🎙️ Travellers Radio Feed
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jorge Bucay. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jorge Bucay. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019

Jorge Bucay - «Μόνο Από Έρωτα»

Βαδίζω Το Δρόμο Μου

Το δρόμο μου, που έχει μία μόνο λωρίδα κυκλοφορίας: τη δική μου.

Στ’ αριστερά μου, ένας αιώνιος τοίχος χωρίζει το δρόμο μου απ’ το δρόμο κάποιου που βαδίζει δίπλα μου, απ’ την άλλη πλευρά του τοίχου.

Πού και πού, σ’ αυτόν τον τοίχο βρίσκω μια τρύπα, ένα παράθυρο, μια σχισμή... Και μπορώ να κοιτάξω το δρόμο του γείτονα ή της γειτόνισσάς μου.

Μια μέρα, καθώς περπατώ, μου φαίνεται ότι βλέπω στην άλλη άκρη του τοίχου μια μορφή που κινείται στο δικό μου ρυθμό, προς την ίδια κατεύθυνση.

Κοιτάζω αυτή τη μορφή: είναι μια γυναίκα. Είναι όμορφη.

Με βλέπει και αυτή. Με κοιτάζει.

Την ξανακοιτάζω.

Της χαμογελώ... Μου χαμογελά.

Παίρνει πάλι να βαδίζει το δρόμο της, κι εγώ επιταχύνω το βήμα μου γιατί ανυπομονώ για την επόμενη ευκαιρία να ξανασυναντηθώ με αυτήν την γυναίκα.

Στο επόμενο παράθυρο κοντοστέκομαι μισό λεπτό.

Όταν εκείνη φτάνει, κοιταζόμαστε μέσα από το άνοιγμα.

Της δείχνω με νοήματα πόσο πολύ μου αρέσει.

Μου απαντά με νοήματα. Δεν ξέρω αν σημαίνουν ό,τι και τα δικά μου, αλλά διαισθάνομαι ότι καταλαβαίνει τι θέλω να της πω.

Νιώθω ότι θα μπορούσα να σταθώ αρκετή ώρα να την κοιτάζω και να την αφήνω να με κοιτάζει, αλλά ξέρω πως ο δρόμος μου συνεχίζεται...

Λέω στον εαυτό μου ότι ίσως, παρακάτω, να υπάρχει μια πόρτα. Και ίσως να μπορώ να την διαβώ για να συναντηθώ μαζί της.

Τίποτα δεν δίνει περισσότερη σιγουριά από την επιθυμία, κι έτσι επιταχύνω για να βρω την πόρτα που φαντάζομαι.

Αρχίζω να τρέχω με τη ματιά μου καρφωμένη στον τοίχο.

Λίγο πιο κάτω, η πόρτα εμφανίζεται.

Είναι εκεί, στην άλλη πλευρά, η πολυπόθητη πια και αγαπημένη μου σύντροφος. Περιμένοντας... Περιμένοντάς με...

Κάνω μια χειρονομία. Αυτή μου επιστρέφει ένα φιλί με τον αέρα.

Μου κάνει ένα νόημα σαν να με καλεί. Μου αρκεί.

Επιταχύνω προς την πόρτα για να βρεθώ μαζί της στη δική της πλευρά του τοίχου.

Η πόρτα είναι πολύ στενή. Περνάω ένα χέρι, περνάω έναν ώμο, ρουφάω λίγο το στομάχι, στρίβω λιγάκι το σώμα μου, σχεδόν καταφέρνω να περάσω το κεφάλι μου... Αλλά το δεξί μου αφτί μένει σφηνωμένο.

Σπρώχνω.

Δεν υπάρχει τρόπος. Δεν περνάει.

Και δεν μπορώ να βοηθήσω με το χέρι μου, γιατί δεν περνάει ούτε δαχτυλάκι εκεί μέσα.

Δεν υπάρχει αρκετός χώρος για να περάσω μαζί με το αφτί μου, κι έτσι παίρνω μια απόφαση... (γιατί η αγαπημένη μου είναι εκεί και με περιμένει... γιατί είναι η γυναίκα που πάντα ονειρευόμουν και με καλεί...)

Βγάζω ένα σουγιά από την τσέπη μου και, με μια γρήγορη κίνηση βρίσκω το κουράγιο να κόψω το αφτί μου για να περάσω απ’ την πόρτα.

Και το καταφέρνω: το κεφάλι μου περνάει.

Αλλά, μετά το κεφάλι μου, βλέπω πως και ο ώμος μου μένει παγιδευμένος.

Η πόρτα δεν έχει το σχήμα του σώματός μου.

Βάζω δύναμη, αλλά δεν υπάρχει λύση. Το χέρι και το σώμα μου έχουν περάσει, αλλά ο άλλος μου ώμος και το άλλο μου χέρι δεν περνούν...

Και δεν με νοιάζει τίποτα, οπότε...

Κάνω πίσω, και χωρίς να σκεφτώ τις συνέπειες παίρνω φόρα και ορμώ να περάσω την πόρτα.

Από το χτύπημα, ο ώμος μου εξαρθρώνεται και το χέρι μου μένει κρεμασμένο και άψυχο. Αλλά τώρα, ευτυχώς, σε μια θέση που μου επιτρέπει να περάσω την πόρτα...

