Το άλμπουμ «The Essential» των Oregon είναι μια διπλή συλλογή που κυκλοφόρησε αρχικά σε βινύλιο το 1981 και αργότερα σε CD. Αποτελεί την ιδανική εισαγωγή στον πρωτοποριακό ήχο του συγκροτήματος, ο οποίος συνδυάζει jazz, fusion, world music και ethnic στοιχεία.
Η Ταυτότητα του Άλμπουμ
Εταιρεία: Κυκλοφόρησε από τη Vanguard Records, η οποία φιλοξένησε την πιο δημιουργική, πρώτη περίοδο του γκρουπ.
Η Μουσική: Αντιπροσωπεύει την ακουστική world jazz της δεκαετίας του '70, όπου κυριαρχούν τα παραδοσιακά όργανα της Δύσης (όμποε, κλασική κιθάρα) σε απόλυτη αρμονία με ανατολίτικα όργανα (τάμπλα, σιτάρ).
Η Κλασική Σύνθεση των Oregon
Το άλμπουμ αναδεικνύει τη δεξιοτεχνία των τεσσάρων ιδρυτικών μελών:
Ralph Towner: Κλασική και 12χορδη κιθάρα, πιάνο
Paul McCandless: Όμποε, αγγλικό κόρνο
Glen Moore: Κοντραμπάσο
Collin Walcott: Σιτάρ, τάμπλα, κρουστά
Η Λίστα των Κομματιών (Tracklist)
Η συλλογή περιλαμβάνει 13 από τις κορυφαίες στιγμές της δισκογραφίας τους:
Aurora
Grazing Dreams
Cry of the Peacock / Coral
Tide Pool
Naiads
Margueritte
Canyon Song (από τα πιο γνωστά και λυρικά κομμάτια τους)
Violin (συμμετέχει ο σπουδαίος Πολωνός βιολιστής Zbigniew Seifert)
The Silence of a Candle
Person-To-Person
Dust Devil
Ghost Beads
Sail
Ο τραγικός θάνατος του Collin Walcott τον Νοέμβριο του 1984 σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στην Ανατολική Γερμανία (κατά τη διάρκεια περιοδείας) αποτέλεσε τεράστιο σοκ. Το άλμπουμ Crossing (1985) της ECM Records λειτούργησε ως ο συγκινητικός επίλογος της αρχικής, κλασικής τετράδας.
Η ιστορία των Oregon μετά από αυτό το σημείο χωρίζεται σε τρεις μεγάλες περιόδους:
1. Η Εποχή του Trilok Gurtu (1985–1991)
Μετά από μια προσωρινή διάλυση λόγω πένθους, τα εναπομείναντα μέλη (Towner, McCandless, Moore) επανενώθηκαν τον Μάιο του 1985 για μια συναυλία στη μνήμη του Walcott. Στη θέση των κρουστών κάθισε ο Ινδός δεξιοτέχνης Trilok Gurtu, ο οποίος ήταν η προσωπική επιλογή που είχε αφήσει ο ίδιος ο Walcott σε περίπτωση που χρειαζόταν αντικαταστάτης.
2. Η Εποχή του Mark Walker (1996–2015)
Το 1996, ο Αμερικανός ντράμερ και κρουστός Mark Walker έγινε μόνιμο μέλος. Η προσθήκη του άλλαξε ριζικά τη δυναμική, καθώς για πρώτη φορά το συγκρότημα απέκτησε ένα πλήρες, παραδοσιακό σετ τυμπάνων (drum kit).
3. Αλλαγή Μπάσου και το Τέλος Εποχής (2015–Σήμερα)
Η Αποχώρηση του Glen Moore (2015): Μετά από 45 χρόνια, ο αυθεντικός μπασίστας Glen Moore αποχώρησε, αφήνοντας τους Towner και McCandless ως τα μόνα ιδρυτικά μέλη. Αντικαταστάθηκε από τον Ιταλό Paolino Dalla Porta, με τον οποίο ηχογράφησαν το τελευταίο τους άλμπουμ, Lantern (2017).
Διακοπή Περιοδειών (2019): Το συγκρότημα σταμάτησε οριστικά τις ζωντανές εμφανίσεις.
