Η απάντηση είναι όχι. Η αληθινή ελευθερία έχει να κάνει με το ανθρώπινο πνεύμα – ισοδυναμεί με το να είναι κανείς ο εαυτός του.
Ποιος μας εμποδίζει να είμαστε ελεύθεροι;
Κατηγορούμε την κυβέρνηση, τον καιρό, τους γονείς μας, τη θρησκεία, το Θεό.
Ποιος, όμως, είναι ο πραγματικός ένοχος;
Μα ο εαυτός μας – εμείς εμποδίζουμε τον εαυτό μας.
Τι σημαίνει να είναι κανείς ελεύθερος;
Συχνά, όταν παντρευόμαστε, λέμε ότι χάσαμε την ελευθερία μας, όταν, όμως, παίρνουμε διαζύγιο, πάλι δεν είμαστε ελεύθεροι.
Τι μας εμποδίζει; Γιατί δεν μπορούμε να είμαστε ο εαυτός μας;»
Φανταστείτε ότι σας έχει δοθεί η άδεια να είστε ευτυχισμένοι και να απολαμβάνετε την κάθε στιγμή.
Η ζωή σας δεν επιφυλάσσει πια την παραμικρή σύγκρουση με τον εαυτό σας ή με τους άλλους.
Φανταστείτε ότι ζείτε χωρίς να φοβάστε να εκφράσετε τις επιθυμίες σας.
Γνωρίζετε τι δεν θέλετε, γνωρίζετε τι θέλετε και πότε το θέλετε.
Είστε ελεύθεροι να αλλάξετε τη ζωή σας και να της δώσετε τη μορφή που πραγματικά επιθυμείτε.
Δεν φοβάστε να ζητήσετε αυτό που έχετε ανάγκη, δεν φοβάστε να πείτε ναι ή να πείτε όχι.
Φανταστείτε ότι ζείτε δίχως την αγωνία της κρίσης των άλλων.
Δεν προσαρμόζετε πια τη συμπεριφορά σας σύμφωνα με το τι πιθανόν να πιστεύουν οι άλλοι για σας.
Δεν αισθάνεστε πια υπεύθυνοι για τις γνώμες των άλλων.
Δεν νιώθετε την ανάγκη να ελέγξετε κανέναν, ούτε κανείς ελέγχει εσάς.
Φανταστείτε ότι ζείτε δίχως να κρίνετε τους ανθρώπους γύρω σας.
Μπορείτε εύκολα να συγχωρήσετε και να ξεχάσετε τις κρίσεις που κάνατε στο παρελθόν.
Δεν αισθάνεστε πια την ανάγκη να έχετε δίκιο, ούτε την ανάγκη να αποδεικνύετε ότι οι άλλοι κάνουν λάθος.
Σέβεστε τον εαυτό σας και τους άλλους και, σε αντάλλαγμα, σας σέβονται κι εκείνοι.
Φανταστείτε ότι ζείτε αγαπώντας ακόμα κι όταν δεν σας αγαπούν.
Δεν σας τρομάζει πια η απόρριψη και δεν νιώθετε την ανάγκη της αποδοχής.
Μπορείτε να πείτε «σ’ αγαπώ» χωρίς ντροπή και χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένος λόγος.
Μπορείτε να προχωρήσετε μπροστά με την καρδιά ορθάνοιχτη, δίχως να φοβάστε μήπως πληγωθείτε.
Φανταστείτε ότι ζείτε χωρίς να φοβάστε να διακινδυνεύσετε ή να εξερευνήσετε τη ζωή.
Δεν έχετε την αγωνία της απώλειας.
Δεν φοβάστε να ζείτε μέσα στον κόσμο και δεν φοβάστε να πεθάνετε.
Φανταστείτε ότι αγαπάτε τον εαυτό σας ακριβώς όπως είναι.
Αγαπάτε το σώμα σας ακριβώς όπως είναι και το ίδιο αγαπάτε και τα συναισθήματά σας.
Ξέρετε ότι είστε τέλειος/α ακριβώς όπως είστε».
«Έχουμε αναμνήσεις από πολύ παλιά, από μια εποχή που υπήρξαμε ελεύθεροι και που απολαμβάναμε την ελευθερία μας, αλλά έχουμε ποια ξεχάσει τι σημαίνει στ’ αλήθεια ελευθερία.
Ας πάρουμε ένα παιδί δύο, τριών ή και τεσσάρων ετών – να ένας ελεύθερος άνθρωπος.
Γιατί είναι ελεύθερος αυτός ο άνθρωπος;
Επειδή εξακολουθεί να κάνει αυτό που επιθυμεί.
Το παιδί είναι ένα άγριο πλάσμα - ένα λουλούδι, ένα δέντρο ή ένα ζώο που δεν έχει ακόμα εξημερωθεί!
Κι αν παρατηρήσουμε ανθρώπους ηλικίας δύο χρόνων, θα προσέξουμε ότι τις περισσότερες φορές αυτοί οι άνθρωποι διασκεδάζουν κι έχουν ένα φωτεινό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη.
Εξερευνούν τον κόσμο.
Δεν φοβούνται να παίξουν.
Φοβούνται όταν πονούν, όταν πεινάνε, όταν κάποιες ανάγκες τους μένουν ανικανοποίητες, αλλά δεν ανησυχούν για το παρελθόν, δεν ενδιαφέρονται για το μέλλον – ζουν μονάχα στην παρούσα στιγμή.
Τα πολύ μικρά παιδιά δεν διστάζουν να εκφράσουν τα συναισθήματά τους.
Διαπνέονται από τόση αγάπη, ώστε όταν την αντιληφθούν γύρω τους, αφήνονται απόλυτα σε αυτήν.
Δεν φοβούνται ούτε για μια στιγμή να αγαπήσουν.
Αυτή είναι η περιγραφή ενός φυσιολογικού ανθρώπινου όντος.
Όταν είμαστε παιδιά, δεν φοβόμαστε το μέλλον ούτε ντρεπόμαστε για το παρελθόν.
Η φυσιολογική ανθρώπινη τάση είναι η ευχαρίστηση, το παιχνίδι, η εξερεύνηση, η ευτυχία και η αγάπη.»
Αποσπάσματα από το βιβλίο του Don Miguel Ruiz (Δον Μιγκέλ Ρούιζ), «The Four Agreements» (Οι Τέσσερις Συμφωνίες), εκδ. Διόπτρα.
των άχρονων αναμνήσεων!
Το γήινο υποδέχεται
ολόχαρα το Ουράνιο
Ριπές Παρουσίας
στην αυλή του παρόντος
Τι αξιοθαύμαστο!
Οι διακρίνεις γίνονται
ρίγη Ενότητας
Το έδαφος των αιτημάτων
διαλύεται στις φλόγες
της Πληρότητας
Τα πέπλα μεταμορφώνονται
σε Δοξαστικό Φως
Η κατοικία ακτινοβολεί
το Φωτεινό εντός της
Η Ψυχή στο δέος
της Αυτοαποκάλυψης
Η Θεοπτία υφαρπάζει
Τι υπέρτατη Χαρά!
Τέλος και Αρχή "
Ο Δρόμος της Χαρούμενης Αναζήτησης
Σελίδα 191
Εκδόσεις Πύρινος Κόσμος.
Κάθε άνθρωπος που είναι προικισμένος με μια ευαισθησία δίκαιη και έναν ορθολογισμό, αισθάνεται πως το κακό και η αδικία στον κόσμο τον αφορούν, και επιδιώκει να τα διορθώσει, αρχίζοντας από τα πιο κοντινά: και το πρώτο είναι ο εαυτός του.
Αυτό το έργο θα τον απασχολήσει όλη τη ζωή του.
Το παν, για μας, έγκειται στην αντίληψή μας για τον κόσμο∙ αλλάζουμε την αντίληψή μας για τον κόσμο σημαίνει αλλάζουμε τον κόσμο για μας, δηλαδή αλλάζουμε τον κόσμο, εφόσον δεν είναι ποτέ για μας παρά μόνο αυτό που είναι για μας.
Αυτή η μύχια δικαιοσύνη που μας κάνει να γράφουμε μια καλλιγραφημένη σελίδα, αυτή η αληθινή μεταρρύθμιση με την οποία ξαναφέρνουμε στη ζωή την πεθαμένη ευαισθησία μας- αυτή είναι η αλήθεια, η δική μας αλήθεια, η μοναδική αλήθεια.
Όλος ο υπόλοιπος κόσμος είναι τοπίο, κορνίζα που αξιοποιεί τις αισθήσεις μας, βιβλιοδεσία των σκέψεών μας.
Κι αυτό ισχύει είτε πρόκειται για τα χρωματιστά τοπία των πλασμάτων και των πραγμάτων- αγροί, σπίτια, αφίσες, κοστούμια- είτε πρόκειται για το άχρωμο τοπίο των μονότονων ψυχών, που έρχεται για μια στιγμή στην επιφάνεια με τις παλιές λέξεις και τις φθαρμένες χειρονομίες, για να ξαναβυθιστεί αμέσως στα βάθη της θεμελιώδους ηλιθιότητας της ανθρώπινης έκφρασης.
Επανάσταση;
Αλλαγή;
Αυτό που επιθυμώ στ’ αλήθεια, στο πιο μύχιο βάθος της ψυχής μου, είναι να φύγουν αυτά τα άτονα, μουντά σύννεφα που σαπουνίζουν με στάχτη τον ουρανό∙ αυτό που μονάχα θέλω είναι να δω το γαλανό να ξεπροβάλλει ανάμεσά τους, αλήθεια φωτεινή και βέβαιη, γιατί είναι τίποτα και δεν θέλει τίποτα.