Είμαι πια σχεδόν στην άλλη πλευρά.

Μόλις είμαι έτοιμος να ολοκληρώσω το πέρασμά μου από τη σχισμή, συνειδητοποιώ ότι το δεξί μου πόδι έχει μείνει κολλημένο στην άλλη πλευρά.

Όσο και να προσπαθώ, δεν καταφέρνω να περάσω. Δεν υπάρχει τρόπος. Η πόρτα είναι υπερβολικά στενή για να περάσει ολόκληρο το σώμα μου.

Υπερβολικά στενή: δεν χωρούν και τα δύο μου πόδια...

Δε διστάζω. Είμαι πια σχεδόν δίπλα στην αγαπημένη μου.

Δεν μπορώ να κάνω πίσω... Έτσι, αρπάζω τον μπαλτά και σφίγγοντας τα δόντια δίνω ένα χτύπημα και κόβω και το πόδι.

Ματωμένος, κουτσός, στηριγμένος στον μπαλτά και με το ένα χέρι εξαρθρωμένο, μ’ ένα αφτί κι ένα πόδι λιγότερο, συναντιέμαι με την αγαπημένη μου.

«Να ’μαι. Επιτέλους, πέρασα. Με κοίταξες, σε κοίταξα, σε ερωτεύτηκα. Πλήρωσα όλα τα τιμήματα για σένα. Όλα επιτρέπονται στον έρωτα και στον πόλεμο. Δεν έχουν σημασία οι θυσίες. Άξιζε το κόπο, αν έγιναν για να συναντηθώ μαζί σου, για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε μαζί... Μαζί, για πάντα...»

Αυτή με κοιτάζει και της ξεφεύγει ένας μορφασμός.

«Έτσι, όχι... Έτσι, δεν θέλω... Εμένα μου άρεσες όταν ήσουν ολόκληρος.»



Bucay J. - Ιστορίες να σκεφτείς, εκδόσεις Opera (2008)
Share:

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016

Η Θλίψη κι η Οργή, του Χόρχε Μπουκάι

Σ΄ ένα μαγεμένο βασίλειο όπου οι άνθρωποι δεν μπορούν ποτέ να φτάσουν, ή ίσως όπου οι άνθρωποι μεταφέρονται αδιάκοπα χωρίς να το καταλαβαίνουν …Σ΄ ένα βασίλειο μαγεμένο όπου τα αφηρημένα πράγματα γίνονται χειροπιαστά …
΄Ηταν μια φορά κι έναν καιρό μια πανέμορφη λίμνη
΄Ηταν μια λίμνη με νερά κρυστάλλινα και καθαρά όπου κολυμπούσαν ψάρια όλων των χρωμάτων, κι όπου όλες οι αποχρώσεις του πράσινου λαμπύριζαν διαρκώς…Σε εκείνη τη μαγική και διάφανη λίμνη έφτασαν η θλίψη και η οργή για να κάνουν μπάνιο παρέα.
Κι οι δυο έβγαλαν τα ρούχα τους και, γυμνές, μπήκαν στη λίμνη.
Η οργή, που βιαζόταν (όπως συμβαίνει πάντα στην οργή χωρίς να ξέρει γιατί), έκανε μπάνιο στα γρήγορα, κι ακόμα πιο γρήγορα βγήκε από το νερό …
Αλλά η οργή είναι τυφλή – ή, τέλος πάντων, δεν βλέπει ξεκάθαρα την πραγματικότητα. ΄Ετσι, γυμνή και καθαρή, φόρεσε βγαίνοντας από το νερό, το πρώτο ρούχο που βρήκε…
Και συνέβη εκείνο το ρούχο να μην είναι το δικό της αλλά της θλίψης…
Κι έτσι, ντυμένη θλίψη, η οργή έφυγε.
Πολύ ήρεμη, πολύ γαλήνια, διατεθειμένη όπως πάντα να παραμείνει σε όποιο μέρος βρίσκεται, η θλίψη τελείωσε το μπάνιο της και – χωρίς καμιά βιασύνη – ή, καλύτερα, χωρίς συναίσθηση του χρόνου που περνάει, τεμπέλικα και αργά, βγήκε από τη λίμνη.
Στην αρχή συνειδητοποίησε ότι τα ρούχα της δεν ήταν πια εκεί. 
΄Όπως όλοι ξέρουμε, αν υπάρχει κάτι που δεν αρέσει καθόλου στη θλίψη, είναι να μένει γυμνή. ΄Ετσι φόρεσε το μοναδικό ρούχο που υπήρχε δίπλα στη λίμνη: το φόρεμα της οργής. 
Λένε ότι από τότε, πολλές φορές συναντάμε την οργή τυφλή, σκληρή, τρομερή, θυμωμένη. Αλλά αν σταματήσουμε για λίγο και κοιτάξουμε καλύτερη, καταλαβαίνουμε ότι αυτή η οργή που βλέπουμε είναι μόνο μια μεταμφίεση, κι ότι πίσω από την όψη της οργής, στην πραγματικότητα, κρύβεται η θλίψη.