Ο Θάνατος του Ralph Towner (2026): Η πορεία των Oregon έκλεισε και τυπικά με τον θάνατο του ηγέτη, συνθέτη και κιθαρίστα του γκρουπ, Ralph Towner, ο οποίος έφυγε από τη ζωή στη Ρώμη σε ηλικία 85 ετών.
🎙️ Ακούς το
Travellers Radio
– ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις.
Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.
Το δεύτερο και τελευταίο στούντιο άλμπουμ της αρχικής σύνθεσης, ένα έργο που όρισε το fusion
Το Birds of Fire κυκλοφόρησε στις 19 Ιανουαρίου 1973 από την Columbia Records και αποτελεί το δεύτερο στούντιο άλμπουμ των Mahavishnu Orchestra, αλλά και το τελευταίο της αρχικής σύνθεσης πριν τη διάλυσή της λόγω εσωτερικών συγκρούσεων . Ηχογραφήθηκε τον Αύγουστο του 1972 στα CBS Studios (New York) και στα Trident Studios (London) .
Το άλμπουμ αποτελείται εξ ολοκλήρου από συνθέσεις του John McLaughlin, συμπεριλαμβανομένου του “Miles Beyond (Miles Davis)”, αφιερωμένου στον πρώην bandleader του . Η μουσική κατεύθυνση είναι σαφής: jazz‑fusion υψηλής ταχύτητας, με rock ενέργεια, πολυρυθμίες και αυστηρή ομαδική πειθαρχία.
Η κριτική τοποθέτηση του άλμπουμ υπήρξε σταθερά υψηλή. Το AllMusic το χαρακτηρίζει «ακόμη πιο οργανωμένο και μουσικά ουσιαστικό» από το ντεμπούτο τους, με το “One Word” να αποτελεί υπόδειγμα συγχρονισμένης, υψηλής ταχύτητας ανταλλαγής σόλο μεταξύ McLaughlin, Goodman και Hammer, στηριγμένο από το “machine‑gun drumming” του Billy Cobham και το “dancing bass” του Rick Laird . Το ομώνυμο κομμάτι περιγράφεται ως «στιγμή σχεδόν ατονικής μανίας»
Στο επίπεδο παραγωγής, το άλμπουμ ηχογραφήθηκε από τους Jim Green και Ken Scott , ενώ η παραγωγή πιστώνεται στο ίδιο το συγκρότημα.
Το άλμπουμ ξεχωρίζει για το απίστευτο τεχνικό επίπεδο και τη δεξιοτεχνία των μελών του: [1]
John McLaughlin – Κιθάρα
Jerry Goodman – Ηλεκτρικό βιολί
Jan Hammer – Πλήκτρα, Moog synthesizer
Rick Laird – Μπάσο
Billy Cobham – Τύμπανα, κρουστά
Το Birds of Fire θεωρείται σήμερα ένα από τα πιο σημαντικά έργα του fusion. Το κομμάτι “Birds of Fire” προτάθηκε για Grammy στην κατηγορία Best Pop Instrumental Performance το 1974 . Η επιρροή του άλμπουμ επεκτείνεται πέρα από τη jazz: επηρέασε progressive rock, metal κιθαρίστες και σύγχρονους fusion μουσικούς.
Ο Larry Carlton είναι ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους κιθαρίστες της αμερικανικής μουσικής σκηνής των ’70s — όχι επειδή βρισκόταν στο προσκήνιο, αλλά επειδή η κιθάρα του «έχτισε» μερικές από τις πιο εμβληματικές ηχογραφήσεις της εποχής.Οι αναλυτικές πληροφορίες στους δίσκους των Steely Dan και της Joni Mitchell αποκάλυψαν το όνομά του σε όσους αναρωτιούνταν ποιος κρυβόταν πίσω από εκείνες τις καθαρές, μελωδικές, σχεδόν “χειρουργικές” κιθαριστικές γραμμές.
Με τους Steely Dan: Η εποχή της τελειομανίας
Η πρώτη συνεργασία του Carlton με τους Steely Dan έγινε στο Katy Lied (1975) .
Η πραγματική όμως «έκρηξη» ήρθε στο The Royal Scam (1976), όπου η μπάντα χρησιμοποίησε πολλούς session κιθαρίστες, αλλά ο Carlton ξεχώρισε με διαφορά.
Kid Charlemagne – Το σόλο που έγινε θρύλος
Το σόλο του στο “Kid Charlemagne” θεωρείται από πολλούς το κορυφαίο στην ιστορία των Steely Dan .