Αναμφίβολα, η θυσία του Χριστού και η αποδοχή Του της σταύρωσης χάριν της έλευσης της Διδασκαλίας του Φωτός είχε τρομακτική σημασία για ολόκληρη την ανθρωπότητα σ’ όλα τα πεδία ύπαρξης. Θυσίες και μεγάλα επιτεύγματα επιτελέστηκαν και από άλλους Μεγάλους Διδασκάλους χάριν της ανθρωπότητας. Και είναι δύσκολο να πούμε τίνος η θυσία ήταν μεγαλύτερη ― η θυσία του Σρι Κρίσνα, του Πνευματικού Διδασκάλου και βασιλικού οικοδόμου της ζωής, ή η θυσία του Γκοτάμα Βούδα, ο οποίος, για περισσότερα από εξήντα χρόνια, έφερε το βαρύ φορτίο της διδασκαλίας για την επιβεβαίωση του μεγάλου Νόμου;
Είναι πράγματι ορθή η αφήγηση στο βιβλίο «Στα Σταυροδρόμια της Ανατολής» ότι η επανάσταση του Λούσιφερ έφερε τον Χριστό στον κόσμο. Η επανάσταση αυτή έφερε και άλλους Διδασκάλους, που ήρθαν πριν από τον Χριστό, καθώς και ύστερα απ’ αυτόν. Είναι μακροσκελής η λίστα με τους αυταπαρνητικούς βίους των Ύψιστων Πνευμάτων που πολέμησαν τις σκοτεινές δυνάμεις. Σύμφωνα με τις παραδόσεις της Ανατολής, η επανάσταση του Λούσιφερ είχε ήδη αρχίσει στο τέλος της Τρίτης Φυλής. Η μεγάλη μάχη που έλαβε χώρα στην Τέταρτη Φυλή μεταξύ των Υιών του Φωτός και των υιών του σκότους και που αναφέρεται σε όλες τις αρχαίες παραδόσεις τόνισε εμφατικά το μεγάλο αυτό δράμα στον πλανήτη μας. Το δράμα είναι ότι ο Λούσιφερ, από κοσμικό δικαίωμα, είναι ο αληθινός Οικοδεσπότης της Γης μας. Το σπέρμα του πνεύματός του κατέχει όλες τις ενέργειες που συγκεντρώνονται στον πυρήνα του πλανήτη μας. Επομένως είναι εύκολο να φανταστείς πόσο καλά γνωρίζει ο Οικοδεσπότης της Γης το εσωτερικό της και πως όλες οι ενέργειές της υποτάσσονται σ’ αυτόν, ενώ οι άλλοι Μεγάλοι Γιοι του Φωτός που έφτασαν στον πλανήτη μας ανήκουν στους ανώτερους κόσμους. Και ο Μέγιστος μεταξύ Αυτών ανέλαβε την ευθύνη για τούτον εδώ τον πλανήτη. Παραμένει σε αιώνια Επιφυλακή και, σύμφωνα με όλες τις Γραφές, Αυτός είναι ο νικητής του Δράκοντα.
Τα Ύψιστα Πνεύματα που έχουν αποδεχτεί την ευθύνη για την εξέλιξη της ανθρωπότητας, ενσαρκώνονται συνεχώς πάνω στη Γη σε διάφορες μεγάλες Μορφές. Θυμήσου, έχει λεχθεί πως όλες οι Ουράνιες Δυνάμεις δεν μπορούν να συγκεντρώσουν τόση δύναμη όση είναι αυτή που συλλέγεται από την επιτέλεση
ενός μεγάλου επιτεύγματος σε συνδυασμό με τις Ύψιστες Δυνάμεις. Για τη Γη, όλα πρέπει να γίνονται με επίγεια μέσα, σε επίγειες συνθήκες.
Ασφαλώς κανείς δεν μπορεί να σωθεί με τη θυσία του Χριστού από τα τεχνάσματα και τις παγίδες των σκοτεινών δυνάμεων. Γιατί κανείς δεν μπορεί να σώσει κάποιον άλλο. Εντούτοις, η Διδασκαλία του Χριστού υπενθύμισε άλλη μια φορά στην ανθρωπότητα τον απειλητικό κίνδυνο και έδειξε το μονοπάτι προς την πνευματική λύτρωση ― προς τη σωτηρία. Αλλά οι βρόχοι των σκοτεινών δυνάμεων και ο κίνδυνος απ’ αυτούς όχι μόνο δεν εξαφανίστηκαν αλλά αυξήθηκαν πριν από την αποφασιστική μάχη. Γι’ αυτό τώρα, περισσότερο παρά ποτέ, η ενοποίηση των Δυνάμεων του Φωτός είναι ουσιώδης για ν’ αποκρουστούν οι ορδές του σκότους, οι οποίες στη μανία και στην τρέλλα τους, προσπαθούν ν’ ανατινάξουν ολόκληρο τον πλανήτη. Αυτή η ενοποίηση όμως, λαμβανομένης υπόψη της παρούσας κατάστασης της συνειδητότητας της πλειοψηφίας, πρέπει να επιχειρηθεί με άκρα προσοχή, γιατί συχνά μια προσέγγιση επαυξάνει απλώς τη διαφωνία. Έτσι, οι άνθρωποι επαναλαμβάνουν τακτικά την παροιμία: «Ένας μόνος του στο πεδίο της μάχης δεν είναι πολεμιστής», αλλά το πραγματικό, βαθύ και αυστηρό νόημα αυτών των λόγων δεν διεισδύει σε πετρωμένες καρδιές.
Προτείνω να τονίζετε στην εργασία σας την έκταση στην οποία ο εσωτερισμός στη Διδασκαλία του Χριστού δεν γίνεται αντιληπτός και προσπερνιέται σιωπηλά, ακόμα και στα Ευαγγέλια. Θα μπορούσατε επίσης ν’ αναφέρετε ότι η πρώτη ακτίνα της Νέας Εποχής θ’ ακτινοβολήσει μια νέα κατανόηση της Διδασκαλίας του Χριστού. «Έτσι, ας δεχτούμε την εμφάνιση του Χριστού ως ιερό σημάδι, και οι άνθρωποι ας σεβαστούν όλα τα σημάδια της Θεϊκής Ατραπού.»
-Καπετάνιε, ανησυχώ πολύ λόγω της καραντίνας που μας επιβάλλεται στο λιμάνι.
Aισθάνομαι στερημένος από την ελευθερία μου… νιώθω σαν έχω στερηθεί κάτι.
-Αν νιώθεις στέρηση και δεν ανταποκρίνεσαι κατάλληλα, έχεις χάσει.
Αν παίρνουν κάτι από μένα, για να κερδίσω πρέπει να πάρω κάτι άλλο από τον εαυτό μου οικειοθελώς;
-Αυτό ακριβώς. Το έκανα σε μια καραντίνα πριν από 7 χρόνια.
-Τι κάνατε;
– Έπρεπε να περιμένω πάνω από 20 ημέρες μέσα στο πλοίο. Ήταν μήνες που περίμενα να πιάσουμε λιμάνι και να απολαύσω την άνοιξη στην ξηρά. Υπήρξε επιδημία. Στο λιμάνι τον Απρίλιο απαγορεύτηκε να βγούμε έξω.
Οι πρώτες μέρες ήταν δύσκολες. Ένιωσα σαν εσένα. Στη συνέχεια, άρχισα να αντιδρώ στις κρίσεις αυτές χρησιμοποιώντας τη λογική. Ήξερα ότι μετά από 21 ημέρες μιας οποιαδήποτε συμπεριφοράς δημιουργείται μια συνήθεια και αντί να θρηνώ, να παραπονιέμαι και να δημιουργώ καταστροφικές συνήθειες, άρχισα να συμπεριφέρομαι διαφορετικά από τους άλλους. Σκέφτηκα εκείνους που έχουν πολλές στερήσεις κάθε μέρα στην δύσκολη ζωή τους και αποφάσισα να βγω νικητής στη δική μου.
Ξεκίνησα με το φαγητό. Ανάγκασα τον εαυτό μου να τρώω το μισά από αυτό που συνήθως. Έτρωγα και να επέλεγα τα πιο εύπεπτα τρόφιμα ώστε να μην υπερφορτώνω το σώμα μου. Άρχισα να τρέφω τον εαυτό μου με τρόφιμα που διατηρούν τον άνθρωπο υγιή.
Το επόμενο βήμα ήταν να προσθέσω σε αυτό τον καθαρισμό των σκέψεων μου και να εστιάζω όλο και περισσότερο στις ευγενείς μου σκέψεις. Με υποχρέωσα να διαβάζω τουλάχιστον μία σελίδα κάθε μέρα για ένα θέμα που δεν ήξερα. Αναγκάστηκα μάλιστα να κάνω ασκήσεις στη γέφυρα του πλοίου. Ένας γέρος σοφός Ινδός μου είχε πει χρόνια πριν ότι το σώμα δυναμώνει δουλεύοντας την αναπνοή. Άρχισα λοιπόν να παίρνω βαθιές αναπνοές κάθε πρωί.
Νομίζω ότι οι πνεύμονες μου δεν είχαν δυναμώσει ποτέ τόσο!
Το απόγευμα ήταν η ώρα για να ευχαριστήσω κάθε οντότητα για το γεγονός ότι δεν μου έδωσε σοβαρές κακουχίες καθόλη τη ζωή μου.
Ο σοφός Ινδός με είχε συμβουλεύσει επίσης να κατακτήσω τη συνήθεια να οραματίζομαι ένα άσπρο φως να εισέρχεται μέσα μου και να με κάνει πιο δυνατό. Λειτουργούσε επίσης και για τους αγαπημένους που ήταν μακριά και γι’ αυτό ενσωμάτωσα αυτή την πρακτική στη καθημερινή μου ρουτίνα στο πλοίο.
Αντί να σκέφτομαι όλα όσα δεν μπορούσα να κάνω, σκεφτόμουνα όλα όσα θα έκανα όταν πατούσα το πόδι μου στην ξηρά. Οραματιζόμουν τις σκηνές της κάθε μου μέρας, τις ζούσα έντονα και απολάμβανα την αναμονή. Η αναμονή, σκεφτόμουν, ας λειτουργήσει τουλάχιστον για να εξυπηρετήσει τις επιθυμίες και την ισχυροποίηση τους.
Είχα στερήσει από τον εαυτό μου τα βλαβερά τρόφιμα, τα μπουκάλια με ρούμι, την δυσπιστία…Είχα στερήσει από τον εαυτό μου την χαρτοπαιξία, τον περιττό ύπνο, την τεμπελιά και τις σκέψεις για όσα οι άλλοι μου έχουν στερήσει.
Και πώς κατέληξε όλο αυτό, καπετάνιε;
– Κατέκτησα όλες αυτές τις νέες συνήθειες. Με άφησαν να κατέβω από το πλοίο πολύ πιο μετά από το αναμενόμενο.
-Σας στέρησαν την άνοιξη τότε;
-Ναι, εκείνη τη χρονιά μου στέρησαν την άνοιξη και πολλά άλλα πράγματα όμως εγώ άνθισα. Είχα φέρει άνοιξη μέσα μου και κανείς και ποτέ δεν θα μπορούσε να μου τη πάρει.
μετά τη μεγάλη πλημμύρα ,ανάμεσα στον ουρανό και τη γη,δεν έμεινε παρά ένα μικρό καράβι.Σ'αυτό το καράβι μόνο ένας αδερφός και μία αδερφή δεν άντεχαν πια τη μοναξιά και σφιχταγκαλιάστηκαν.Μόνο η σάρκα του άλλου πιστοποιούσε τη δική της ύπαρξη ,
μ'αγαπάς,
το κορίτσι γοητεύτηκε από το φίδι,
το φίδι ήταν ο αδερφός μου."