Share:

« ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΤΑΣ» – Χόρχε Μπουκάι

Τη μέρα εκείνη ο Χόρχε με περίμενε με ένα παραμύθι.
Όταν μεγάλωσε ο πατέρας του του είπε:
« Παιδί μου, δε γεννιόμαστε όλοι με φτερά. Μπορεί να μην είσαι υποχρεώμενος να πετάξεις, νομίζω όμως πως είναι κρίμα να μείνεις μόνο στο περπάτημα αφού έχεις τα φτερά που ο καλός Θεός σου έδωσε.»
«Μα δεν ξέρω να πετάω» απάντησε ο γιος.
«Σωστά…» είπε ο πατέρας. Και περπατώντας, τον πήγε ως το χείλος του γκρεμού, στο βουνό.
«Βλέπεις γιε μου; Το κενό. Όταν θελήσεις να πετάξεις, θα έρθεις εδώ θα πάρεις βαθιά ανάσα, θα πηδήξεις στην άβυσσο και απλώνοντας τα φτερά σου θα πετάξεις».
Ο γιος αμφέβαλλε.
«Κι αν πέσω;»
«Ακόμα κι αν πέσεις, δε θα σκοτωθείς. Οι λίγες γρατζουνιές θα σε κάνουν πιο δυαντό στην επόμενη προσπάθεια» αποκρίθηκε ο πατέρας.
Το παιδί γύρισε στο χωριό να δει τους φίλους του, τις παρέες του, όλους εκείνους που είχε συντρόφους στην πορεία της ζωής του. Οι πιο στενόμυαλοι του είπαν:
«Είσαι τρελός; Για ποιο λόγο; Ο πατέρας σου είναι μισότρελος…Για ποιο λόγο να πετάξεις; Τι σου χρειάζεται; Γιατί δεν αφήνεις τις ανοησίες; Τι νόημα έχεις να πετάξεις;»
Οι καλύτεροι φίλοι του τον συμβούλεψαν:
«Κι αν είναι αλήθεια; Μα σίγουρα δεν είναι επικίνδυνο; Γιατί δεν αρχίζεις σιγά-σιγά; Δοκίμασε να πηδήξεις από μια σκάλα ή από την κορυφή ενός δέντρου. Αλλά από τον γκρεμό, βρε παιδί μου;…»
Ο νεαρός άκουσε τις συμβουλές όσων τον αγαπούσαν. Ανέβηκε στην κορυφή του δέντρου και, με όλο του το θάρρος, πήδηξε. Άνοιξε τα φτερά του, τα κούνησε στον αέρα με όλη του τη δύναμη αλλά, δυστυχώς, έπεσε στο έδαφος.
Μ’ένα καρούμπαλο στο κεφάλι συνάντησε τον πατέρα του.
«Μου είπες ψέμματα! Δεν μπορώ να πετάξω. Το δοκίμασα και κοίτα πως χτύπησα! Δεν είμαι σαν κι εσένα. Τα φτερά μου είναι μόνο για στολίδι.»
«Παιδί μου» είπε ο πατέρας, «για να πετάξεις, πρέπει να έχεις τον απαραίτητο ελεύθερο χώρο στον αέρα, ώστε τα φτερά σου να ξεδιπλωθούν. Είναι σαν να πέφτεις με αλεξίπτωτο: χρειάζεσαι κάποιο ελάχιστο ύψος για να πηδήξεις.
Για να πετάξεις πρέπει να αρχίσεις να ριψοκινδυνεύεις.
Αν δε θέλεις να το κάνεις, καλύτερα να συμβιβαστείς και να μείνεις για πάντα στο περπάτημα.»

Jorge Bucay

Share:

Παρασκευή 6 Μαΐου 2016

Αυτοαπόρριψη

Βρισκόμουν εκεί από την πρώτη στιγμή,
Στην αδρεναλίνη
Που κυκλοφορούσε στις φλέβες των γονιών σου
Όταν έκαναν έρωτα για να σε συλλάβουν,
Και μετά στο υγρό
Που η μητέρα σου έστελνε στη μικρή καρδιά σου
Όταν ακόμα ήσουν απλώς ένα παράσιτο.

΄Εφτασα σ΄ εσένα προτού μπορέσεις να μιλήσεις,
Προτού ακόμα μπορέσεις να καταλάβεις κάτι
Απ΄ αυτά που σου έλεγαν οι άλλοι.
Βρισκόμουν εκεί όταν, αδέξια,
Προσπαθούσες να κάνεις τα πρώτα σου βήματα
Εμπρός στο πειραχτικό και γελαστό βλέμμα όλων.
΄Όταν ήσουν απροστάτευτος και εκτεθειμένος,
Όταν ήσουν ευάλωτος κι είχες ανάγκη.

Μ΄ έφερε στη ζωή σου
Το χέρι της μαγικής σκέψης,
Με συνόδευαν …
Οι προλήψεις και τα ξόρκια,
Τα φετίχ και τα φυλαχτά…
Οι καλοί τρόποι, οι συνήθειες και η παράδοση …
Οι δάσκαλοί σου, τα αδέρφια σου και οι φίλοι σου …

Προτού μάθεις πως υπήρχα
Διαίρεσα στην ψυχή σου σ΄ έναν κόσμο φωτός κι έναν κόσμο σκότους.
΄Έναν κόσμο για το καλό κι έναν για τα υπόλοιπα.