Ο Donald Fagen το χαρακτήρισε «δουλειά πραγματικού βιρτουόζου» και αποκάλυψε ότι το μεσαίο σόλο προέκυψε από δύο διαφορετικές εκδοχές, ενώ το outro ήταν καθαρός αυτοσχεδιασμός
Don’t Take Me Alive – Ο ήχος που “κρατάει” το κομμάτι
Ο Carlton θυμάται ότι ο χαρακτηριστικός, “τεράστιος” αρχικός ήχος προέκυψε απλά επειδή ο Fagen του είπε:
«Ξεκίνα με έναν μεγάλο, εντυπωσιακό ήχο.»
Και ο Carlton το έκανε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Ο ήχος του Carlton
Το μυστικό του ήταν ένας μικρός Fender Tweed Deluxe ενισχυτής και η θρυλική Gibson ES-335 του, με την οποία μπορούσε να παίξει από country μέχρι jazz χωρίς να αλλάζει κιθάρα
Aja (1977): Ο κιθαρίστας–συνδετικός κρίκος
Στο Aja, ο Carlton δεν ήταν απλώς κιθαρίστας — ήταν ο άνθρωπος που «μετέφραζε» τις ιδέες των Fagen/Becker στους session μουσικούς, λειτουργώντας σαν μουσικός διευθυντής μέσα στο στούντιο .
Παρότι το άλμπουμ δεν είναι τόσο κιθαριστικό όσο το Royal Scam, η συμβολή του σε κομμάτια όπως το Home At Last και το Ajaείναι καθοριστική
Gaucho (1980): Το σόλο που “σώθηκε” από παλιές ταινίες
Το Third World Man, ένα από τα πιο ατμοσφαιρικά κομμάτια των Steely Dan, περιέχει ένα από τα πιο όμορφα σόλο του Carlton — παρότι ο ίδιος δεν συμμετείχε στις ηχογραφήσεις του άλμπουμ.
Το σόλο προερχόταν από παλιότερη ηχογράφηση της εποχής του Royal Scam και χρησιμοποιήθηκε επειδή χάθηκε κατά λάθος μια ταινία στο στούντιο της Νέας Υόρκης .
Ο κιθαρίστας της touring μπάντας, Jon Herington, το χαρακτήρισε «ένα από τα καλύτερα pop guitar solos που γράφτηκαν ποτέ»
Με την Joni Mitchell: Η κιθάρα που “αναπνέει” μέσα στη μουσική
Η συνεργασία τους ξεκίνησε στο Court and Spark (1974), όπου ο Carlton έδειξε την ικανότητά του να «ντύνει» τη φωνή της Mitchell με μικρές, ευφυείς κιθαριστικές πινελιές, όπως στο “Help Me”
The Hissing of Summer Lawns (1975)
Στο “Edith and the Kingpin” και στο “Shades of Scarlet Conquering”, η Mitchell χρησιμοποίησε δύο διαφορετικά παιξίματα του Carlton — μία ως κιθαριστικό μέρος και μία ως βάση για την ορχηστρική ενορχήστρωση
Hejira (1976): Το απόλυτο πάντρεμα κιθάρας και ποίησης
Στο Hejira, ο Carlton ηχογράφησε μόνος του πάνω στη φωνή και την ακουστική κιθάρα της Mitchell, αυτοσχεδιάζοντας χωρίς οδηγίες .
Στο Amelia, ο Carlton χρησιμοποιεί παρατεταμένες, “αιωρούμενες” κιθαριστικές φράσεις που θυμίζουν slide, δημιουργώντας μια αίσθηση πτήσης που ταιριάζει απόλυτα με το θέμα του τραγουδιού.
Ο Pat Metheny, που έπαιξε τα μέρη του Carlton στην περιοδεία Shadows and Light, παραδέχτηκε ότι δεν μπορούσε να βρει καλύτερες ιδέες — «οι γραμμές του Carlton ορίζουν τα τραγούδια»
Γιατί ο Larry Carlton είναι μοναδικός
Ο Walter Becker το είπε καλύτερα:
«Με τον Larry, κάθε πέρασμα ήταν καλό. Ποτέ δεν ήταν μια επίπονη, δύσκολη διαδικασία.»
Ο Carlton δεν ήταν απλώς session κιθαρίστας.