Gao Xingjian
Το κουτσομπολιό έχει γίνει η βασική μορφή επικοινωνίας στην ανθρώπινη κοινωνία. Το χρησιμοποιούμε για να νιώσουμε κοντά ο ένας στον άλλον, επειδή αισθανόμαστε καλύτερα βλέποντας ότι υπάρχουν και άλλοι που υποφέρουν όσο εμείς. Εκείνοι που βασανίζονται στην κόλαση δεν θέλουν να είναι μόνοι. Ο φόβος και η οδύνη αποτελούν βασικά συστατικά του ονείρου του πλανήτη: είναι τα μέσα με τα οποία το όνειρο μας κρατάει δέσμιους.
Αν παρομοιάσουμε το ανθρώπινο μυαλό μ έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή, τότε το κουτσομπολιό θα μπορούσε να συγκριθεί μ’ έναν ιό. Ένας τέτοιος ιός είναι γραμμένος στην ίδια γλώσσα με όλους τους υπόλοιπους κώδικες του υπολογιστή, έχει, όμως, επιζήμια πρόθεση. Ο βλαβερός αυτός κώδικας εγκαθίσταται στο πρόγραμμα του υπολογιστή σας εκεί που δεν το περιμένετε και, συνήθως, χωρίς να το γνωρίζετε. Ύστερα απ’ αυτή την εισβολή, ο υπολογιστής σας δεν λειτουργεί όπως πριν ή παύει να λειτουργεί τελείως, επειδή οι κώδικές του περιπλέκονται, στέλνοντας αναρίθμητα αντικρουόμενα μηνύματα.
Το κουτσομπολιό κάνει την ίδια ακριβώς δουλειά. Για παράδειγμα, πρόκειται να παρακολουθήσετε έναν κύκλο σπουδών και αυτό είναι κάτι το οποίο περιμένατε εδώ και πολύ καιρό. Λίγη ώρα πριν μπείτε στην τάξη, γνωρίζετε κάποιον που παρακολούθησε στο παρελθόν το ίδιο μάθημα κι ο οποίος σας λέει, “Α, ο καθηγητής που θα έχετε είναι τελείως άσχετος. Ούτε ήξερε τι μας έλεγε. Και είναι και διεστραμμένος, γι’αυτό έχετε το νου σας!”.
Στο μυαλό σας αποτυπώνονται αμέσως και τα λόγια αυτού του ανθρώπου και ο συναισθηματικός κώδικας που τα συνόδευε, χωρίς, όμως, να γνωρίζετε τα αληθινά κίνητρά του. Το άτομο που σας έδωσε αυτή την πληροφορία μπορεί να είχε πάρει κακούς βαθμούς από τον συγκεκριμένο καθηγητή ή να είχε καταλήξει σε εσφαλμένα συμπεράσματα εξαιτίας δικών του φοβιών και προκαταλήψεων, αλλά επειδή έχετε μάθει από παιδί να αποδέχεστε κάθε είδους πληροφορία, ένα μέρος του εαυτού σας πηγαίνει στην τάξη πεπεισμένο ότι τα όσα άκουσε αληθεύουν. Κατά τη διάρκεια της παράδοσης, το δηλητήριο σάς διαποτίζει σιγά-σιγά και δεν συνειδητοποιείτε ότι βλέπετε πλέον τον καθηγητή μέσα από τα μάτια του ατόμου που σας τον κακολόγησε. Κατόπιν, αρχίζετε να μεταδίδετε κι εσείς σε άλλους συμμαθητές σας το κουτσομπολιό και σιγά-σιγά όλοι μέσα στην τάξη θεωρούν τον καθηγητή αδαή και διεστραμμένο. Στο μεταξύ, εσείς, προκατειλημμένος πλέον, έχετε απογοητευτεί από το μάθημα και θέλετε να τα παρατήσετε στη μέση. Ρίχνετε την ευθύνη στον καθηγητή, στην ουσία, όμως, φταίει το κουτσομπολιό.
Να τι προβλήματα μπορεί να προκαλέσει ένας τόσος δα ιός. Μια μικρή λανθασμένη πληροφορία έχει τη δύναμη να γκρεμίσει τις γέφυρες επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους, μολύνοντας όποιον αγγίζει, ώστε να μεταδώσει κι αυτός με τη σειρά του τον ιό στους άλλους. Φανταστείτε ότι κάθε φορά που ακούτε ένα κουτσομπολιό, εκείνος που σας το λέει τοποθετεί μέσα στον εγκέφαλό σας έναν ιό και σαν αποτέλεσμα χάνετε λίγο-λίγο την πνευματική σας διαύγεια. Εσείς, σε μια προσπάθεια να ξεμπερδέψετε τη σύγχυσή σας και να ανακουφιστείτε από το συσσωρευμένο δηλητήριο, μεταφέρετε με τη σειρά σας μερικούς απ’ αυτούς τους ιούς-κουτσομπολιά σε κάποιον άλλον.
Φανταστείτε τώρα αυτή τη διεργασία σαν μια ατέλειωτη αλυσίδα που ενώνει όλους τους ανθρώπους πάνω στη γη. Το αποτέλεσμα είναι ένας κόσμος γεμάτος ανθρώπους που έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες μόνο μέσα από υπολογιστές, στους οποίους έχει εισβάλει ένας δηλητηριώδης και άκρως μεταδοτικός ιός. Αυτός ο ιός είναι και πάλι ό,τι ονόμαζαν οι Τολτέκοι μιτότε – δηλαδή η Βαβέλ των χιλιάδων διαφορετικών φωνών που μιλούν όλες μαζί μέσα στο ανθρώπινο μυαλό.
Χειρότεροι, όμως, είναι οι κακοί μάγοι -οι αντίστοιχοι “χάκερς” των υπολογιστών που σπέρνουν εσκεμμένα τον ιό. Θυμηθείτε κάποια φορά στο παρελθόν που εσείς ή κάποιος γνωστός σας εξοργιστήκατε με κάποιον και θελήσατε να τον εκδικηθείτε. Για να πάρετε εκδίκηση, είπατε κάτι γι’ αυτόν τον άνθρωπο ή στον ίδιο ή πίσω από την πλάτη του, με την πρόθεση να τον πληγώσετε ή να ρίξετε δηλητήριο για το άτομό του. Όταν είμαστε παιδιά το κάνουμε αυτό συχνά και άσκεφτα, μεγαλώνοντας, όμως, οι προσπάθειές μας να μειώσουμε τους άλλους γίνονται πολύ πιο υπολογισμένες. Κατόπιν λέμε ψέματα στον εαυτό μας, καθώς ισχυριζόμαστε ότι το άτομο που έγινε στόχος της κακίας μας άξιζε να τιμωρηθεί.
Όταν βλέπουμε τον κόσμο μέσα από το φάσμα ενός ιού των υπολογιστών, είναι εύκολο να δικαιολογήσουμε ακόμα και την πιο άκαρδη συμπεριφορά. Εκείνο που δεν καταλαβαίνουμε είναι ότι κάνοντας κατάχρηση του λόγου μας πέφτουμε ακόμα πιο βαθιά στην κόλαση.
ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ
DON MIGUEL RUIZ
philosophicALchemy
Ἡ μέρα πού ἀργοῦσε νά νυχτώσει, τό εὐχάριστο ἀεράκι, ὁ ἐνθουσιασμός πού φτέρωνε τήν ψυχή, ἡ ἄσληση πού ἔδινε σφρίγος στά σώματα, κι ἄλλα παρόμοια, διευκόλυναν τήν πορεία μας. Μονάχα ἡ φύση τοῦ ἐδάφους μᾶς δυσκόλευε. […]
Ἤμουν κυρίως ἐγώ πού βράδαινα τό βῆμα, ἐνω ὁ ἀδελφός μου, πού βάδιζε κατευθείαν πρός τήν ράχη τοῦ βουνοῦ, κέρδιζε δρόμο κι ἔφτανε ὅλο καί ψηλότερα. Ἐγώ, χωρίς ἰκμάδα, ἔμενα στά χαμηλά, κι ὅταν μέ φώναζε γιά να μοῦ δείξει τον συντομότερο δρόμο τοῦ ἀπαντοῦσε ὅτι ἔλπιζα νά βρῶ πιό εὔκολο, καί πῶς δέν μ’ ἔνοιαζε ἄν θά ‘ταν μακρύτερος, φτάνει να ‘ναι πιό ὁμαλός. Μέ κάτι τέτοια δικαιολογοῦσα τήν δειλία μου, κι ἐνῶ οἱ ἄλλοι πλησίαζαν ἤδη στήν κορυφή, ἐγώ πλανιόμουν κάτω, στά λαγκάδια, κι οὔτε μονοπάτι πιό στρωτό ἔβρισκα οὔτε καί προχωροῦσα: τό μόνο πού κατόρθωνα ἤταν νά κάνω τόν δρόμο μου πιό μακρύ και τον μόχθο μου πιό ἄχρηστο. […]
Ἤθελα ν’ ἀποφύγω τήν κούραση τῆς ἀνάβασης, ὅμως ἡ φύση δέν ἀνέχεται τήν ἀνθρώπινη πονηριά, κι ἕνα ὑλικό σῶμα ποτέ δέν μπόρεσε νά ἀνέβει κατεβαίνοντας. […]
Ἔλεγα στόν ἑαυτό μου: «Αὐτό πού δοκίμασες σήμερα τόσες φορές ὅσο σκαρφάλωνες ἐτοῦτο τό βουνό, νά ξέρεις ὅτι θά σοῦ ξανασυμβεῖ, κι ὄχι μόνο σέ σένα ἀλλά και σέ ἄλλους πολλούς, ὅσο θα προσπαθεῖς νά φτάσεις τήν ἀληθινή εὐτυχία (beata vita). Ὁ λόγος πού οἱ ἀνθρωποι δέν τό ἀντιλαμβάνονται εὔκολα, εἶναι γιατί οἱ κινήσεις τοῦ σώματος γίνονται στά φανερά, ἐνῶ τοῦ πνεύματος εἴναι κρυφές καί μένουν ἀθέατες. Αὐτό πού ὀνομάζουμε ἐυτυχία βρίσκεται μονάχα στά ὑψηλότερα καί, καθώς λένε, στενή εἶναι ἡ ὁδός πού ὁδηγεῖ ἐκεῖ. Πολλές στενοποριές πρέπει νά προσπεράσεις, καί πολλά μεγάλα σκαλοπάτια ν’ ἀνέβεις ἀπό ἀρετή σέ ἀρετή. Στήν κορυφή εἶναι τό τέλος τῶν ἀγώνων μας, κι ἐκεῖ τελειώνει ὁ δ΄ρομος τοῦ μακρινοῦ ταξιδιοῦ μας. Ὅλοι ἐκεῖ θέλουν νά φτάσουν· ὅμως, ὅπως λέει ὁ Ὀβίδιος «Δέν ἀρκεῖ νά θέλεις κάτι: γιά νά τό κερδίσεις, πρέπει νά τό λαχταρᾶς».