Εγώ σου έφερα τα συναισθήματα της ντροπής,
Σου έδειξα όλα τα μειονεκτήματά σου,
Τις ασχήμιές σου,
Τις ανοησίες σου,
Τα δυσάρεστα όλα.
Εγώ σου κρέμασα την ταμπέλα «διαφορετικός»
Όταν σου είπα για πρώτη φορά στο αυτί
Ότι κάτι δεν πήγαινε εντελώς καλά σ΄ εσένα.

Υπάρχω πριν από τη συνείδηση,
Πριν από την ενοχή,
Πριν από την ηθική,
Πριν από τις αρχές του χρόνου,
Πριν ακόμα ο Αδάμ ντραπεί για το κορμί του
Όταν αντιλήφθηκε ότι ήταν γυμνός …
Και το κάλυψε!

Είμαι ο απρόσκλητος μουσαφίρης,
Ο ανεπιθύμητος επισκέπτης,
Και ωστόσο,
Είμαι πρώτος που ήλθα και τελευταίος που θα φύγω
΄Εγινα ισχυρός με τον καιρό
Ακούγοντας τις συμβουλές των γονιών σου
Για το πώς θα θριαμβεύσεις στη ζωή.
Παρατηρώντας τις αντιλήψεις της θρησκείας σου,
Που σου λέει τι να κάνεις και τι να μην κάνεις,
Για να σε δεχτεί ο Θεός στις αγκάλες του.
Υποφέροντας απάνθρωπα αστεία
Των συντρόφων σου στο σχολείο
Όταν γελούσαν με τις δυσκολίες σου.
Υπομένοντας τις ταπεινώσεις από τους ανωτέρους σου.
Παρατηρώντας την άχαρη μορφή σου στον καθρέφτη
Και συγκρίνοντάς την μετά με την εικόνα των «διασήμων»
Που βγαίνουν στην τηλεόραση.

Και τώρα, επιτέλους,
Έτσι όπως είμαι δυνατός,
Και για τον απλό λόγο
Ότι είμαι γυναίκα,
Ότι είμαι νέγρος,
Ότι είμαι Εβραίος,
Ότι είμαι ομοφυλόφιλος,
Ότι είμαι ανατολίτης,
Ότι είμαι ανάπηρος,
Ότι είμαι ψηλός, κοντός ή χοντρός…
Μπορώ να σε μεταμορφώσω

Σ΄ ένα σωρό σκουπίδια,
Σε παλιοσίδερα,
Σε αποδιοπομπαίο τράγο,
Στον παγκόσμιο υπεύθυνο,
Σ΄ έναν καταραμένο μπάσταρδο
Μιας χρήσης.

Γενεές και γενεές ανδρών και γυναικών
Με υποστηρίζουν.
Δεν μπορείς να ξεφύγεις από μένα.

Η θλίψη που προξενώ είναι τόσο ανυπόφορη που
Για να με αντέξεις,
Πρέπει να με μεταδώσεις στα παιδιά σου,
Ώστε να με περάσουν στα δικά τους παιδιά,
Στους αιώνες των αιώνων.

Για να βοηθήσω εσένα και τους απογόνους σου
Θα μεταμφιεστώ σε τελειομανία,
Σε υψηλά ιδανικά,
Σε αυτοκριτική,
Σε πατριωτισμό,
Σε ηθικές αξίες,
Σε καλές συνήθειες,
Σε αυτοέλεγχο.

Η θλίψη που σου προξενώ είναι τόσο έντονη
Που θα θελήσεις να με αρνηθείς
Και, γι΄ αυτό,
Θα προσπαθήσεις να με κρύψεις πίσω από τα πρόσωπά σου,
Πίσω από τα ναρκωτικά,
Πίσω από τη μάχη σου για το χρήμα,
Πίσω από τις νευρώσεις σου,
Πίσω από την απρόσωπη σεξουαλικότητά σου.
Δεν έχει σημασία τί κάνεις, όμως,
Δεν έχει σημασία πού πηγαίνεις.
Εγώ θα είμαι πάντα εκεί,
Πάντοτε παρών.
Γιατί ταξιδεύω μαζί σου
Μέρα και νύχτα,
Ακούραστα,
Δίχως όρια.

Εγώ είμαι η βασική αιτία της εξάρτησης,
Της κτητικότητας,
Της πίεσης,
Της ανηθικότητας,
Του φόβου,
Της βίας,
Του εγκλήματος,
Της τρέλας.

Εγώ σου δίδαξα το φόβο της απόρριψης
Κι εγώ περιόρισα την ύπαρξή σου σ΄ αυτό το φόβο.
Από μένα εξαρτάται το αν θα εξακολουθήσεις να είσαι
Αυτό το άτομο που το γυρεύουν, το λατρεύουν,
Το χειροκροτούν, ο ευγενικός και ο ευχάριστος
Που είσαι σήμερα για τους άλλους.
Από εμένα εξαρτάσαι,
Γιατί εγώ είμαι το μπαούλο όπου έχεις κρύψει
Εκείνα τα πιο δυσάρεστα πράγματα,
Τα πιο γελοία,
Τα λιγότερο επιθυμητά κι από σένα τον ίδιο.