Ήταν ο άνθρωπος που μπορούσε να: καταλάβει το τραγούδι σε βάθος βρει τον σωστό τόνο παίξει μελωδικά, όχι επιδεικτικά υπηρετήσει το κομμάτι, όχι τον εαυτό του
Γι’ αυτό και η κιθάρα του βρίσκεται σε μερικά από τα πιο σημαντικά άλμπουμ της δεκαετίας του ’70.
Από το άλμπουμ Baharat, το “Love Secret” παραμένει μία από τις πιο ατμοσφαιρικές και αισθαντικές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής world‑fusion σκηνής
Ο Μάκης Αμπλιανίτης είναι από τους λίγους Έλληνες δημιουργούς που κατάφεραν να συνδέσουν τη μεσογειακή παράδοση με τον σύγχρονο world‑fusion ήχο, δημιουργώντας μια μουσική ταυτότητα που αναγνωρίζεται άμεσα. Το “Love Secret”, ένα από τα πιο αγαπημένα κομμάτια του, προέρχεται από το άλμπουμ Baharat, το οποίο κυκλοφόρησε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και καθιερώθηκε ως σημείο αναφοράς για την ελληνική ethnic‑jazz σκηνή.
Το κομμάτι χαρακτηρίζεται από την υποβλητική μελωδία του ούτι και της κιθάρας, τις ανατολίτικες κλίμακες, και την αίσθηση ενός ταξιδιού που κινείται ανάμεσα στη Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και την ευρωπαϊκή jazz.
Ο Μάκης Αμπλιανίτης γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε κλασική κιθάρα, jazz αρμονία και σύγχρονη μουσική. Η δουλειά του χαρακτηρίζεται από τη μίξη ελληνικών, βαλκανικών και ανατολίτικων στοιχείων με jazz και ambient υφές. Το άλμπουμ Baharat θεωρείται από τα σημαντικότερα της ελληνικής world‑fusion σκηνής, ενώ ο Αμπλιανίτης έχει συνεργαστεί με κορυφαίους μουσικούς της Μεσογείου. Η μουσική του έχει παρουσιαστεί σε διεθνή φεστιβάλ και έχει αγαπηθεί ιδιαίτερα από το κοινό που αναζητά έναν ήχο πνευματικό, ταξιδιάρικο και βαθιά ανθρώπινο.
#MakisAblianitis #LoveSecret #Baharat #WorldFusion #MediterraneanMusic #EthnicJazz #GreekMusic #TravellersWebRadio
Ο Κυριάκος Σφέτσας (1945–2026) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες της μεταπολεμικής γενιάς, με έργο που εκτείνεται από τη συμφωνική και χορωδιακή μουσική έως την ηλεκτρονική, jazz, fusion και το κινηματογραφικό score. Γεννήθηκε στην Αμφιλοχία και μεγάλωσε στη Λευκάδα, όπου έκανε τα πρώτα του μουσικά βήματα στη Φιλαρμονική και στο Εθνικό Ωδείο της πόλης.
Το 1964 συνοδεύει στο πιάνο τη Μαρία Κάλλας στην τελευταία της εμφάνιση στην Ελλάδα — μια στιγμή που σημάδεψε την πρώιμη πορεία του. Μετά τη δικτατορία του 1967 μετακινείται στο Παρίσι, όπου σπουδάζει με τον Max Deutsch και έρχεται σε επαφή με κορυφαίες μορφές της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας όπως οι Ιάννης Ξενάκης, Luigi Nono και Henri Dutilleux.
Η πρώτη δημόσια παρουσίαση έργου του, τα Episodes for Solo Piano, πραγματοποιείται λίγο μετά τον Μάη του ’68, με εξαιρετικές κριτικές. Στο Παρίσι συνθέτει επίσης τοSmog (1974), ένα από τα πρώτα έργα παγκοσμίως για τετρακαναλική μαγνητοταινία, γραμμένο για το ομώνυμο μπαλέτο του Michel Cazerta.
Το 1975 επιστρέφει στην Ελλάδα, προσκεκλημένος του Μάνου Χατζιδάκι, και εργάζεται στην Ελληνική Ραδιοφωνία, όπου αργότερα γίνεται διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος (1982–1994).
