Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jazz Fusion. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jazz Fusion. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

 


To PRISM - Live at Yokohama FM (1981) είναι μια ιστορική, ζωντανή ραδιοφωνική ηχογράφηση του θρυλικού ιαπωνικού jazz-rock/fusion συγκροτήματος PRISM. Πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια μιας από τις πιο ενδιαφέρουσες μεταβατικές περιόδους του σχήματος, αμέσως μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ τους Community Illusion (1981). 

Το 1981, οι PRISM είχαν ανανεώσει ριζικά τον ήχο τους. Δίπλα στα ιδρυτικά μέλη Akira Wada

(κιθάρα) και Ken Watanabe (μπάσο), προστέθηκαν δύο σπουδαίοι μουσικοί. Ο Jun Aoyama στα τύμπανα (διάσημος για τη μετέπειτα συνεργασία του με τον Tatsuro Yamashita) και ο Tetsuya Nakamura στα πλήκτρα (πρώην μέλος των Spectrum)

Η συγκεκριμένη live εμφάνιση, η οποία μεταδόθηκε από το ραδιόφωνο του NHK-FM (Session '81), χαρακτηρίζεται από έναν εκρηκτικό, spacey-synth fusion ήχο. Συνδυάζει τις heavy rock κιθαριστικές γραμμές του Wada με τα πρωτοποριακά synths του Nakamura. Η ενέργεια αυτής της περιόδου αποτυπώθηκε επίσημα λίγο αργότερα στο live άλμπουμ Live Alive (Absolutely).

Οι PRISM θεωρούνται ευρέως η πρώτη αμιγώς fusion μπάντα στην ιστορία της Ιαπωνίας, ενώ ο ηγέτης και κιθαρίστας τους, Akira Wada, υπήρξε ένας από τους πιο επιδραστικούς βιρτουόζους της γενιάς του. Ο Akira Wada  ήταν ο βασικός πυλώνας, συνθέτης και το μοναδικό μέλος που παρέμεινε σταθερό σε όλη την πορεία των PRISM. 
Διακρινόταν για τις rock/heavy μεταλλικές επιρροές που έφερνε μέσα στα jazz-fusion κομμάτια. Ο ήχος του ισορροπούσε ανάμεσα στον Allan Holdsworth και τον Al Di Meola.

 Εκτός από τους PRISM, ο Wada είχε μια πλούσια σόλο καριέρα (με άλμπουμ όπως το Out & About του 1983), ενώ συμμετείχε σε θρυλικά fusion supergroups της Ιαπωνίας όπως οι Keep (μαζί με τον Jun Fukamachi) και οι W.I.N.S. Συνεργάστηκε επίσης με κορυφαία ονόματα της ιαπωνικής σκηνής, όπως ο Naoya Matsuoka. Δυστυχώς, μετά από προβλήματα υγείας που τον ανάγκασαν να σταματήσει τις εμφανίσεις στα τέλη του 2018, ο Akira Wada έφυγε από τη ζωή στις 28 Μαρτίου 2021, σε ηλικία 64 ετών.

#PRISM #AkiraWada #YokohamaFM #JapaneseFusion #JazzFusion #Rockanizontas #TravellersRadio


Το άλμπουμ «The Essential» των Oregon είναι μια διπλή συλλογή που κυκλοφόρησε αρχικά σε βινύλιο το 1981 και αργότερα σε CD. Αποτελεί την ιδανική εισαγωγή στον πρωτοποριακό ήχο του συγκροτήματος, ο οποίος συνδυάζει jazz, fusion, world music και ethnic στοιχεία. 