[…] Ἔμεινα νά στοχάζομαι σιωπηλά τήν ἔνδεια τῆς κρίσης τῶν ἀνθρώπων, πού παραμελοῦν τό σπουδαιότερο κομμάτι τους καί σκορπίζομται στούς τέσσερις ἀνέμους, ἀναζητώντας σέ θεάματα μάται καί κούφις αὐτό πού θά μπορούσαν νά ἀνακαλύψουν μέσα τους. Κι ἐκεῖ, μέσα στήν περισυλλογή μου, ἀναλογιζόμουν πόσο σπουδαῖο θά ‘ταν τό πνεῦμα μας ἄν δέν εἶχε τήν ἀρρωστημένη τάση ν’ ἀπομακρύνεται ἀπό τίς πρωταρχικές του ρίζες καί νά διαστρέφει ἐκεῖνο πού ὁ Θεός τοῦ ἔδωσε γιά νά τό τιμήσει. Πόσες φορές σήμερα, στόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς, δέν γύρισα ν’ ἀντικρίσω τήν κορυφή τοῦ βουνοῦ! Ἔ, λοιπόν, μοῦ φαινόταν μόλις ἴσαμε ἕναν πήχυ ὑψηλή, μπροστά στά ὕψη πού μπορεῖ νά φτάσει ὁ ἀνθρώπινος στοχασμός, ἄν δέν βυθιζόταν στή λάστη τῆς ἀθλιότητας τῶν ἐπίγειων. Καί σχεδόν σέ κάθε βῆμα ἔκανα τούτη τήν σκέψη: «Ἐγώ δέν δίστασα νά βάλω τόση προσπάθεια καί τόσον ἱδρώτα γιά να πλησιάσω ἔστω καί ἐλάχιστα τόν οὐρανό μέ τό κορμί μου· ποιος σταυρός, ποιά φυλακή, ποιά μαρτύρια θά μποροῦσαν νά φοβίσουν τήν ψυχή μου νά συντρίψει τά ὕψη τῆς ἀλαζονείας καί τήν θνητή μοίρα μας, καθώς ὁδεύει πρός τόν Θεό;» Καί τοῦτο ἀκόμη: «Πόσοι νά ‘ναι ἄραγε ἐκεῖνοι πού ἀκολούθησαν τόν ἄλλον δρόμο, ἀπό φόβο γιά τίς δυσκολίες καί ἀπό δίψα γιά τίς ἡδονές; Ὤ, τρισευτυχισμένος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος –ἀν μπορεῖ νά ὑπάρξει ἕνας τέτοιος ανθρωπος–, πού εἶχε στόν νοῦ του ὁ ποιητής ὅταν ἔγραφε: Εὑτυχής αὐτός πού μπόρεσε νά γνωρίσει τήν φύση τῶν πραγμάτων. καί νίκησε τόν φόβο τοῦ θανάτου καί τό ἀμείλικτο πεπρωμένο, καί τό βουητό τοῦ ἄπληστου Ἀχέροντα» (Βιργίλιος) Ὤ, πόσος μόχθος χρειάζεται γιά νά κυριέψουμε ὄχι τήν κορυφή ἑνός θεόρατου βουνοῦ, ἀλλά τίς ὀρέξεις πού γεννοῦν οἱ κατώτερες, γήινες ἀνάγκες μας!
Ἔτσι, μέ τήν καρδιά ξεσηκωμένη ἀπό συγκίνηση καί μέ πόδια πού δέν ἔνιωθαν τοῦ δρόμου τίς κακοτοπιές, ἔφτασα ἀργά τήν νύχτα στό ἀγροτόσπιτο ἀπ’ ὅπου εἶχα ξεκινήσει τά χαράματα.
Το αληθινό πρόσωπο ή πράγμα δεν αποτελείται απ' αυτό που φαίνεται σε κάποια ιδιαίτερη στιγμή, αλλά συντίθεται από το σύνολο όλων των ποικίλων και μεταβαλλόμενων καταστάσεών του από τότε που εμφανίστηκε σε υλική μορφή, μέχρι την εξαφάνισή του από τη γη. Αυτά ακριβώς τα “ολικά – σύνολα” υπάρχουν από την αιωνιότητα στο “μέλλον” και περνούν βαθμιαία μέσω της ύλης σε αιώνια ύπαρξη στο “παρελθόν”. Κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι μια μεταλλική ράβδος που ρίχνεται στη θάλασσα ήρθε σε ύπαρξη τη στιγμή που άφησε τον αέρα και ότι έπαψε να υπάρχει μόλις μπήκε στο νερό. Ούτε ότι η ίδια η ράβδος αποτελείτο μόνο από εκείνη την τομή, η οποία σε μια δοσμένη στιγμή συνέπεσε με το μαθηματικό πεδίο που χωρίζει και ταυτόχρονα ενώνει την ατμόσφαιρα με τον ωκεανό. Το ίδιο ισχύει για τα άτομα και τα πράγματα τα οποία καθώς πέφτουν από το “θα είναι” στο “ήταν”, από το μέλλον στο παρελθόν, παρουσιάζουν στιγμιαία στις αισθήσεις μας μια τομή, κατά κάποιο τρόπο του συνολικού εαυτού τους, καθώς περνούν μέσα από το χρόνο και το χώρο (σαν ύλη) στο δρόμο τους από τη μια αιωνιότητα στην άλλη: και αυτά τα δυο αποτελούν εκείνη τη “διάρκεια” στην οποία και μόνο το καθετί έχει πραγματική ύπαρξη, αν μπορούσαν οι αισθήσεις μας να το συλλάβουν εκεί.
Ε.Π. Μπλαβάτσκυ, «Η Μυστική Δοξασία»
HENRY-DAVID THOREAU: ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ
κινδυνεύεις ν’ αποτύχεις».
Ναι, αλλά πρέπει να ρισκάρεις, γιατί ο μεγαλύτερος κίνδυνος
στη ζωή είναι να μη ρισκάρεις τίποτε.
Ο άνθρωπος που δε ρισκάρει τίποτε, δεν κάνει
τίποτε, δεν έχει τίποτε, δεν είναι τίποτε, και γίνεται ένα τίποτε. Μπορεί ν’
αποφεύγει τον πόνο και τη λύπη, όμως δεν μπορεί να μάθει, να νιώσει, ν’ αλλάξει,
ν’ αναπτυχθεί, ν’ αγαπήσει και να ζήσει.
Δεμένος με τις βεβαιότητές του, είναι ένας
σκλάβος.
Έχει παραιτηθεί από την ελευθερία του.
Μόνο ο άνθρωπος που ρισκάρει είναι
πραγματικά ελεύθερος.»
~Λέο Μπουσκάλια
|Απόσπασμα από το βιβλίο "Να ζεις, να αγαπάς και να μαθαίνεις"|
Ψηλά στον ουρανό ένας έξαφνος πνιχτός ήχος, η ερωτοτροπία των αετών,
Η λάβρα ερωτική επαφή των δυο τους μέσα στο διάστημα,
Οι αρπάγες που γατζώνονται και συμπλέκονται, μια ζωντανή, βίαιη ρόδα που περιστρέφεται,
Τέσσερις φτερούγες που χτυπιούνται, δύο ράμφη, στροβιλιζόμενη μάζα γραπωμένη σφιχτά,
Σε στριφογυριστές, συσπειρωμένες, κυκλικές τροχιές, πέφτοντας ολόισια προς τα κάτω,
Μέχρι που πάνω από το ποτάμι ζυγιάζεται, ζευγάρι κι όμως ένα, μια στιγμή ανάπαυλας,
Μια ακίνητη ασάλευτη ισορροπία στον αέρα, ύστερα χωρίζουν, τα νύχια χαλαρώνουν,
Και προς τα πάνω ξανά με αργές, σταθερές φτερούγες λοξοπετώντας,
τη χωριστή, διάφορη πτήση τους,
Αυτή τη δική της, αυτός τη δική του, ακολουθούν.
WALT WHITMAN: ΦΥΛΛΑ ΧΛΟΗΣ
Το γνωστό «η βασιλεία των ουρανών είναι μέσα σας» πέρασε στα ψιλά, αφήνοντας μια περίεργη γεύση στο στόμα των ανθρώπων. Αντί να του δώσουν σημασία, άφησαν τους «ειδικούς» να ασχολούνται με αυτό. Οι άνθρωποι αρέσκονται στους ειδικούς, στους θεούς το σκοτάδι υπέβαλε με μεθοδευμένους τρόπους ότι αυτοί είναι ανάξιοι και ότι κάποιοι άλλοι ξέρουν καλύτερα. Μέσα στην άγνοιά τους οι άνθρωποι δημιούργησαν τεράστια προβλήματα, όπως φτώχεια, πολέμους, δυστυχία, και πρέπει τώρα να ασχολούνται με αυτά. Πρέπει να λύσουν τα προβλήματα που οι ίδιοι δημιούργησαν κατηγορώντας κάποιους άλλους, τη μοίρα τους ή τον Θεό. Άφησαν τους ειδικούς να ασχολούνται με το «πνεύμα» που παραποιημένο ελέγχει πάλι την ανθρωπότητα. Ο άνθρωπος πίστεψε ότι δεν έχει δυνατότητα επιλογής, δεν γνωρίζει τι να κάνει και ασχολείται μόνο με τα της επιβίωσης. Για να αποτελειώσουν αυτό το έργο, αχρήστευσαν κομμάτια του DNA που τον ενώνουν με τη μνήμη του, το παρελθόν του, τις ύψιστες δυνατότητες του θεϊκού εαυτού του. Έτσι παραμένει κίνδυνος και χειραγωγήσιμος στα χέρια του σκοταδιού.»
Ελένη Ιεροδιακόνου - Το ταμπού της φώτισης
Γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι κάθε έργο πρέπει να είναι ατελές, και ότι ο πλέον επισφαλής των αισθητικών μας στοχασμών θα αφορά αυτό που γράφουμε. Αλλά το καθετί είναι ατελές, δεν υπάρχει ηλιοβασίλεμα που να μη μπορεί να υπάρξει άλλο ωραιότερό του, ή αύρα ελαφριά που μας φέρνει ύπνο, που να μη μπορεί να μας φέρει ησυχότερο ύπνο. Έτσι, στοχαζόμενοι το ίδιο βουνά και αγάλματα, απολαμβάνοντας το ίδιο ημέρες και βιβλία, και κυρίως ονειρευόμενοι, το καθετί για να το μετατρέψουμε στην πιο μυστική μας ουσία, θα κάνουμε επίσης αναλύσεις και περιγραφές, οι οποίες μόλις πραγματοποιηθούν γίνονται πράγματα ξένα, που μπορούμε να τα απολαύσουμε σαν να ερχόταν με το απόβραδο.
