκο μόνος του, παίζοντας όλα τα όργανα, γράφοντας όλους τους στίχους, και αφήνοντας πίσω του ένα έργο που μοιάζει περισσότερο με προσωπικό ημερολόγιο παρά με εμπορική κυκλοφορία.
Το Oar γεννήθηκε μέσα σε μια περίοδο ψυχικής κατάρρευσης, απομόνωσης και θεραπείας. Μετά την έξοδό του από ψυχιατρική κλινική, η Columbia του έδωσε τρεις εβδομάδες στο Nashville. Εκείνος χρειάστηκε μόλις επτά ημέρες για να ολοκληρώσει έναν δίσκο που έμελλε να γίνει το απόλυτο folk αριστούργημα
Κομμάτια όπως “Weighted Down (The Prison Song)”, “War in Peace”, “Books of Moses” και “Broken Heart” αποτυπώνουν έναν άνθρωπο που παλεύει με τους δαίμονές του, χωρίς να προσπαθεί να τους κρύψει.
Το Oar αγνοήθηκε το 1969.
Η Columbia το θεώρησε “μη εμπορικό” και το άφησε να χαθεί.
Από τα ’90s και μετά, όμως, ο δίσκος: θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα folk έργα
συγκρίνεται με Nick Drake – Pink Moon και Big Star – Third, επανεκδόθηκε και απέκτησε cult status, απέκτησε tribute album (More Oar, 1999) με συμμετοχές Beck, Tom Waits, Wilco, Robert Plant
Το “Those Who Love” αναδεικνύει το ιδιαίτερο μείγμα psych‑folk και orchestral pop που χαρακτήρισε τους The Common People, ένα από τα πιο υποτιμημένα συγκροτήματα της Καλιφόρνιας.
Το “Those Who Love” αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά κομμάτια των The Common People, ενός καλιφορνέζικου συγκροτήματος που δραστηριοποιήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και συνδέθηκε με την underground psych‑folk και orchestral pop σκηνή της εποχής. Η μπάντα κυκλοφόρησε το μοναδικό της άλμπουμ, “Of the People, By the People, For the People From the Common People” το 1969, σε παραγωγή του John Cale (Velvet Underground) σε επιλεγμένα κομμάτια, γεγονός που προσέδωσε στο άλμπουμ cult status.
Οι The Common People αποτελούνταν από τους Denny Robinett, Bill Faulkner, John Bartley, Danny Rebinett και John Wagner. Παρότι δεν γνώρισαν εμπορική επιτυχία, η μουσική τους επανεκτιμήθηκε δεκαετίες αργότερα από συλλέκτες και ιστορικούς της psych σκηνής, κυρίως λόγω της ιδιαίτερης μίξης folk, garage και orchestral pop στοιχείων. Το “Those Who Love” αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της προσέγγισης: λιτό, μελωδικό και βαθιά συνδεδεμένο με το ηχητικό τοπίο της Καλιφόρνιας του 1969.
Η ιστορική σημασία του κομματιού βρίσκεται στο ότι αντιπροσωπεύει μια εποχή όπου δεκάδες μικρά αμερικανικά συγκροτήματα πειραματίζονταν με folk‑psych φόρμες, χωρίς να καταφέρουν να ξεφύγουν από την αφάνεια. Η επανέκδοση του άλμπουμ από εξειδικευμένες εταιρείες psych/garage επανέφερε το ενδιαφέρον για το έργο τους
Οι The Common People σχηματίστηκαν στην Καλιφόρνια στα μέσα των ’60s και κυκλοφόρησαν το μοναδικό τους άλμπουμ το 1969 μέσω της Capitol Records. Το άλμπουμ απέκτησε cult status λόγω της συμμετοχής του John Cale σε ορισμένες ενορχηστρώσεις και της ιδιαίτερης μίξης psych‑folk και orchestral pop. Το “Those Who Love” αποτελεί μέρος της πιο ήπιας πλευράς του δίσκου, σε αντίθεση με τα πιο σκοτεινά και πειραματικά κομμάτια. Η μπάντα δεν συνέχισε μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ, αλλά η μουσική της επανεκδόθηκε σε συλλεκτικές εκδόσεις και παρουσιάστηκε σε αφιερώματα για την αμερικανική underground σκηνή των late ’60s.
🎙️ Ακούς το
Travellers Radio
– ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις.
Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.
Το μοναδικό άλμπουμ των Arzachel από το 1969 και η θέση του στη μετάβαση από το βρετανικό underground στη μετέπειτα Canterbury σχολή.
Οκτώ ώρες. Το group των Arzachel έζησε μόνο οκτώ ώρες, όσο ακριβώς χρειάστηκε για να ηχογραφήσουν ένα από τα τελευταία σπουδαία ψυχεδελικά albums στην Αγγλία.
Βρισκόμαστε στο 1967 και Uriel είναι το όνομα μιας μπάντας που έχει για μέλη της τους Dave Stewart (πλήκτρα), Steve Hillage (κιθάρα), Mont Campbell (μπάσο) και Clive Brooks (ντραμς), ονόματα όλα γνωστά και μη εξαιρετέα. Ο Hillage έφυγε σύντομα και οι υπόλοιποι φτιάχνουν τους Egg υπογράφοντας και συμβόλαιο με την Deram.
Κάποια στιγμή – είμαστε στο 1969 - ο Stewart συναντάει τον manager Mohamed Zachariya που τους ζητάει να ηχογραφήσουν ένα ψυχεδελικό album μέσα σε μια μέρα. Ο Stewart δέχεται και καλεί πίσω τον Hillage. Για την περίπτωση αποφασίζουν να αλλάξουν το όνομα του group σε Arzachel και υπογράφουν το δίσκο με ψευδώνυμα προκειμένου να αποφύγουν το εμπόδιο του υπογεγραμμένου με την Deram συμβολαίου.