Η Ταυτότητα του Άλμπουμ
  • Εταιρεία: Κυκλοφόρησε από τη Vanguard Records, η οποία φιλοξένησε την πιο δημιουργική, πρώτη περίοδο του γκρουπ.
  • Η Μουσική: Αντιπροσωπεύει την ακουστική world jazz της δεκαετίας του '70, όπου κυριαρχούν τα παραδοσιακά όργανα της Δύσης (όμποε, κλασική κιθάρα) σε απόλυτη αρμονία με ανατολίτικα όργανα (τάμπλα, σιτάρ). 
Η Κλασική Σύνθεση των Oregon
Το άλμπουμ αναδεικνύει τη δεξιοτεχνία των τεσσάρων ιδρυτικών μελών: 
  • Ralph Towner: Κλασική και 12χορδη κιθάρα, πιάνο
  • Paul McCandless: Όμποε, αγγλικό κόρνο
  • Glen Moore: Κοντραμπάσο
  • Collin Walcott: Σιτάρ, τάμπλα, κρουστά 
Η Λίστα των Κομματιών (Tracklist)
Η συλλογή περιλαμβάνει 13 από τις κορυφαίες στιγμές της δισκογραφίας τους: 
  1. Aurora
  2. Grazing Dreams
  3. Cry of the Peacock / Coral
  4. Tide Pool
  5. Naiads
  6. Margueritte
  7. Canyon Song (από τα πιο γνωστά και λυρικά κομμάτια τους)
  8. Violin (συμμετέχει ο σπουδαίος Πολωνός βιολιστής Zbigniew Seifert)
  9. The Silence of a Candle
  10. Person-To-Person
  11. Dust Devil
  12. Ghost Beads
  13. Sail
Ο τραγικός θάνατος του Collin Walcott τον Νοέμβριο του 1984 σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στην Ανατολική Γερμανία (κατά τη διάρκεια περιοδείας) αποτέλεσε τεράστιο σοκ. Το άλμπουμ Crossing (1985) της ECM Records λειτούργησε ως ο συγκινητικός επίλογος της αρχικής, κλασικής τετράδας. 
Η ιστορία των Oregon μετά από αυτό το σημείο χωρίζεται σε τρεις μεγάλες περιόδους:
1. Η Εποχή του Trilok Gurtu (1985–1991)
Μετά από μια προσωρινή διάλυση λόγω πένθους, τα εναπομείναντα μέλη (Towner, McCandless, Moore) επανενώθηκαν τον Μάιο του 1985 για μια συναυλία στη μνήμη του Walcott. Στη θέση των κρουστών κάθισε ο Ινδός δεξιοτέχνης Trilok Gurtu, ο οποίος ήταν η προσωπική επιλογή που είχε αφήσει ο ίδιος ο Walcott σε περίπτωση που χρειαζόταν αντικαταστάτης.
2. Η Εποχή του Mark Walker (1996–2015)
Το 1996, ο Αμερικανός ντράμερ και κρουστός Mark Walker έγινε μόνιμο μέλος. Η προσθήκη του άλλαξε ριζικά τη δυναμική, καθώς για πρώτη φορά το συγκρότημα απέκτησε ένα πλήρες, παραδοσιακό σετ τυμπάνων (drum kit). 
3. Αλλαγή Μπάσου και το Τέλος Εποχής (2015–Σήμερα)
  • Η Αποχώρηση του Glen Moore (2015): Μετά από 45 χρόνια, ο αυθεντικός μπασίστας Glen Moore αποχώρησε, αφήνοντας τους Towner και McCandless ως τα μόνα ιδρυτικά μέλη. Αντικαταστάθηκε από τον Ιταλό Paolino Dalla Porta, με τον οποίο ηχογράφησαν το τελευταίο τους άλμπουμ, Lantern (2017). 
  • Διακοπή Περιοδειών (2019): Το συγκρότημα σταμάτησε οριστικά τις ζωντανές εμφανίσεις. 
  • Ο Θάνατος του Ralph Towner (2026): Η πορεία των Oregon έκλεισε και τυπικά με τον θάνατο του ηγέτη, συνθέτη και κιθαρίστα του γκρουπ, Ralph Towner, ο οποίος έφυγε από τη ζωή στη Ρώμη σε ηλικία 85 ετών. 

🎙️ Ακούς το Travellers Radio – ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις. Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.

 
Το δεύτερο και τελευταίο στούντιο άλμπουμ της αρχικής σύνθεσης, ένα έργο που όρισε το fusion

Το Birds of Fire κυκλοφόρησε στις 19 Ιανουαρίου 1973 από την Columbia Records και αποτελεί το δεύτερο στούντιο άλμπουμ των Mahavishnu Orchestra, αλλά και το τελευταίο της αρχικής σύνθεσης πριν τη διάλυσή της λόγω εσωτερικών συγκρούσεων . Ηχογραφήθηκε τον Αύγουστο του 1972 στα CBS Studios (New York) και στα Trident Studios (London) .