Στη δεκαετία του ’80 στρέφεται και στον κινηματογράφο, γράφοντας μουσική για ταινίες όπως η Παραγγελιά (βραβείο μουσικής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 1980), το Στίγμα (1982), η Νύχτα με τη Σιλένα (1986) και η Εποχή των Δολοφόνων (1993).
Παράλληλα, δημιουργεί την Greek Fusion Orchestra, ένα από τα πιο πρωτοποριακά ελληνικά σύνολα της εποχής, συνδυάζοντας jazz‑fusion, ελληνικά μοτίβα και σύγχρονη γραφή. Τα αρχειακά άλμπουμ Vol. 1 (2018) και Vol. 2 (2019) επανέφεραν το έργο του στο προσκήνιο της νεότερης γενιάς.
Ο Σφέτσας πέθανε στις 20 Απριλίου 2026, σε ηλικία 80 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο και πολυστυλιστικό έργο που καλύπτει πάνω από πέντε δεκαετίες δημιουργίας.
Η δισκογραφία του περιλαμβάνει έργα συμφωνικής μουσικής, μουσική δωματίου, ηλεκτρονικά έργα, μπαλέτα, θεατρική μουσική, jazz‑fusion συνθέσεις και τραγούδια σε ποίηση Ελλήνων και ξένων δημιουργών. Από το 1999 ζούσε στη Λευκάδα, όπου διετέλεσε καλλιτεχνικός διευθυντής πολιτιστικών θεσμών του νησιού.
Το άλμπουμ “Measures of Time” κυκλοφόρησε το 1974 από το συγκρότημα Pandora, ένα σχετικά άγνωστο αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα της σκηνής του European Progressive Rock των αρχών της δεκαετίας του ’70. Το συγκρότημα προερχόταν από τη Σουηδία, σε μια περίοδο όπου το προοδευτικό ροκ είχε ήδη καθιερωθεί διεθνώς μέσα από καλλιτέχνες όπως οι Genesis, Yes και King Crimson, επηρεάζοντας σημαντικά τη μουσική παραγωγή στη Σκανδιναβία.
Το “Measures of Time” παραμένει η μοναδική ολοκληρωμένη στούντιο κυκλοφορία της μπάντας. Το άλμπουμ αποτελείται από έξι συνθέσεις συνολικής διάρκειας περίπου 33 λεπτών, με χαρακτηριστικά στοιχεία του Symphonic Prog: εκτεταμένες δομές, χρήση πλήκτρων και δυναμικές εναλλαγές ανάμεσα σε μελωδικά και πιο σύνθετα τμήματα.
Η ομώνυμη σύνθεση “Measures of Time” ανοίγει το άλμπουμ και παρουσιάζει τις βασικές αισθητικές κατευθύνσεις της μπάντας: μελωδικές γραμμές στο piano και synthesizer, κιθαριστική ανάπτυξη και φωνητική ερμηνεία που κινείται στο ύφος του κλασικού ευρωπαϊκού progressive. Οι μεγαλύτερης διάρκειας συνθέσεις, όπως τα “Dusty Ledger” και “Mind of Confusion”, αναπτύσσονται με σαφή προοδευτική δομή, με εναλλαγές ρυθμού και εκτεταμένα instrumental μέρη..
Μουσικολογικά, το άλμπουμ κινείται ανάμεσα σε symphonic prog και melodic progressive rock, με εμφανείς επιρροές από τη βρετανική σκηνή. Η χρήση των keyboards έχει κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη των θεμάτων, ενώ η κιθάρα λειτουργεί περισσότερο συμπληρωματικά, δημιουργώντας υφή παρά επιθετική παρουσία.
Η ηχογράφηση πραγματοποιήθηκε με παραγωγικές πρακτικές τυπικές της εποχής, με σαφή έμφαση στην οργανική συνοχή της μπάντας και περιορισμένη στούντιο επεξεργασία. Το αποτέλεσμα είναι ένας ήχος καθαρός αλλά αναλογικός, χαρακτηριστικός των ευρωπαϊκών προοδευτικών κυκλοφοριών των αρχών της δεκαετίας του ’70.