Χάρη σ΄ εμένα
Έμαθες να συμβιβάζεσαι
Με αυτά που σου δίνει η ζωή,
Γιατί, τελικά,
Οτιδήποτε κι αν ζήσεις θα είναι πάντοτε παραπάνω
Απ΄ αυτό που νομίζεις ότι αξίζεις.

Το μάντεψες, έτσι δεν είναι;
Είμαι το συναίσθημα της απόρριψης που νιώθεις για τον ίδιό σου τον εαυτό.
Θυμησου την ιστορια μας
Όλα άρχισαν εκείνη τη γκρίζα μέρα
Που αφέθηκες να πεις περήφανος:
«ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ!»
Και , ντροπιασμένος και φοβισμένος,
Κατέβασες το κεφάλι
Κι άλλαξες τα λόγια και τις πράξεις σου
Με ένα συλλογισμό:
«ΕΓΩ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΗΜΟΥΝ…»

απόσπασμα από τις τελευταιες σελιδες του βιβλιου ''Να σου πω μια ιστορια'' με τιτλο Αυτοαπορριψη
Jorge Bucay
Share:

Τρίτη 19 Απριλίου 2016

Συντομία

Γεννήθηκα σήμερα το ξημέρωμα
έζησα την παιδική μου ηλικία το πρωί
και γύρω στο μεσημέρι
έμπαινα ήδη στην εφηβεία μου.
Και δεν είναι ότι τρόμαξα
που ο χρόνος μου περνάει τόσο βιαστικά.
Μόνο με ανησυχεί λίγο να σκέφτομαι
ότι ίσως αύριο
να είμαι πολύ γέρος
για να κάνω όλα όσα άφησα σ΄εκκρεμότητα

Jorge Bucay

Share:

Ο ερευνητής...