Το άλμπουμ αποτελείται εξ ολοκλήρου από συνθέσεις του John McLaughlin, συμπεριλαμβανομένου του “Miles Beyond (Miles Davis)”, αφιερωμένου στον πρώην bandleader του . Η μουσική κατεύθυνση είναι σαφής: jazz‑fusion υψηλής ταχύτητας, με rock ενέργεια, πολυρυθμίες και αυστηρή ομαδική πειθαρχία.

Η κριτική τοποθέτηση του άλμπουμ υπήρξε σταθερά υψηλή. Το AllMusic το χαρακτηρίζει «ακόμη πιο οργανωμένο και μουσικά ουσιαστικό» από το ντεμπούτο τους, με το “One Word” να αποτελεί υπόδειγμα συγχρονισμένης, υψηλής ταχύτητας ανταλλαγής σόλο μεταξύ McLaughlin, Goodman και Hammer, στηριγμένο από το “machine‑gun drumming” του Billy Cobham και το “dancing bass” του Rick Laird . Το ομώνυμο κομμάτι περιγράφεται ως «στιγμή σχεδόν ατονικής μανίας»

Στο επίπεδο παραγωγής, το άλμπουμ ηχογραφήθηκε από τους Jim Green και Ken Scott , ενώ η παραγωγή πιστώνεται στο ίδιο το συγκρότημα.
Το άλμπουμ ξεχωρίζει για το απίστευτο τεχνικό επίπεδο και τη δεξιοτεχνία των μελών του: [1]
  • John McLaughlin – Κιθάρα
  • Jerry Goodman – Ηλεκτρικό βιολί
  • Jan Hammer – Πλήκτρα, Moog synthesizer
  • Rick Laird – Μπάσο
  • Billy Cobham – Τύμπανα, κρουστά 

Το Birds of Fire θεωρείται σήμερα ένα από τα πιο σημαντικά έργα του fusion. Το κομμάτι “Birds of Fire” προτάθηκε για Grammy στην κατηγορία Best Pop Instrumental Performance το 1974 . Η επιρροή του άλμπουμ επεκτείνεται πέρα από τη jazz: επηρέασε progressive rock, metal κιθαρίστες και σύγχρονους fusion μουσικούς.

#MahavishnuOrchestra #BirdsOfFire #JazzFusion #JohnMcLaughlin #BillyCobham #JanHammer #JerryGoodman #RickLaird #Rockanizontas #TravellersWebRadio

 
Ο Larry Carlton είναι ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους κιθαρίστες της αμερικανικής μουσικής σκηνής των ’70s — όχι επειδή βρισκόταν στο προσκήνιο, αλλά επειδή η κιθάρα του «έχτισε» μερικές από τις πιο εμβληματικές ηχογραφήσεις της εποχής.
Οι αναλυτικές πληροφορίες στους δίσκους των Steely Dan και της Joni Mitchell αποκάλυψαν το όνομά του σε όσους αναρωτιούνταν ποιος κρυβόταν πίσω από εκείνες τις καθαρές, μελωδικές, σχεδόν “χειρουργικές” κιθαριστικές γραμμές.

Με τους Steely Dan: Η εποχή της τελειομανίας

Η πρώτη συνεργασία του Carlton με τους Steely Dan έγινε στο Katy Lied (1975) . Η πραγματική όμως «έκρηξη» ήρθε στο The Royal Scam (1976), όπου η μπάντα χρησιμοποίησε πολλούς session κιθαρίστες, αλλά ο Carlton ξεχώρισε με διαφορά.

Kid Charlemagne – Το σόλο που έγινε θρύλος

Το σόλο του στο “Kid Charlemagne” θεωρείται από πολλούς το κορυφαίο στην ιστορία των Steely Dan . Ο Donald Fagen το χαρακτήρισε «δουλειά πραγματικού βιρτουόζου» και αποκάλυψε ότι το μεσαίο σόλο προέκυψε από δύο διαφορετικές εκδοχές, ενώ το outro ήταν καθαρός αυτοσχεδιασμός

Don’t Take Me Alive – Ο ήχος που “κρατάει” το κομμάτι

Ο Carlton θυμάται ότι ο χαρακτηριστικός, “τεράστιος” αρχικός ήχος προέκυψε απλά επειδή ο Fagen του είπε: «Ξεκίνα με έναν μεγάλο, εντυπωσιακό ήχο.» Και ο Carlton το έκανε χωρίς δεύτερη σκέψη.