Συμμετέχοντες Μουσικοί Peter Hjelm – lead vocals Leif Hellquist – guitar Åke Rolf – guitar Björn Malmqvist – bass Bertil Jonsson – drums Janne “Flojda” Dockner – piano, synthesizer
Tracklist
Measures of Time – 4:26 Dusty Ledger – 7:57 The Queen – 5:03 Life Is Good, Life Is Bad – 4:21 Tailor – 5:30 Mind of Confusion – 7:00
Το άλμπουμ κυκλοφόρησε αρχικά σε LP το 1974 στη Σουηδία, ενώ επανεκδόθηκε σε CD το 2015 από την Paisley Press στη Γερμανία, γεγονός που επέτρεψε την επανανακάλυψη του έργου από συλλέκτες και ακροατές του progressive rock.
Οι Pandora ανήκουν στο κύμα μικρότερων ευρωπαϊκών συγκροτημάτων που εμφανίστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’70, επηρεασμένα από το βρετανικό progressive rock. Παρότι η μπάντα δεν απέκτησε διεθνή αναγνώριση και δεν συνέχισε με δεύτερη δισκογραφική δουλειά, το άλμπουμ “Measures of Time” (1974) θεωρείται σήμερα συλλεκτικό δείγμα της σκανδιναβικής prog σκηνής. Η αρχική κυκλοφορία έγινε από τη σουηδική SMA, ενώ η επανέκδοση σε CD το 2015 βοήθησε το άλμπουμ να επανεμφανιστεί σε δισκογραφικές λίστες συλλεκτών και αρχειακών επανεκδόσεων του είδους.
🎙️ Ακούς το
Travellers Radio
– ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις.
Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.
Χαμηλώστε την ένταση του player αν δεν θέλετε να ακούγεται η μουσική.
Ο player θα συνεχίσει να παίζει χωρίς ήχο κάθε φορά που θα μπαίνετε στη σελίδα.
Αν θέλετε να ακούσετε, απλώς ανεβάστε την ένταση.
Οι Eagles ήταν ένα από τα βασικά γκρουπ που καθόρισαν τον ήχο της δεκαετίας του '70. Οι αρμονίες και ο ήχος της country rock αιχμαλώτισ...
Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα
Η ακινησία είναι θάνατος. Στάση ζωής.
Το τέλος μπορεί να περιμένει λίγο ακόμα.
Πριν χαθούμε. Λίγο ροκ ακόμα πριν μας αγκαλιάσει οριστικά το φως.
Η μουσική είναι μονάδα μέτρησης για μας.
Ο πόνος περικλείει ελευθερία.
Όνειρα που καίγονται σαν κεριά, αφήνοντας σημάδια στα χέρια.
Χαρίζει σιωπές. Μας κάνει πιο δυνατούς.
Στο φόβο του ταξιδιού κρύβεται η συνέχεια.
Η συλλογή των κομματιών μας.
Αυτό το ροκ δεν θα τελειώσει ποτέ.
Όλα είναι δρόμος.
— Σταύρος Σταυρόπουλος
Η μουσική είναι δική μας.
Είναι εμείς.
Και όπως εμείς, είναι πάντα εδώ.
Μας περιβάλλει σαν τα άπειρα σωματίδια της ζωής.
Δεν φαίνεται.
Μόνο νιώθεται.
Όπως η ζωή.
Η Ροκ Είναι Τούτο
Πέτρα που κυλάει,
ανατρέπει, αμφισβητεί,
δεν πείθεται και δε σταματάει,
κόντρα στα κρατούντα,
κόντρα σε όσα οι άλλοι θεωρούν δεδομένα.
Henry David Thoreau
«Όταν ακούω μουσική,
Δεν νιώθω κανέναν κίνδυνο.
Είμαι άτρωτος.
Δεν βλέπω εχθρό.
Είμαι συγγενής με τους παλαιότερους χρόνους και με τους νεότερους.»
Alexis Korner
«Σε όλη μου τη ζωή πρέπει να υπέφερα από βαριά σχιζοφρένεια.
Ο ένας μου εαυτός, αυτός που ακούει ό,τι δεν μπορεί να παίξει ο άλλος,
είναι αυτός που κυριαρχεί...»
Robert Fripp
«Η μουσική είναι το κρασί
που γεμίζει το φλιτζάνι της σιωπής.»
Alan Watts
“When we dance, the journey itself is the point,
as when we play music the playing itself is the point.
And exactly the same thing is true in meditation.
Meditation is the discovery that the point of life
is always arrived at in the immediate moment.”
Always Somewhere ॐ Travelling through sound & silence