--
Η σιωπή που βγαίνει από τον ήχο της βροχής διασκορπίζεται, σ' ένα κρεσέντο αυξανόμενης μιελαγχολίας, στο στενό δρόμο που κοιτάζω. Κοιμάμαι ξύπνιος, όρθιος πάνω στο τζάμι, πάνω στο οποίο ακουμπάω όπως και πάνω στο καθετί. Αναζητώ μέσα μου ποιες είναι οι αισθήσεις που νιώθω μπροστά σε αυτή τη διάσπαρτη πτώση του νερού, που με τη σκοτεινή του φωτεινότητα ξεχωρίζει από τις βρόμικες προσόψεις και, ακόμα περισσότερο, από τα ανοιχτά παράθυρα. Και δεν ξέρω τι νιώθω, δεν ξέρω τι θέλω να νιώσω, δεν ξέρω ούτε τι σκέφτομαι ούτε τι θέλω.
Όλη η αναβλυμένη πίκρα της ζωής μου αποδύεται, στα χωρίς αισθήσεις μάτια μου, το ένδυμα της φυσικής ευθυμίας που χρησιμοποιεί στις επαναλμβανόμενες περιστάσεις της καθημερινότητας. Διαπιστώνω πως, πολλές φορές εύθυμος, πολλές φορές ευχαριστημένος, είμαι πάντα λυπημένος. Κι αυτός που μέσα μου κάνει αυτή τη διαπίστωση είναι από πίσω μου, μοιάζει σα να σκύβει πάνω από το σώμα μου, που είναι ακουμπισμένο στο παράθυρο, και να κοιτάζει πάνω από τους ώμους μου, ή ακόμα και πάνω από το κεφάλι μου, με μάτια πιο προσωπικά από τα δικά μου, τη σιγαλή βροχή, που ήδη κυματίζει ελαφριά, να χαράζει με τη κίνησή της τη σκοτεινή και άσχημη ατμόσφαιρα.
Να εγκαταλέιψουμε όλα τα καθήκοντα, ακόμα κι αυτά που κανείς δε μας τα επιβάλλει, να αποποιηθούμε όλες τις εστίες, ακόμα κι αυτές που δεν υπήρξαν δικές μας, να ζήσουμε με το ακαθόριστο και το ίχνος, ανάμεσα σε μεγάλες πορφύρες τρέλας και ψεύτικες δαντέλες ονειρεμένων μεγαλειοτήτων...Να είμαι κάτι που δεν αισθάνεται το βάρος της εξωτερικής βροχής, ούτε τη θλίψη του εσωτερικού κενού...Να περιπλανιέμαι χωρίς ψυχή μήτε σκέψη, αίσθηση χωρίς την αίσθησή της, μέσ' από δρόμους που κάνουν το γύρο των βουνών, από κοιλάδες χωμένες ανάμεσα σε απόκρημνες πλαγιές, μακρινός, απορροφημένος και μοιραίος... Να χάνομαι ανάμεσα σε τοπία σαν πίνακες. Μη ον μακριά και χρώματα...
_____________________________________________________________________
Μπερνάντο Σοάρες (Φερνάντο Πεσσόα)
Απόσπασμα - Το Βιβλίο της ανησυχίας - Εξάντας
Το δρόμο μου, που έχει μία μόνο λωρίδα κυκλοφορίας: τη δική μου.
Στ’ αριστερά μου, ένας αιώνιος τοίχος χωρίζει το δρόμο μου απ’ το δρόμο κάποιου που βαδίζει δίπλα μου, απ’ την άλλη πλευρά του τοίχου.
Πού και πού, σ’ αυτόν τον τοίχο βρίσκω μια τρύπα, ένα παράθυρο, μια σχισμή... Και μπορώ να κοιτάξω το δρόμο του γείτονα ή της γειτόνισσάς μου.
Μια μέρα, καθώς περπατώ, μου φαίνεται ότι βλέπω στην άλλη άκρη του τοίχου μια μορφή που κινείται στο δικό μου ρυθμό, προς την ίδια κατεύθυνση.
Κοιτάζω αυτή τη μορφή: είναι μια γυναίκα. Είναι όμορφη.
Με βλέπει και αυτή. Με κοιτάζει.
Την ξανακοιτάζω.
Της χαμογελώ... Μου χαμογελά.
Παίρνει πάλι να βαδίζει το δρόμο της, κι εγώ επιταχύνω το βήμα μου γιατί ανυπομονώ για την επόμενη ευκαιρία να ξανασυναντηθώ με αυτήν την γυναίκα.
Στο επόμενο παράθυρο κοντοστέκομαι μισό λεπτό.
Όταν εκείνη φτάνει, κοιταζόμαστε μέσα από το άνοιγμα.
Της δείχνω με νοήματα πόσο πολύ μου αρέσει.
Μου απαντά με νοήματα. Δεν ξέρω αν σημαίνουν ό,τι και τα δικά μου, αλλά διαισθάνομαι ότι καταλαβαίνει τι θέλω να της πω.
Νιώθω ότι θα μπορούσα να σταθώ αρκετή ώρα να την κοιτάζω και να την αφήνω να με κοιτάζει, αλλά ξέρω πως ο δρόμος μου συνεχίζεται...
Λέω στον εαυτό μου ότι ίσως, παρακάτω, να υπάρχει μια πόρτα. Και ίσως να μπορώ να την διαβώ για να συναντηθώ μαζί της.
Τίποτα δεν δίνει περισσότερη σιγουριά από την επιθυμία, κι έτσι επιταχύνω για να βρω την πόρτα που φαντάζομαι.
Αρχίζω να τρέχω με τη ματιά μου καρφωμένη στον τοίχο.
Λίγο πιο κάτω, η πόρτα εμφανίζεται.
Είναι εκεί, στην άλλη πλευρά, η πολυπόθητη πια και αγαπημένη μου σύντροφος. Περιμένοντας... Περιμένοντάς με...
Κάνω μια χειρονομία. Αυτή μου επιστρέφει ένα φιλί με τον αέρα.
Μου κάνει ένα νόημα σαν να με καλεί. Μου αρκεί.
Επιταχύνω προς την πόρτα για να βρεθώ μαζί της στη δική της πλευρά του τοίχου.
Η πόρτα είναι πολύ στενή. Περνάω ένα χέρι, περνάω έναν ώμο, ρουφάω λίγο το στομάχι, στρίβω λιγάκι το σώμα μου, σχεδόν καταφέρνω να περάσω το κεφάλι μου... Αλλά το δεξί μου αφτί μένει σφηνωμένο.
Σπρώχνω.
Δεν υπάρχει τρόπος. Δεν περνάει.
Και δεν μπορώ να βοηθήσω με το χέρι μου, γιατί δεν περνάει ούτε δαχτυλάκι εκεί μέσα.
Δεν υπάρχει αρκετός χώρος για να περάσω μαζί με το αφτί μου, κι έτσι παίρνω μια απόφαση... (γιατί η αγαπημένη μου είναι εκεί και με περιμένει... γιατί είναι η γυναίκα που πάντα ονειρευόμουν και με καλεί...)
Βγάζω ένα σουγιά από την τσέπη μου και, με μια γρήγορη κίνηση βρίσκω το κουράγιο να κόψω το αφτί μου για να περάσω απ’ την πόρτα.
Και το καταφέρνω: το κεφάλι μου περνάει.
Αλλά, μετά το κεφάλι μου, βλέπω πως και ο ώμος μου μένει παγιδευμένος.
Η πόρτα δεν έχει το σχήμα του σώματός μου.
Βάζω δύναμη, αλλά δεν υπάρχει λύση. Το χέρι και το σώμα μου έχουν περάσει, αλλά ο άλλος μου ώμος και το άλλο μου χέρι δεν περνούν...
Και δεν με νοιάζει τίποτα, οπότε...
Κάνω πίσω, και χωρίς να σκεφτώ τις συνέπειες παίρνω φόρα και ορμώ να περάσω την πόρτα.
Από το χτύπημα, ο ώμος μου εξαρθρώνεται και το χέρι μου μένει κρεμασμένο και άψυχο. Αλλά τώρα, ευτυχώς, σε μια θέση που μου επιτρέπει να περάσω την πόρτα...
Είμαι πια σχεδόν στην άλλη πλευρά.
Μόλις είμαι έτοιμος να ολοκληρώσω το πέρασμά μου από τη σχισμή, συνειδητοποιώ ότι το δεξί μου πόδι έχει μείνει κολλημένο στην άλλη πλευρά.
Όσο και να προσπαθώ, δεν καταφέρνω να περάσω. Δεν υπάρχει τρόπος. Η πόρτα είναι υπερβολικά στενή για να περάσει ολόκληρο το σώμα μου.
Υπερβολικά στενή: δεν χωρούν και τα δύο μου πόδια...
Δε διστάζω. Είμαι πια σχεδόν δίπλα στην αγαπημένη μου.
Δεν μπορώ να κάνω πίσω... Έτσι, αρπάζω τον μπαλτά και σφίγγοντας τα δόντια δίνω ένα χτύπημα και κόβω και το πόδι.
Ματωμένος, κουτσός, στηριγμένος στον μπαλτά και με το ένα χέρι εξαρθρωμένο, μ’ ένα αφτί κι ένα πόδι λιγότερο, συναντιέμαι με την αγαπημένη μου.
«Να ’μαι. Επιτέλους, πέρασα. Με κοίταξες, σε κοίταξα, σε ερωτεύτηκα. Πλήρωσα όλα τα τιμήματα για σένα. Όλα επιτρέπονται στον έρωτα και στον πόλεμο. Δεν έχουν σημασία οι θυσίες. Άξιζε το κόπο, αν έγιναν για να συναντηθώ μαζί σου, για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε μαζί... Μαζί, για πάντα...»
Αυτή με κοιτάζει και της ξεφεύγει ένας μορφασμός.
«Έτσι, όχι... Έτσι, δεν θέλω... Εμένα μου άρεσες όταν ήσουν ολόκληρος.»
Bucay J. - Ιστορίες να σκεφτείς, εκδόσεις Opera (2008)
τα πέτρινα δίχτυα που με ζώνουν. Έχω ξεχάσει
τις μορφές των ανθρώπων που κάποτε ήμουν·
σέρνω τη μοίρα μου στους μονότονους τοίχους ανάμεσα
που μισώ. Ολόισιοι δρόμοι που στρίβουν
και σχηματίζουν μυστικούς κύκλους
στων αιώνων τα βάθη. Πεζούλια
χαρακωμένα από το πέρασμα του χρόνου.
Πάνω στην αχνή σκόνη βρήκα σημάδια
που με φοβίζουν. Στα άδεια βράδια μου
φέρνει ένα μουγκρητό ο αγέρας
ή ένα απελπισμένο αντίλαλο που μουγκρίζει.