Ο ήχος του Carlton

Το μυστικό του ήταν ένας μικρός Fender Tweed Deluxe ενισχυτής και η θρυλική Gibson ES-335 του, με την οποία μπορούσε να παίξει από country μέχρι jazz χωρίς να αλλάζει κιθάρα

Aja (1977): Ο κιθαρίστας–συνδετικός κρίκος

Στο Aja, ο Carlton δεν ήταν απλώς κιθαρίστας — ήταν ο άνθρωπος που «μετέφραζε» τις ιδέες των Fagen/Becker στους session μουσικούς, λειτουργώντας σαν μουσικός διευθυντής μέσα στο στούντιο .

Παρότι το άλμπουμ δεν είναι τόσο κιθαριστικό όσο το Royal Scam, η συμβολή του σε κομμάτια όπως το Home At Last και το Aja είναι καθοριστική


Gaucho (1980): Το σόλο που “σώθηκε” από παλιές ταινίες

Το Third World Man, ένα από τα πιο ατμοσφαιρικά κομμάτια των Steely Dan, περιέχει ένα από τα πιο όμορφα σόλο του Carlton — παρότι ο ίδιος δεν συμμετείχε στις ηχογραφήσεις του άλμπουμ. Το σόλο προερχόταν από παλιότερη ηχογράφηση της εποχής του Royal Scam και χρησιμοποιήθηκε επειδή χάθηκε κατά λάθος μια ταινία στο στούντιο της Νέας Υόρκης .

Ο κιθαρίστας της touring μπάντας, Jon Herington, το χαρακτήρισε «ένα από τα καλύτερα pop guitar solos που γράφτηκαν ποτέ»

Με την Joni Mitchell: Η κιθάρα που “αναπνέει” μέσα στη μουσική

Η συνεργασία τους ξεκίνησε στο Court and Spark (1974), όπου ο Carlton έδειξε την ικανότητά του να «ντύνει» τη φωνή της Mitchell με μικρές, ευφυείς κιθαριστικές πινελιές, όπως στο “Help Me

The Hissing of Summer Lawns (1975)

Στο “Edith and the Kingpin” και στο “Shades of Scarlet Conquering”, η Mitchell χρησιμοποίησε δύο διαφορετικά παιξίματα του Carlton — μία ως κιθαριστικό μέρος και μία ως βάση για την ορχηστρική ενορχήστρωση

Hejira (1976): Το απόλυτο πάντρεμα κιθάρας και ποίησης

Στο Hejira, ο Carlton ηχογράφησε μόνος του πάνω στη φωνή και την ακουστική κιθάρα της Mitchell, αυτοσχεδιάζοντας χωρίς οδηγίες .

Στο Amelia, ο Carlton χρησιμοποιεί παρατεταμένες, “αιωρούμενες” κιθαριστικές φράσεις που θυμίζουν slide, δημιουργώντας μια αίσθηση πτήσης που ταιριάζει απόλυτα με το θέμα του τραγουδιού.

Ο Pat Metheny, που έπαιξε τα μέρη του Carlton στην περιοδεία Shadows and Light, παραδέχτηκε ότι δεν μπορούσε να βρει καλύτερες ιδέες — «οι γραμμές του Carlton ορίζουν τα τραγούδια»


Γιατί ο Larry Carlton είναι μοναδικός

Ο Walter Becker το είπε καλύτερα: «Με τον Larry, κάθε πέρασμα ήταν καλό. Ποτέ δεν ήταν μια επίπονη, δύσκολη διαδικασία.»

Ο Carlton δεν ήταν απλώς session κιθαρίστας. Ήταν ο άνθρωπος που μπορούσε να:
καταλάβει το τραγούδι σε βάθος
βρει τον σωστό τόνο
παίξει μελωδικά, όχι επιδεικτικά
υπηρετήσει το κομμάτι, όχι τον εαυτό του

Γι’ αυτό και η κιθάρα του βρίσκεται σε μερικά από τα πιο σημαντικά άλμπουμ της δεκαετίας του ’70.

#LarryCarlton #SteelyDan #JoniMitchell #JazzFusion #GuitarLegend #StudioSessions #70sMusic #GuitarSolo #MusicHistory #TravellersWebRadio #Rockanizontas

🎙️ Ακούς το Travellers Radio – ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις. Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.

(Βασισμένο στο άρθρο του Music Aficionado )