Αυτή είναι η ιστορία ενός ανθρώπου τον οποίο εγώ θα χαρακτήριζα ερευνητή …
Ερευνητής είναι κάποιος που ψάχνει όχι απαραιτήτως κάποιος που βρίσκει.
Ούτε είναι κάποιος που ξέρει στα σίγουρα τι είναι αυτό που ψάχνει. Είναι, απλώς, κάποιοιος για τον οποίο η ζωή αποτελεί μια αναζήτηση. Μια μέρα, ο ερευνητής διαισθάνθηκε ότι έπρεπε να πάει προς την πόλη του Καμίρ. Είχε μάθει να δίνει μεγάλη σημασία στα προαισθήματα του, που πήγαζαν από ένα μέρος δικό του μεν, άγνωστο δε.
Μετά από δύο μέρες πορείας στους σκονισμένους δρόμους, διέκρινε από μακριά το Καμίρ. Λίγο πριν φτάσει στο χωριό, του τράβηξε την προσοχή ένας λόφος, δεξιά από το μονοπάτι. Ήταν σκεπασμένος από υπέροχη πρασινάδα και γεμάτος με δέντρα, πουλιά και μαγευτικά λουλούδια. Τον περιτριγύριζε κάτι σαν μικρός φράχτης φτιαγμένος από βαμμένο ξύλο.
Μια μπρούντζινη πορτούλα τον προσκαλούσε να μπει.
Ξαφνικά, αισθάνθηκε να ξεχνά το χωριό και υπέκυψε στην επιθυμία του να ξαποστάσει για λίγο σΆ εκείνο το μέρος.
Ο ερευνητής πέρασε την είσοδο κι άρχισε να βαδίζει αργά δίπλα στις λευκές πέτρες που ήταν τοποθετημένες ανάκατα ανάμεσα στα δέντρα.
¶φησε το βλέμμα του να ξαποστάσει σαν την πεταλούδα, σε κάθε λεπτομέρεια του πολύχρωμου αυτού παραδείσου.
Τα μάτια του, όμως, ήταν μάτια ερευνητή, κι ίσως γιΆ αυτό ανακάλυψε εκείνη την επιγραφή πάνω σε μια απΆ τις πέτρες: Αμπντούλ Ταρέγκ: έζησε 8 χρόνια, 6 μήνες, δύο εβδομάδες και 3 μέρες.
Τρόμαξε λίγο συνειδητοποιώντας ότι εκείνη η πέτρα δεν ήταν απλώς μια πέτρα: ήταν μια ταφόπλακα.
Λυπήθηκε όταν σκέφτηκε ότι ένα παιδί τόσο μικρής ηλικίας ήταν θαμμένο σΆ εκείνο το μέρος.
Κοιτάζοντας γύρω του, ο άνθρωποις ότι και η διπλανή πέτρα είχε μια επιγραφή. Πλησίασε να τη διαβάσει. Έλεγε:Γιαμίρ Καλίμπ: έζησε 5 χρόνια, 8 μήνες και 3 εβδομάδες.
Ο ερευνητής αισθάνθηκε φοβερή συγκίνηση.
Αυτό το πανέμορφο μέρος ήταν νεκροταφείο, και κάθε πέτρα ήταν ένας τάφος.
Μία μία, άρχισε να διαβάζει τις πλάκες.
Όλες είχαν παρόμοιες επιγραφές: ένα όνομα και τον ακριβή χρόνο ζωής του νεκρού.
Αλλά αυτό που τον τάραξε περισσότερο ήταν η διαπίστωση ότι ο άνθρωπος που είχε ζήσει τον πιο πολύ καιρό, μόλις που ξεπερνούσε τα έντεκα χρόνια …
Νικημένος από μια αβάσταχτη θλίψη, έκατσε κι άρχισε να κλαίει.
Ο φύλακας του νεκροταφείου που περνούσε από εκεί τον πλησίασε.
Τον κοίταξε να κλαίει για λίγο σιωπηλός, και μετά τον ρώτησε αν έκλαιγε για κάποιον συγγενή.
«Όχι, για κανέναν συγγενή» είπε ο ερευνητής. «Τι συμβαίνει σΆ αυτό το χωριό; Τι πράγμα φοβερό έχει αυτός ο τόπος; Γιατί έχει τόσα πολλά νεκρά παιδιά θαμμένα σΆ αυτό το μέρος; Ποια είναι η τρομερή κατάρα που βαραίνει αυτούς τους ανθρώπου; και τους έχει υποχρεώσει να φτιάξουν ένα νεκροταφείο για παιδιά:»
Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε και είπε:
«Μπορείτε να ηρεμήσετε. Δεν υπάρχει τέτοια κατάρα. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι εδώ έχουμε ένα παλιό έθιμο. Θα σας εξηγήσω …
»Οταν ένας νέος συμπληρώνει τα δεκαπέντε του χρόνια, οι γονείς του του χαρίζουν ένα τετράδιο όπως αυτό που έχω εδώ, για να το κρεμάει στο λαιμό. Είναι παράδοση στον τόπο μας. Από τη στιγμή εκείνη κι έπειτα, κάθε φορά που κάποιος απολαμβάνει έντονα κάτι, ανοίγει το τετράδιο και σημειώνει:
Στα δεξιά, αυτό που απόλαυσε.
ΣτΆ αριστερά, πόσο χρόνο κράτησε η απόλαυση.
»Εστω ότι γνώρισε μια κοπέλα και την ερωτεύτηκε. Πόσο κράτησε το μεγάλο αυτό πάθος και η χαρά της γνωριμίας τους; Μια εβδομάδα; Δύο; Τρεις και μισή:»
»Και μετά, η συγκίνηση του πρώτου φιλιού, η θαυμάσια ευχαρίστηση του πρώτου φιλιού … Πόσο κράτησε; Μόνο το ενάμισι λεπτό του φιλιού; Δύο μέρες; Μια εβδομάδα;
»Και η εγκυμοσύνη, και η γέννηση του πρώτου παιδιού;
»Και ο γάμος των φίλων;
»Και το ταξίδι που πάντα ήθελε;
»Και η συνάντηση με τον αδελφό που γυρίζει από μια μακρινή χώρα; »Πόσο κράτησε στΆ αλήθεια η απόλαυση αυτών των αισθήσεων;
»Ώρες; Μέρες;
Έτσι , συνεχίζουμε να σημειώνουμε στο τετράδιο κάθε λεπτό που απολαμβάνουμε … Κάθε λεπτό.
»Οταν κάποιοιος πεθαίνει, έχουμε τη συνήθεια να ανοίγουμε το τετράδιό του και να αθροίζουμε το χρόνο της απόλαυσης για να τον γράψουμε πάνω στον τάφο του. Γιατί αυτός είναι για εμάς ο μοναδικός και πραγματικός χρόνος ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΖΗΣΕΙ»
 Χόρχε Μπουκαϊ
Share:

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

Αγάπα τον άλλο στα άκρα ή μην αγαπάς καθόλου

Αν πας να χορέψεις, χόρεψε με όλο σου το είναι ή μη χορέψεις καθόλου.

Αν αγαπάς, αγάπα τον άλλο στα άκρα ή μην αγαπάς καθόλου.

Κι αν αποφασίσεις να μείνεις εδώ, μείνε εδώ!

Αν φύγεις, όμως, φύγε μια και καλή….

Μη μένεις στη μεση και μην προσπαθείς να κάνεις τους άλλους να σε θυμούνται όταν εσυ δεν είσαι πουθενά…

Χόρχε Μπουκάι


klik
Share:

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

Θέλω

Θέλω να με ακούς χωρίς να με κρίνεις


Θέλω τη γνώμη σου χωρίς συμβουλές

Θέλω να με εμπιστεύεσαι χωρίς απαιτήσεις

Θέλω τη βοήθειά σου, κι όχι ν΄ αποφασίζεις για μένα

Θέλω να με προσέχεις χωρίς να με ακυρώνεις

Θέλω να με κοιτάς χωρίς να προβάλλεις τον εαυτό σου σε μένα

Θέλω να μ΄ αγκαλιάζεις χωρίς να με κάνεις να ασφυκτιώ

Θέλω να μου δίνεις ζωντάνια χωρίς να με σπρώχνεις

Θέλω να με υποστηρίζεις χωρίς να με φορτώνεσαι

Θέλω να με προστατεύεις χωρίς ψέματα

Θέλω να πλησιάζεις χωρίς να εισβάλλεις

Θέλω να ξέρεις τις πλευρές μου που πιο πολύ σ΄ενοχλούν

Να τις αποδέχεσαι και να μην προσπαθείς να τις αλλάξεις

Θέλω να ξέρεις…πως σήμερα μπορείς να βασίζεσαι πάνω μου…

Χωρίς όρους.