Ξέρω πως μέσα στα σκοτάδια είναι ο Άλλος,
που ’ναι ταγμένος να εξαντλεί την ατέλειωτη μοναξιά
που πλέκει και ξεπλέκει αυτόν τον Άδη,
να λαχταρά το αίμα μου, να τρέφεται απ’ το θάνατό μου.
Ψάχνουμε ο ένας τον άλλο. Ας ήτανε απόψε
η τελευταία μέρα της αναμονής.
Jorge Luis Borges "Το εγκώμιο της σκιάς" . Εκδ. Υψιλον. Μετάφραση Δημήτρης Καλοκύρης
via
I
Ποιος ζωντανός, προικισμένος μ' αισθήσεις, δεν ποθεί, πάνω απ' όλα του χώρου τα θαύματα ολόγυρα, το ευφρόσυνο φως — με κάθε ιριδισμό, κάθε αχτίδα, κάθε του κύμα· την εύκρατη μορφή του παντού, καθώς μέρα που βγαίνει απ' τον ύπνο. Σαν της ζωής την ψυχή την εσώτατη ο μέγας κόσμος των αστερισμών ανασαίνει το φως, κολυμβητής που χορεύει στη γαλάζια ροή του. Εκείνο ανασαίνει ο στιλπνός, πάντα ασάλευτος βράχος, το λεπτό φυτό που θηλάζει τη γη, του ανήμερου ζώου η αλκή. Μα προπαντός ο εξαίσιος ξένος με τα βαθύγνωμα μάτια και τ' ανάλαφρο βήμα, με τ' αβρά, τονισμένα του χείλη. Σαν ηγεμόνας της επίγειας φύσης το φως καλεί κάθε δύναμη σε τροπές αναρίθμητες, συνάπτει και λύει συμμαχίες αμέτρητες, χαράζει την ουράνια εικόνα του σε κάθε πλάσμα της γης. Μονάχα η παρουσία του αποκαλύπτει το θαύμα των βασιλείων του κόσμου.
Όμως αλλού στρέφομαι τώρα, προς την απόκρυφη, την ανείπωτη Νύχτα. Μακριά κείται ο κόσμος, σε κρύπτη βαθιά βυθισμένος. Έρμη και μόνη η σκοπιά του. Στις όχθες του στήθους βαθιά μελαγχολία φωλιάζει. Σε στάλες δροσιάς ζητώ να βουλιάξω και με τη στάχτη ζητώ να ενωθώ. Αποστάσεις της μνήμης, της νεότητας πόθοι, της παιδικής ηλικίας μου όνειρα, της ζωής μου όλης χαρές βιαστικές και μάταιες ελπίδες φθάνουν με ρούχα φαιά, ομίχλη εσπερινή μετά την δύση του ήλιου. Σε χώρους τώρα άλλους το φως τα εύθυμα σκηνώματά του υψώνει. Πότε η ώρα του γυρισμού θα σημάνει, ως πότε θα προσμένουν οι πιστοί του ν' ανατείλει ξανά;
Τι νά 'ν' αυτό που σαν προαίσθημα βαθύ πηγάζει ξάφνου απ' την καρδιά και σαρώνει τους ανέμους της θλίψης; Να βρίσκεις σε μας και συ μια χαρά, κατασκότεινη Νύχτα; Τι κάτω απ' τα πέπλα σου κρύβεις, που αθέατο μες στην ψυχή μου βίαια βαδίζει; Από τα χέρια σου σταλάζει γλυκό της παπαρούνας το βάλσαμο. Τα βαριά φτερά της ψυχής μετέωρα κρατάς. Mαύρο ανείπωτο ρίγος μ' αγγίζει. Ένα πρόσωπο αυστηρό τώρα κοιτώ που πράο και κατανυκτικό τείνει σε μένα, που κάτω απ' των βοστρύχων τα βρόχια μού δείχνει της μητέρας την αγαπημένη νεότητα. Πόσο φτωχό και παιδιάστικο μού φαίνεται τώρα το φως, πόσο ευλογημένος και φαιδρός της μέρας ο αποχωρισμός. Γι' αυτό μόνο λοιπόν, γιατί η Νύχτα σ' αποστερεί από ακολούθους, σπέρνεις στων χώρων την άβυσσο τις φλόγινες σφαίρες σου, την δύναμή σου κηρύσσοντας, την επιστροφή σου εξαγγέλλεις, την ώρα ετούτη της δικής σου απουσίας. Πιο ουράνια κι απ' τα περίλαμπρα αστέρια μάς φαίνονται τώρα τ' άπειρα μάτια που εντός μας η νύχτα ανοίγει. Μακρύτερα βλέπουν κι από κείνων τις ωχρές στρατιές τις αμέτρητες, δίχως νά 'χουν ανάγκη το φως κοιτούν μες απ' τα βάθη μιας ψυχής στοργικής. Τόπους μακρινούς κατακλύζουν με ηδυπάθεια βουβή. Της άνασσας έπαθλο, της μάντισσας κόσμων ιερών, της τροφού του μακάριου έρωτα — εκείνη εσένα μου στέλνει, αβρή αγαπημένη, γλυκύτατε ήλιε της νύχτας. Φθίνει τώρα, χάνεται η μέρα και σ' ορίζω ξανά. Εσένα, που τη Νύχτα μέσα μου ανήγγειλες, που μ' όψη ανθρώπινη μ' έπλασες. Στείλε την θεία σου πνοή στο κορμί μου, για να ενωθώ στους αιθέρες μαζί σου — και κράτα εσύ παντοτινή, του υμέναιου ετούτου την πρώτη μας νύχτα.
2.
Πρέπει πάντοτε το πρωινό να ξανάρχεται; Δεν τελειώνει ποτέ των επιγείων η βία; Πολυπραγμοσύνη στυγνή αφανίζει της νύχτας την αιθέρια αφή. Πότε στις φλόγες του έρωτα, στου βωμού την αιώνια πυρά θ' αφεθεί; Σύντομη είναι η ζωή του φωτός· αλλά άχρονη κι άχωρη η εξουσία της Νύχτας. Παντοτινή η διάρκεια του ύπνου. Ω ύπνε ιερέ — μην αργείς, μα στέρξε εσύ αρωγός να ελεήσεις τους μύστες της νύχτας σε τούτο το επίγειο έργο τους. Γιατί εσένα μόνο τρελοί σ' αγνοούν κι ύπνο δεν γνωρίζουν κανέναν, όταν εύσπλαχνος τον ίσκιο σου πάνω μας ρίχνεις, κάθε που η νύχτα η αληθινή ανατέλλει. Γιατί δεν σ' έχουν αισθανθεί στη χρυσαφιά ροή των σταφυλιών, στο λάδι της αμυγδαλιάς, στους καστανούς της παπαρούνας χυμούς. Γιατί δεν ξέρουν ότι είσαι συ που τα τρυφερά στήθη της κόρης ταράσσεις, που ως τους ουρανούς πετάς κι απλώνεις κλαδιά. Γιατί δεν νοιώθουν πως από ιστορίες παλιές εσύ ουρανομήκης τραβιέσαι, πως το κλειδί φέρνεις εσύ για των μακαρίων τα δώματα, μαντατοφόρος βουβός των αχανών μυστηρίων.
3.
Κάποτε έχυνα εκεί δάκρυα πικρά, καθώς στον πόνο συντριμμένη η ελπίδα μου σπάραζε, και μόνος στεκόμουν σ' άνυδρο τύμβο, που έσωζε σε τόπο στενό, σκοτεινό τη μορφή της ζωής μου. Μόνος, όπως ποτέ κανείς μοναχικός δεν υπήρξε, απ' ανείπωτο φόβο σπρωγμένος. Αδύναμος, μόνο σκιά της αθλιότητας πια. Κι όπως εκεί βοήθεια ζητούσα, δίχως αλλού να μπορώ να στραφώ, και στη φευγαλέα ζωή που τρεμόσβηνε μ' απέραντο πόθο κρεμόμουν: εκεί, από το κυανό του ορίζοντα, από το ύψος ευδαιμονίας παλιάς σαν καταιγίδα ήρθε το σκότος. Και κομμάτιασε μεμιάς τους κρίκους της γέννας, τα δεσμά του φωτός. Πήρε να χάνεται η μεγαλοπρέπεια της γης και το πένθος μου πήρε να σβήνει μαζί της, σ' έναν νέο, ανεξιχνίαστο κόσμο κύλησε η μελαγχολία αργά. Εσύ της νύχτας ενθουσιασμέ, ύπνε ελαφρέ τ' ουρανού ήρθες πάνω από μένα. Αργά μετεωρίστηκε ο χώρος· πάνω του πλανήθηκε ελεύθερος ο νεογέννητος νους μου. Σε σύννεφα σκόνης σωριάστηκε ο τύμβος. Μες απ' τον κουρνιαχτό αντίκρισα των αγαπημένων τις μεταμορφωμένες πομπές. Η αιωνιότητα κοιμόταν στα μάτια τους. 'Αγγιξα τα χέρια τους και τα δάκρυα γίναν ένας πύρινος, άρρηκτος κόμπος. Χιλιετηρίδες σαν καταιγίδα προς τα μάκρη τραβούσαν. Στην αγκαλιά τους έκλαψα της νέας ζωής τα ευφρόσυνα δάκρυα. — Ήταν εκείνο το πρώτο, το μόνο μου όνειρο. Κι είναι πρώτα από τότε που τρέφω εντός μου πίστη παντοτινή κι ακατάλυτη στον νυχτερινό ουρανό και την Αγαπημένη, το φως του.
Τώρα γνωρίζω πότε θα φανεί το τελευταίο πρωί. Πότε το φως τη Νύχτα και τον έρωτα δεν θα αποδιώξει ξανά. Πότε ο ύπνος παντοτινός και μόνο ένα αστείρευτο όνειρο θά 'ναι. Αιθέριο κάματο μέσα μου νοιώθω. Μακρύς κι επίπονος προς τον άγιο τάφο ο δρόμος, βαρύς ο σταυρός. Κύμα κρυστάλλινο από τον σκοτεινό κόρφο του τύμβου πηγάζει, στα πόδια του μια επίγεια πλημμύρα ξεσπά, όποιος την έχει γευτεί, όποιος πάτησε τ' ακριτικά όρη του κόσμου, όποιος το βλέμμα του έστρεψε πέρα, προς τη νέα τη γη, στης Νύχτας τα δώματα — αλήθεια, αυτός δεν επιστρέφει ξανά στην τύρβη του κόσμου, στη χώρα εκείνη όπου σε αέναη αταξία το φως κατοικεί.