Ο Stewart έγινε Sam Lee Uff, o Hillage Simeon Sasparella, o Campbell Njerogi Gategaka και ο Brooks Basil Dowling.
Οι Arzachel κυκλοφόρησαν το 1969 ένα και μοναδικό άλμπουμ, ηχογραφημένο με χαμηλό προϋπολογισμό και μέσα σε μία ημέρα, πριν τα μέλη τους εξελιχθούν σε βασικές μορφές της Canterbury σκηνής. Το κομμάτι “Clean Innocent Fun” αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της πρώιμης βρετανικής ψυχεδέλειας: μακρόσυρτες κιθαριστικές γραμμές, βαριά fuzz αισθητική και αυτοσχεδιαστική δομή που παραπέμπει στο underground των late ’60s.
Η παραγωγή έγινε σε στούντιο του Λονδίνου με περιορισμένο εξοπλισμό, κάτι που ενίσχυσε τον ακατέργαστο χαρακτήρα του ήχου.
Το album πάντως θεωρείται ως εξαιρετικό δείγμα ψυχεδελικού rock, αν και άλλοι το κατατάσσουν στο space rock και άλλοι στο progressive.
Διαλέγω το δεκάλεπτο (+) τραγούδι Clean Innocent Fun, το ένα από τα δυο της β’πλευράς του LP (το άλλο είναι το 16λεπτο (+) Metempsychosis
Το “Clean Innocent Fun” ξεχωρίζει για τη δομή του: ένα εκτεταμένο ψυχεδελικό jam που συνδυάζει blues μοτίβα με proto‑progressive στοιχεία. Η χρήση Hammond οργάνου και η κιθαριστική προσέγγιση του Hillage προαναγγέλλουν την κατεύθυνση που θα ακολουθούσαν αργότερα οι Egg, οι Khan και οι Gong. Παρότι το άλμπουμ δεν γνώρισε εμπορική επιτυχία, θεωρείται σήμερα σημαντικό ντοκουμέντο της μετάβασης από την ψυχεδέλεια στο αναδυόμενο progressive rock.
Το άλμπουμ κυκλοφόρησε από τη Zodiac Records σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, γεγονός που το καθιστά συλλεκτικό. Οι Arzachel σχηματίστηκαν από τα μέλη των Uriel, λίγο πριν διαλυθούν και ακολουθήσουν διαφορετικές πορείες στη σκηνή του Canterbury. Το “Clean Innocent Fun” θεωρείται σήμερα ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα βρετανικής ψυχεδέλειας της περιόδου 1968–69, με επιρροές από Cream, Hendrix και το underground του Λονδίνου. Η ιστορική του σημασία έγκειται στο ότι αποτυπώνει το μεταίχμιο ανάμεσα στην acid rock αισθητική και την πιο σύνθετη, οργανωμένη μορφή που θα έπαιρνε το progressive rock στις αρχές των ’70s.
🎙️ Ακούς το
Travellers Radio
– ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις.
Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.
Χαμηλώστε την ένταση του player αν δεν θέλετε να ακούγεται η μουσική.
Ο player θα συνεχίσει να παίζει χωρίς ήχο κάθε φορά που θα μπαίνετε στη σελίδα.
Αν θέλετε να ακούσετε, απλώς ανεβάστε την ένταση.
Η ακινησία είναι θάνατος. Στάση ζωής.
Το τέλος μπορεί να περιμένει λίγο ακόμα.
Πριν χαθούμε. Λίγο ροκ ακόμα πριν μας αγκαλιάσει οριστικά το φως.
Η μουσική είναι μονάδα μέτρησης για μας.
Ο πόνος περικλείει ελευθερία.
Όνειρα που καίγονται σαν κεριά, αφήνοντας σημάδια στα χέρια.
Χαρίζει σιωπές. Μας κάνει πιο δυνατούς.
Στο φόβο του ταξιδιού κρύβεται η συνέχεια.
Η συλλογή των κομματιών μας.
Αυτό το ροκ δεν θα τελειώσει ποτέ.
Όλα είναι δρόμος.
— Σταύρος Σταυρόπουλος
Η μουσική είναι δική μας.
Είναι εμείς.
Και όπως εμείς, είναι πάντα εδώ.
Μας περιβάλλει σαν τα άπειρα σωματίδια της ζωής.
Δεν φαίνεται.
Μόνο νιώθεται.
Όπως η ζωή.
Η Ροκ Είναι Τούτο
Πέτρα που κυλάει,
ανατρέπει, αμφισβητεί,
δεν πείθεται και δε σταματάει,
κόντρα στα κρατούντα,
κόντρα σε όσα οι άλλοι θεωρούν δεδομένα.
Henry David Thoreau
«Όταν ακούω μουσική,
Δεν νιώθω κανέναν κίνδυνο.
Είμαι άτρωτος.
Δεν βλέπω εχθρό.
Είμαι συγγενής με τους παλαιότερους χρόνους και με τους νεότερους.»
Alexis Korner
«Σε όλη μου τη ζωή πρέπει να υπέφερα από βαριά σχιζοφρένεια.
Ο ένας μου εαυτός, αυτός που ακούει ό,τι δεν μπορεί να παίξει ο άλλος,
είναι αυτός που κυριαρχεί...»
Robert Fripp
«Η μουσική είναι το κρασί
που γεμίζει το φλιτζάνι της σιωπής.»
Alan Watts
“When we dance, the journey itself is the point,
as when we play music the playing itself is the point.
And exactly the same thing is true in meditation.
Meditation is the discovery that the point of life
is always arrived at in the immediate moment.”
Always Somewhere ॐ Travelling through sound & silence