Κείμενο του Χόρχε Μπουκάι που δημοσιεύτηκε αρχικά στον πρόλογο της τρίτης επανέκδοσης του βιβλίου του “Γράμματα στην Κλαούντια” το 1989.

Μέρες Παράξενες


Share:

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

αποδεσμεύσου για να ζήσεις

Ήταν μια φορά ένας ορειβάτης και επιχειρούσε μια πολύ δύσκολη αναρρίχηση σε ένα βουνό με έντονη χιονόπτωση. Πέρασε τη νύχτα μαζί με άλλους στο καταφύγιο. Το πρωί το χιόνι έχει σκεπάσει για τα καλά το βουνό, πράγμα που κάνει την αναρρίχηση ακόμη πιο δύσκολη. Δεν θέλει, όμως, να γυρίσει πίσω, κι έτσι, όπως μπορεί, με μεγάλη προσπάθεια 
και θάρρος, συνεχίζει την αναρρίχηση, συνεχίζει να σκαρφαλώνει στο απόκρημνο βουνό. Μέχρι που κάποια στιγμή, ίσως από κακό υπολογισμό, ίσως γιατί η κατάσταση ήταν πραγματικά δύσκολη, πάει να στερεώσει στον πάσσαλο το σχοινί ασφαλείας και του γλιστράει ο γάντζος. Ο ορειβάτης γκρεμίζεται… αρχίζει να κατρακυλάει στο βουνό χτυπώντας άγρια στα βράχια ενώ το χιόνι πέφτει πυκνό…

Από μπροστά του βλέπει να περνάει όλη του η ζωή. Κλείνει τα μάτια περιμένοντας το χειρότερο, και ξαφνικά, νιώθει στο πρόσωπο του ένα χτύπημα από σχοινί. Χωρίς καθόλου να σκεφτεί, πιάνεται από το σχοινί με μια ενστικτώδη κίνηση. Ποιος ξέρει… Το σχοινί αυτό μπορεί να έμεινε εκεί κρεμασμένο από κάποιον πάσσαλο… κι αν είναι έτσι, θα μπορέσει να τον κρατήσει και να σταματήσει την πτώση του.

Κοιτάζει προς τα πάνω, αλλά το μόνο που βλέπει είναι η χιονοθύελλα και το πυκνό χιόνι που πέφτει πάνω τον. Τα δευτερόλεπτα μοιάζουν αιώνες σ’ αυτό το κατρακύλισμα που γίνεται όλο και πιο γρήγορο και μοιάζει να μην τελειώνει… Ξαφνικά, το σχοινί τινάζεται και νιώθει αντίσταση. Ο ορειβάτης δεν βλέπει τίποτε, ξέρει όμως ότι προς το παρόν έχει σωθεί. Το χιόνι πέφτει ασταμάτητα, κι αυτός εκεί, δεμένος με το σχοινί, μέσα στο φοβερό κρύο, κρεμασμένος από ένα κομμάτι λινάρι, που τον κρατάει για να μην τσακιστεί πέφτοντας στη χαράδρα ανάμεσα στα βουνά.

Προσπαθεί να δει τι υπάρχει γύρω του, αλλά μάταια’ δεν ξεχωρίζει τίποτε. Φωνάζει δυο-τρεις φορές, αλλά καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τον ακούσει κανείς. Η πιθανότητα να σωθεί είναι απειροελάχιστη. Και να δουν ότι λείπει, δεν θα μπορέσει κανείς ν’ ανέβει να ψάξει γι’ αυτόν πριν σταματήσει η χιονοθύελλα, αλλά και τότε ακόμη, πώς να ξέρουν ότι βρίσκεται κρεμασμένος στο γκρεμό;

Αντιλαμβάνεται πως αν δεν κάνει κάτι γρήγορα, αυτό θα είναι το τέλος του.

Όμως, τι να κάνει;

Θα μπορούσε ίσως να σκαρφαλώσει προς τα πάνω και να προσπαθήσει να φτάσει στο καταφύγιο, αμέσως όμως καταλαβαίνει πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Ξαφνικά… ακούει μια φωνή από μέσα τον που τον λέει «λύσου!» Μπορεί να είναι η φωνή του Θεού, ή η φωνή της εσωτερικής τον σοφίας, μπορεί όμως να είναι κάποιο κακό πνεύμα, ή παραίσθηση… ακούει πάντως τη φωνή να επιμένει «λύσου, λύσου!»