Στις κορφές χτίζει σκήτες, καλύβες ειρήνης, νοσταλγός κι εραστής ατενίζει πέρα μακριά, ώσπου στις κρήνες της πηγής να τον έλξει η πιο καλόδεχτη απ' όλες τις ώρες. Μες στων ανέμων τον αχό παραδέρνουνε και στα ύψη αναδύονται τα επίγεια, αλλά ό,τι το άγγιγμα του έρωτα αγίασε, σε κοίτες κρυφές θα κυλήσει προς την αντίπερα γη, σαν άρωμα με τους αγαπημένους ίσκιους πέρα απ' τη νάρκη του ύπνου θα ενωθεί.
Ακόμα ξυπνάς, φως ιλαρό, για τη δουλειά τον καταπονημένο. Τερπνή ζωή μέσα μου χύνεις. Μα απ' τα βρυώδη μαυσωλεία της μνήμης δεν μ' αποτραβάς. Με χαρά θ' άγγιζα τα φίλεργα χέρια, θ' αγνάντευα όπου εσύ το θελήσεις, θα αινούσα της χλιδής σου τ' αγλάισμα, άοκνος θ' αντίκριζα των περίτεχνων έργων σου τον ωραίο ειρμό, με χαρά θα μετρούσα τον συνετό βηματισμό της δυναστικής περίλαμπρης ώρας σου, θ' ανίχνευα των δυνάμεών σου το σύμμετρο, τους νόμους των ανάριθμων χώρων και χρόνων της μαγικής σου μορφής. Αλλά της Νύχτας ταμένη μένει η μυστική μου καρδιά και της δικής της θυγατέρας, της πλάστριας αγάπης. Μπορείς να μου δείξεις μια πιστή στους αιώνες καρδιά; έχει ο ήλιος σου μάτια προσηνή να με δουν; αγγίζουν τ' αστέρια σου το χέρι μου που αποζητά; Θα μου χαρίσουν ξανά τον λόγο τον θωπευτικό και τ' απαλό τους το χάδι; Να τά 'χεις κοσμήσει εσύ με χρώμα και σχήμα ελαφρύ — ή νά 'ταν Εκείνη πού προσδίδει στα δώρα σου πιο εράσμια αξία; Ποια πάθη, ποιες ηδονές η ζωή σού προσφέρει, που να καταποντίσουν μπορούν του θανάτου τα θέλγητρα; Δεν φορά ό,τι μας συνεπαίρνει το χρώμα της Νύχτας; Εκείνη σ' ανάστησε, σ' εκείνη κάθε σου αίγλη χρωστάς. Άθυρμα θ' αφηνόσουν στον άνεμο, θα σιγόλειωνες στου χώρου τα βάθη, αν δεν σε κράταγε στην αγκαλιά της εκείνη, αν δεν σ' εγκυμονούσε στα σπλάχνα της για να φανείς και ν' αυγάσεις τον κόσμο. Αλήθεια, προτού υπάρξεις εσύ γεννήθηκα εγώ — από εκείνην σταλμένος, τούτη την γη με την γενιά μου να οικήσω, να την καθαγιάσω στ' όνομα του έρωτα, ώσπου μνημείο ορατό ν' αναφανεί στους αιώνες. Μ' αμάραντα να την σπείρω λουλούδια. Όμως ακόμα δεν έδεσαν καρπό αυτοί οι θείοι στοχασμοί. Ακόμα είναι της παρουσίας μας τα ίχνη ισχνά. Μα θα σημάνουν οι ωροδείχτες σου κάποτε το τέλος του χρόνου, θα γίνεις κάποτε και συ σαν κι εμάς, κι όλο πάθος θα χαθείς και θα σβήσεις. Εντός μου —ελευθερία αιθέρια, μακάρια επιστροφή— θα αισθανθώ το πέρας των έργων σου. Μ' οδύνη ανήμερη θα σε δω ν' αποδημείς απ' την πάτρια γη, ν' αντιπαλεύεις τον παλιό, κραταιό ουρανό. Μα μάταια θά 'ναι η οργή και το μένος σου. Πάνω απ' τις φλόγες θα υψωθεί ο σταυρός — λάβαρο θριαμβικό της γενιάς μας.
Στα ύψη αναδεύομαι,
Και κάθε οδύνη
Των νέων ηδονών
Τ' αγκάθι θα γίνει.
Θά 'ρθει ο καιρός,
Κι εγώ να χαθώ,
Στα γόνατα του έρωτα
Σε μέθη γλυκιά θ' αφεθώ.
Θροΐζει η ζωή
Απέραντη μέσα σε μένα,
Απ' τα ύψη κοιτώ
Προς τα κάτω για σένα.
Σε κάθε μνήμα
Η λάμψη σου σβήνει,
Στεφάνι δροσιάς
Ένας ίσκιος αφήνει.
Πιες της ζωής μου,
Ακριβέ, τον χυμό,
Ξύπνησέ με και στέρξε
Να μπορώ ν' αγαπώ.
Του θάνατου νοιώθω
Πάλι νέο το ρέμα,
Σ' αιθέρα και βάλσαμο
Γυρνά το δικό μου το αίμα.
Με σθένος και πίστη
Τις μέρες μου ζω
Και τις νύχτες πεθαίνω
Στο πυρ το ιερό.
5.
Σε καιρούς περασμένους σιδηρούν πεπρωμένο κυβερνούσε των ανθρώπων τα διάσπαρτα γένη με βία βουβή. Ζοφερές αλυσίδες πέφταν πάνω στις δειλές τους ψυχές. Απέραντη απλωνόταν η γη — κατάλυμα και πατρίδα θεών. Από τα βάθη των αιώνων υψωνόταν η κτίση. Πέρα απ' τα ρόδινα βουνά της αυγής, στους ιερούς κόλπους της θάλασσας κατοικούσε ο ήλιος, το ζωντανό, πύρινο φως. Ένας αρχαίος γίγαντας κουβαλούσε τον μακάριο κόσμο. Κάτω απ' τα όρη δεσμώτες κείτονταν της μάνας γης τα πρωτότοκα τέκνα. Με ανήλεο μένος ενάντια στων νέων θεών τη γενιά και τις χαρούμενες φυλές των ανθρώπων. Του πελάγους τα πράσινα βάθη γίναν το λίκνο μιας θεάς. Μες σε κρυστάλλινες σπηλιές ευωχούσε ένα πολυάριθμο πλήθος. Ποταμοί, δέντρα, άνθη και ζώα κατείχαν αισθήσεις ανθρώπινες. Γλυκό έρεε το κρασί που μια κόρη οινοχόος κερνούσε. Ένας θεός των αμπελιών, μια στοργική θεά μες στο χρυσό των χρωμάτων, η μέθη του έρωτα, έργο γλυκό της ωραιότερης θεάς. Αέναος, πολύχρωμος, σαν μια γιορτή των τέκνων τ' ουρανού και των κατοίκων της γης, θρόιζε ο βίος, καθώς η άνοιξη μες στους αιώνες. Κάθε φυλή προσκυνούσε με αφέλεια παιδική την αβρή, χιλιόμορφη φλόγα, σαν νά 'ταν η πεμπτουσία του κόσμου. Μα ένα είδωλο ήταν μόνο, ένας φρικτός εφιάλτης,
Που άγγιξε σαν το δέος την τερπνή γιορτή
Κι έκρυψε την ψυχή στον άγριο τρόμο.
Κανείς θεός δεν είχε πια μια συμβουλή,
Δεν έτεινε παρήγορο τον ώμο.
Καμιά δεν δάμασε ικεσία την οργή
Κι εδιάβη το κακό τον μύχιο δρόμο.
Ήταν ο θάνατος που αυτή την ευωχία
Με δάκρυα έπαυσε, μ' οδύνες κι αγωνία.
Για πάντα τώρα απ' όλα χωρισμένο
Ό,τι με πόθο η ψυχή λάγνα ζητάει,
Πέρα από κάθε τι το αγαπημένο,
Που μάταιο πάθος κι οδυρμός το τριγυρνάει,
Φάνηκε όνειρο αμυδρό στον πεθαμένο,
Πάλη λιγόθυμη που πια τον κυβερνάει.
Σαρώθηκαν τα κύματα της ηδονής
Στους βράχους πάνω της ασίγαστης οργής.
Με τόλμη οι άνθρωποι και τη φωτιά του νου
Τη μάσκα τη φρικτή ξεχνούσαν του Άδη,
Πώς σβήνει αβρό παιδί τα φώτα τ' ουρανού,
Σαν άρπα, ακούγανε τ' αβρό σκοτάδι.
Η μνήμη λειώνει στον ψυχρό των ίσκιων ρου,
Του πένθους έπλεκε ο σκοπός το υφάδι.
Αλλά αίνιγμα έμεινε η νυχτιά η παντοτινή,
Μιας εξουσίας μακρινής σημείο βαρύ.
Προς το τέρμα του πορεύτηκε ο αρχαίος κόσμος. Μαράθηκαν της νιότης οι χαρούμενοι κήποι. Στα ύψη, προς τον ελεύθερο, ανάστατο χώρο στράφηκαν οι ενήλικες άνθρωποι. Οι θεοί κι οι ακόλουθοί τους χαθήκαν. Μόνη κι άζωη στάθηκε η νύχτα. Με σιδερένια δεσμά την καθήλωσε το αυστηρό μέτρο κι ο ψυχρός αριθμός. Σαν των ανέμων τη σποδό σε λόγια ζοφερά θρυμματίστηκε της ζωής η απροσμέτρητη άνθηση. Δραπέτευσαν η φαντασία η μάγισσα κι η ορκισμένη πίστη, οι οδοιπόροι των ουρανών. Παγερός βοριάς έπνευσε άφιλος πάνω απ' τους πετρωμένους αγρούς και στους αιθέρες πήρε να ξεθυμαίνει των θαυμάτων η πετρωμένη πατρίδα. Γέμισαν κόσμους φωτεινούς τα μήκη τ' ουρανού. Στο πιο βαθύ ιερό, στα άδυτα του νου αποτραβήχτηκε του κόσμου η ψυχή. Να περιμένει εκεί την χαραυγή της βασιλείας του κόσμου. Δεν ήταν πια το φως οίκημα των θεών και ουράνιο σημάδι. Πέπλα νυχτερινά τούς σκεπάσαν. Η νύχτα έγινε της αποκάλυψης η κραταιά αγκαλιά. Σ' εκείνην στράφηκαν ξανά οι θεοί. Στην νάρκη του ύπνου αφεθήκαν, ώσπου σε θάμβος νέο ξανά να επιστρέψουν. Στα μάτια του καταφρονημένου λαού που είχε αποστρέψει το πρόσωπο απ' την μακάρια αθωότητα της νιότης φάνηκε με πρωτοείδωτη όψη ο νέος κόσμος. Σε μια καλύβα φτωχική. Της πρώτης παρθένου και μάνας ο γιος. Του μυστικού ευαγγελισμού ο απροσμέτρητος γόνος. Πρώτη ένοιωσε της Ανατολής η πολύανθη γνώση τής νέας εποχής το ξεκίνημα. Ένα αστέρι φώτισε το δρόμο προς του βασιλιά το ταπεινό λίκνο. Στ' όνομα του απόμακρου μέλλοντος τον τίμησαν με χρυσάφι κι αρώματα, με τα ύψιστα δώρα της φύσης. Μοναχική ξεδιπλώθηκε η ουράνια καρδιά του, κραταιός ανθός της αγάπης. Προς την μακρινή μορφή του πατέρα και τα στήθη της μάνας στραμμένη. Και τα μέλλοντα ανέγνωσε χρησμοδότης ο οφθαλμός του ανθισμένου παιδιού, τα σκαλοπάτια του θείας γενιάς του ζητώντας, αμέριμνος για όσα το πεπρωμένο τού όριζε πάνω στη γη. Γρήγορα μαζεύτηκαν γύρω του οι παιδικότερες, οι πιο αθώες ψυχές. Σαν τον ανθό βλάστησε πλάι του αλλότρια μια νέα ζωή. Λόγοι ανεξάντλητοι, τα πιο ευφρόσυνα αγγέλματα σαν γλώσσες φωτιάς ανάβλυσαν από τα φίλα του χείλη. Απ' ακτές μακρινές, γεννημένος κάτω από τον ιλαρό ουρανό της Ελλάδας, ήρθε στην Παλαιστίνη ένας βάρδος κι ολόψυχα δόθηκε στο εξαίσιο παιδί :
«Του εφήβου η μορφή είσαι συ που από παλιά
Τα μνήματά μας παραστέκει γνωστική·
Παρήγορο σημάδι μες στην σκοτεινιά,
Του νέου ανθρώπου η χαρμόσυνη απαρχή.
Ό,τι μας βύθισε σε λύπη αλλού βαθιά,
Δεν έχει ρίζες και βλαστούς πια στην ψυχή.
Στον Άδη φάνηκε η ζωή παντοτινή.
Εσύ 'σαι ο Άδης και μας δίνεις τη ζωή. »
Με την ευδαιμονία στην ψυχή κίνησε ο βάρδος για το Ινδουστάν. Και πύρινα τραγούδια έπλασε, κάτω από κείνον τον γαλήνιο ουρανό, της καρδιάς του η μέθη, έτσι που στράφηκαν σ' αυτόν χίλιες καρδιές, και το χαρμόσυνο άγγελμα χίλιες φορές άνθισε πάλι. Μα κύλησε ο καιρός κι έπεσε θύμα η ακριβή ζωή στον βαθύ μαρασμό του ανθρώπου Πέθανε νέος ο αβρός βασιλιάς, μακριά απ' τον εράσμιο κόσμο και το μοιρολόι της μάνας, μακριά απ' τους άτολμους φίλους. Το άφατο ποτήρι του ζόφου άδειασε στο γλυκό του το στόμα. Σε δέος φρικτό πλησίασε η ώρα της γέννησης του νέου κόσμου. Σκληρά αντιστάθηκε Εκείνος στο δέος του πανάρχαιου θανάτου. Του αρχαίου κόσμου βάρυνε πάνω του το άχθος. Με το βλέμμα του γύρεψε στερνή φορά την μητέρα. Τότε χέρι λυτρωτικό κι αγαπημένο τον άγγιξε — και ξύπνησε. Και για μέρες ελάχιστες ένα βαθύ παραπέτασμα απλώθηκε πάνω απ' την αφρισμένη θάλασσα, πάνω απ' την σειόμενη γη. Σε δάκρυα γοερά ξεσπάσαν οι φίλοι. Και ήρθαν στο φως τα απόκρυφα. Και πνεύματα εξ ουρανού ήραν τον πανάρχαιο λίθο απ' του τάφου το σκότος. Και άγγελοι παραστάθηκαν του κοιμωμένου την κλίνη — από μειλίχια όνειρα πλασμένοι. Και σε νέα ωραιότητα θεού εγέρθη απ' την νάρκη του Εκείνος στα ύψη του νεογέννητου κόσμου. Και την αρχαία σωρό ενταφίασε στον έρημο Άδη. Και με το χέρι του κύλησε επάνω της τον ακατάλυτο λίθο.
Ακόμα νοτίζουν τον τάφο σου τ' αναφιλητά της χαράς, της κατάνυξης και της ευγνωμοσύνης τα δάκρυα. Ακόμα σε βλέπουν οι αγάπες σου σκιρτώντας να εγείρεσαι — κι εκείνες μαζί σου· σε κοιτούν να θρηνείς στης μάνας τα μακάρια στήθη, να βαδίζεις με τους φίλους σου αγέρωχα, να προφέρεις τις λέξεις που έδρεψες απ' τον βλαστό της ζωής· σε κοιτούν να ανέρχεσαι στην πατρική αγκαλιά, τον νέο άνθρωπο φέρνοντας και του χρυσού μέλλοντος τ' ασφράγιστα ποτήρια. Βιάστηκε η μητέρα να ανέλθει κοντά σου — σε επουράνιο θρίαμβο. Πρώτη εκείνη μαζί σου στην νέα πατρίδα. Διάβηκε έκτοτε χρόνος πολύς, κι όλο και πιο θαμβωτική ανασάλεψε η νέα σου κτίση. Και μυριάδες, πέρα από πόνους και βάσανα, πήραν θέση κοντά σου. Μαζί σου αναλήφθηκαν στης αγάπης το κράτος. Στον ναό του επουράνιου θανάτου ιερείς και στους αιώνες των αιώνων δικοί σου.
Κύλησε ο μέγας λίθος
Κι ο άνθρωπος ξυπνά.
Σ' εσένα ανήκουμε όλοι,
Δεν μας κρατούν δεσμά.
Ρέει στυφός ο πόνος
Στο τάσι το χρυσό,
Σβήνει η ζωή κι η πλάση
Στο δείπνο το στερνό.
Στο γάμο μάς καλούν
Οι δάδες τώρα του 'Αδη,
Παρθένες οδηγούν,
Δεν θα σωθεί το λάδι.
Απ' τη δική σου ηχούσαν
Τα μάκρη τη μιλιά
Και τ' άστρα μάς καλούσαν
Μ' ανθρώπινη λαλιά
Μαρία, σ' εσέ ανεβαίνουν
Τώρα χίλιες καρδιές.
Εσέ μόνο προσμένουν
Στης ζήσης τις σκιές.
Να βρούνε της γαλήνης
Ποθούνε την πηγή,
Κλείσ' τους στης αγκαλιάς σου,
Παρθένα, τη στοργή.
Έτσι κι όσοι πονώντας
Σε βάσανα πικρά,
Τον κόσμο λησμονώντας
Σ' εσέ γυρνούν ξανά.
Στη θλίψη, στην ανάγκη
Μας στάθηκαν βοηθοί.
Να μείνουμε θα πάμε
Μ' αυτούς για πάντα εκεί.
Πια ο εραστής στο μνήμα
Του πόνου δεν θρηνεί.
Τα δώρα της αγάπης
Να κλέψει ποιος μπορεί;
Τα πάθη για να γιάνει
Μεθά η νυχτιά του νου.
Φύλακες της καρδιάς του
Τα τέκνα του Θεού.
Γαλήνια η ζωή τραβά
Τώρα στους ουρανούς
Από την μέσα μας φωτιά
Λάμπει και στίλβει ο νους.
Ρέουν οι γαλαξίες,
Χρυσό κρασί ζωής.
Θα πιούμε να γενούμε
Άστρα χρυσά κι εμείς.
Δίχως δεσμά η αγάπη,
Πια χωρισμός κανείς.
Αφρίζει όλ' η ζωή
Σαν θάλασσα αχανής
Μια νύχτα μόνο της χαράς,
Μια ωδή παντοτινή,
Κι ο ήλιος όλων μας
Είν' του Θεού η μορφή.
6.
ΠΑΘΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ
Κάτω στον κόλπο αυτής της γης,
Μακριά απ' τα κράτη του φωτός,
Πέρα απ' τους πόνους της οργής
Του ταξιδιού λάμπει ο φανός.
Με βάρκα πάμε του νερού
Γοργά στις όχθες τ' ουρανού.
Μακάρια ας είναι η νύχτα αυτή,
Κι ο ύπνος πάντα ευλογητός.
Σαν μ' είδε η μέρα η θαλερή
Μαράθηκε ο μακρύς καημός.
Τώρα τα ξένα έχουν χαθεί
Πατρίδα πια η ψυχή ποθεί.
Τι θέλουμε στον κόσμο αυτόν
Με της αγάπης την πνοή —
Χάνεται, φεύγει το παλιό
Του νέου φέρνει τί η ορμή;
Στέκει θλιμμένος, μοναχός,
Του αλλοτινού καιρού ο πιστός.
Τότε, που οι αισθήσεις φωτεινές
Μέσα στις φλόγες τρίζαν
Που του Πατέρα τις βουλές
Οι άνθρωποι γνωρίζαν.
Που με το πνεύμα του υψηλού
Έμοιαζαν στην εικόνα του.
Τότε, που ακόμα κραταιές
Αρχαίες φυλές ανθούσαν,
Και που παιδιά τις αγκαλιές
Των ουρανών ζητούσαν.
Που, ας σκίρταγε λάγνα η ζωή,
Γι' αγάπη ράγιζε η ψυχή.
Που με της νιότης τον ανθό
Θεός εφανερώθη
Και στου θανάτου τον σταυρό
Η αβρή ζωή του ετρώθη
Δίχως στον φόβο ν' αφεθεί,
Για μας μια τέτοια πληρωμή.
Με πάθος ψάχνουμε δειλό
Τ' αλλοτινά στη δύση,
Τη δίψα τούτον τον καιρό
Κανείς δεν θα τη σβήσει.
Για την πατρίδα πάμε πια,
Σ' άλλους καιρούς πίσω ξανά.
Τί μας κρατά απ' το γυρισμό,
Κοιμούνται οι αγαπημένοι.
Νεκροί κι εμείς στο μνήμα αυτό,
Μονάχα η οδύνη μένει.
Τίποτα δεν ζητάμε πια,
Όλα κενά — μα όχι η καρδιά.
Απέραντη και μυστική
Μας δέρνει καταιγίδα.
Από τα μάκρη ηχώ αντηχεί,
Του πένθους μας πυξίδα.
Οι αγάπες μας πονούν κι αυτές
Πάθους μας στέλνουνε πνοές
Κάτω, στη νύφη τη γλυκιά,
Στου Ιησού Χριστού το μέλι,
Των εραστών παρηγοριά
Η Νύχτα που ανατέλλει.
Όνειρο σπάζει τα δεσμά
Μας στέλνει σε Θεού αγκαλιά.
http://koutsourelis.gr/index1.php?subaction=showfull&id=1153657980&archive=&start_from=&ucat=5

