Σκέφτεται πως αν λυθεί αυτή τη στιγμή σίγουρα θα σκοτωθεί. Θα είναι ένας τρόπος για να τελειώσει το μαρτύριο του. Μπαίνει στον πειρασμό να επιλέξει το θάνατο για να σταματήσει να υποφέρει. Σαν απάντηση όμως στη φωνή δένεται ακόμη πιο σφιχτά. Και η φωνή επιμένει «λνσον!…

Μη βασανίζεσαι άλλο, δεν έχει νόημα τόσος πόνος… λνσον!» Εκείνος, όμως, δένεται ακόμη πιο σφιχτά, ενώ πολύ αποφασιστικά λέει μέσα τον πως καμία φωνή δεν πρόκειται να τον πείσει να αφήσει αυτό που χωρίς αμφιβολία του έχει σώσει τη ζωή. Η σύγκρουση αυτή συνεχίζεται για ώρες, ο ορειβάτης όμως εξακολουθεί να είναι δεμένος μ αυτό που νομίζει πως είναι η μοναδική του δυνατότητα για να σωθεί.

Ο μύθος λέει ότι την άλλη μέρα η ομάδα διάσωσης βρήκε τον ορειβάτη μισοπεθαμένο. Η ζωή τον κρεμόταν από μια κλωστή. Ακόμα λίγα λεπτά, και ο ορειβάτης θα είχε πεθάνει από το κρύο, παγωμένος, και, παραδόξως, δεμένος με το σχοινί του… σε απόσταση λιγότερο από ένα μέτρο από το έδαφος.

Λέω, λοιπόν, ότι, καμιά φορά, το να μην εγκαταλείπεις κάτι είναι θάνατος.

Κάποιες φορές, ζωή είναι να παρατάς αυτό που κάποτε σ’ έσωσε.

Να αφήνεις πίσω τα πράγματα που μαζί τους είσαι δεμένος σφιχτά, επειδή νομίζεις ότι αν τα κρατήσεις θα σε σώσουν από την κατάρρευση.

Όλοι έχουμε αυτήν την τάση να δενόμαστε σφιχτά με ιδέες, πρόσωπα και καταστάσεις. Δενόμαστε με ανθρώπους, με χώρους, με τόπους γνωστούς, γιατί είμαστε βέβαιοι πως αυτό είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να μας σώσει. Πιστεύουμε στο «γνώριμο κακό», όπως λέει ένα γνωστό γνωμικό.

Και παρόλο που από διαίσθηση καταλαβαίνουμε ότι το δέσιμο σημαίνει θάνατο, συνεχίζουμε να μένουμε αγκιστρωμένοι σ’ αυτό που πια δεν μας χρειάζεται, σ’ αυτό που δεν υπάρχει πια, τρέμοντας τις φανταστικές συνέπειες αν αποδεσμευτούμε.

Χόρχε Μπουκάι – Ο Δρόμος των Δακρύων – Εκδόσεις OPERA

 enallaktikidrasi.com 

Πηγή
 
Share:

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Χαμηλώστε την ένταση του player αν δεν θέλετε να ακούγεται η μουσική. Ο player θα συνεχίσει να παίζει χωρίς ήχο κάθε φορά που θα μπαίνετε στη σελίδα. Αν θέλετε να ακούσετε, απλώς ανεβάστε την ένταση.

Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα

Η ακινησία είναι θάνατος. Στάση ζωής.
Το τέλος μπορεί να περιμένει λίγο ακόμα.
Πριν χαθούμε. Λίγο ροκ ακόμα πριν μας αγκαλιάσει οριστικά το φως.
Η μουσική είναι μονάδα μέτρησης για μας.
Ο πόνος περικλείει ελευθερία.
Όνειρα που καίγονται σαν κεριά, αφήνοντας σημάδια στα χέρια.
Χαρίζει σιωπές. Μας κάνει πιο δυνατούς.
Στο φόβο του ταξιδιού κρύβεται η συνέχεια.
Η συλλογή των κομματιών μας.
Αυτό το ροκ δεν θα τελειώσει ποτέ.
Όλα είναι δρόμος.

— Σταύρος Σταυρόπουλος

Η μουσική είναι δική μας.
Είναι εμείς.
Και όπως εμείς, είναι πάντα εδώ.
Μας περιβάλλει σαν τα άπειρα σωματίδια της ζωής.
Δεν φαίνεται.
Μόνο νιώθεται.
Όπως η ζωή.

Η Ροκ Είναι Τούτο

Πέτρα που κυλάει,
ανατρέπει, αμφισβητεί,
δεν πείθεται και δε σταματάει,
κόντρα στα κρατούντα,
κόντρα σε όσα οι άλλοι θεωρούν δεδομένα.

Henry David Thoreau

«Όταν ακούω μουσική,
Δεν νιώθω κανέναν κίνδυνο.
Είμαι άτρωτος.
Δεν βλέπω εχθρό.
Είμαι συγγενής με τους παλαιότερους χρόνους και με τους νεότερους.»

Alexis Korner

«Σε όλη μου τη ζωή πρέπει να υπέφερα από βαριά σχιζοφρένεια.
Ο ένας μου εαυτός, αυτός που ακούει ό,τι δεν μπορεί να παίξει ο άλλος,
είναι αυτός που κυριαρχεί...»

Robert Fripp

«Η μουσική είναι το κρασί
που γεμίζει το φλιτζάνι της σιωπής.»

Alan Watts

“When we dance, the journey itself is the point,
as when we play music the playing itself is the point.
And exactly the same thing is true in meditation.
Meditation is the discovery that the point of life
is always arrived at in the immediate moment.”

Always Somewhere ॐ
Travelling through sound & silence