Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hermann Hesse. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hermann Hesse. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Έτσι όμως όπως είναι τώρα η ζωή μου δεν έχει επίκεντρο παρά αιωρείται ανάμεσα σε σειρές από πόλους και αντιπάλους. Λαχτάρα για μόνιμο σπιτικό από τη μια μεριά, λαχτάρα για να βρίσκομαι διαρκώς μεσοστρατίς από την άλλη. Πόθος για μοναστήρι και μοναξιά από εδώ, λαχτάρα για αγάπη και κοινωνικότητα από εκεί!

Μάζεψα βιβλία και πίνακες και τα έδωσα πάλι σε άλλους. Έζησα έντονα και άσωτα και ύστερα εγκατέλειψα αυτού του είδους τη ζωή και στράφηκα στον ασκητισμό και στην εγκράτεια. Τίμησα με πίστη τη ζωή σαν ουσία κι ύστερα έφτασα στο να μπορώ να την αναγνωρίζω και να την αγαπώ σαν μηχανική λειτουργία.

Αλλά δεν είναι δική μου δουλειά το να κάνω αλλιώτικο τον εαυτό μου. Αυτό είναι ζήτημα θαύματος. Όμως όποιος αναζητάει το θαύμα, όποιος θέλει να βοηθηθεί από το θαύμα, πάντοτε το θαύμα τού διαφεύγει. Εμένα δουλειά μου είναι να αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα σε πολλές αντιθέσεις και να είμαι έτοιμος όταν το θαύμα έρθει από μόνο του. Εμένα δουλειά δική μου είναι το να είμαι ανικανοποίητος και να υποφέρω από αστάθεια και ανησυχία.

Κόκκινο σπίτι μέσα στην πρασινάδα! Σε βίωσα ήδη, δε μου επιτρέπεται να θέλω να σε βιώσω ακόμα μια φορά. Είχα κάποτε πατρίδα, είχα οικοδομήσει ένα σπίτι, είχα φτιάξει αρμονικά τοίχους και στέγη, είχα χαράξει δρομάκια στον κήπο και είχα κρεμάσει στους τοίχους αυτού του σπιτιού πίνακες ζωγραφισμένους από εμένα τον ίδιο. Κάθε άνθρωπος έχει μια ροπή για τέτοια πράγματα —μακάριος εγώ που μπόρεσα να τα ζήσω μια φορά! Πολλές από τις επιθυμίες μου πραγματοποιήθηκαν. Ήθελα να γίνω ποιητής κι έγινα ποιητής. Ήθελα να έχω ένα σπίτι κι έχτισα ένα σπίτι. Ήθελα να έχω γυναίκα και παιδιά κι απόχτησα. Ήθελα να μιλήσω στους ανθρώπους και να επιδράσω επάνω τους και το έκανα. Και κάθε πραγματοποίηση επιθυμίας μου γινόταν γρήγορα χορτασμός. Το να είμαι χορτάτος όμως ήταν κάτι που δεν μπορούσα να το αντέξω. Ύποπτη μου έγινε η ποίηση. Στενό μου έγινε το σπίτι. Κανένας επιτευγμένος στόχος δεν ήταν πια στόχος, κάθε δρόμος ήταν λοξοδρόμηση, κάθε ανάπαυλα κυοφορούσε καινούρια λαχτάρα.

Πολλά γυρόστρατα θα πάρω ακόμα, πολλές πραγματοποιήσεις πόθων μου θα με απογοητεύσουν ακόμα. Κάποτε όλα θα δείξουν το νόημά τους.

Εκεί που οι αντιθέσεις εξαφανίζονται είναι η νιρβάνα. Όμως εμένα καίνε ακόμα μέσα μου ζωηρά οι αντιθέσεις, αγαπημένα αστέρια της ασίγαστης λαχτάρας.

Αναγνωστικό
Έρμαν Έσσε
Εκδόσεις Σ.Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ

lecturesbureau
Και ποιος έψαχνε στα χαλάσματα της ζωής του κάποιο νόημα, ποιος υπέφερε το φαινομενικά ανόητο, ποιος ζούσε το φαινομενικά τρελό, ποιος ήλπιζε μυστικά μέσα στο τελικό χάος να βρει την αποκάλυψη και την ύπαρξη του θεού?

Στα σημάδια του λύκου της στέπας διέκρινες τον άνθρωπο της νύχτας. Το πρωί ήταν γι' αυτόν μια άσχημη ώρα, που την φοβόταν και ποτέ δεν του είχε φέρει τίποτα καλό.

Όχι, δεν ήταν, για τίποτα που πέρασε δεν ήταν κρίμα. Κρίμα είναι μόνο για το σήμερα και το τώρα, για όλες αυτές τις αμέτρητες ώρες και μέρες που έχανα, που υπέφερα μόνο, και οι οποίες ούτε δώρα έφερναν ούτε συγκινήσεις. 

Είμαι περίεργος να δω πόσα μπορεί ν' αντέξει ένας άνθρωπος. όταν φτάσω τα όρια της αντοχής, το μόνο που θα κάνω είναι ν' ανοίξω την πόρτα και θά 'χω σωθεί. 

Ο αστός είναι έτσι απ' τη φύση του, ένα πλάσμα με αδύναμο ζωτικό ένστικτο, φοβισμένο, που φοβάται ακόμα και στον εαυτό του να παραδοθεί. 

Βλέπουμε ότι έχει ισχυρές παρορμήσεις, τόσο για να γίνει άγιος όσο και άθλιος, αλλά λόγω κάποιας αδυναμίας ή αδράνειας δεν κατάφερε να πάρει φόρα και να βγει στο ελεύθερο σύμπαν και παρέμεινε δεμένος στην τροχιά του μητρικού πλανήτη της αστικής κοινωνίας. 

Να ζεις στον κόσμο σαν να μην ήταν ο κόσμος, να τηρείς τους νόμους κι όμως να είσαι υπεράνω τους, να κατέχεις ''σαν να μην κατέχεις'', ν' απαρνιέσαι σαν να μην ήταν άρνηση.

Όμως τα πράγματα στη ζωή δεν είναι τόσο απλά όπως μέσα στις σκέψεις μας κι ούτε τόσο χοντροκομμένα όπως στη φτωχή μας γλώσσα των ηλιθίων.

Επειδή είμαι κάτι σαν καθρέφτης σου, γιατί υπάρχει μέσα μου κάτι που σε νιώθει και σου δίνει μια απάντηση. Και θα' πρεπε κανονικά, όλοι οι άνθρωποι να είναι τέτοιοι καθρέφτες και να επικοινωνούν έτσι ο ένας με τον άλλο...


Hermann Hesse
Φοβόμαστε χίλια πράγματα, τον πόνο, τις αποφάσεις, την ίδια μας την καρδιά; φοβόμαστε τον ύπνο, το ξύπνημα, την μοναξιά, το κρύο, την τρέλα, τον θάνατο.
Ειδικά τον θάνατο. Όλα είναι μάσκες, μεταμφιέσεις.
Στην πραγματικότητα υπάρχει μονάχα μια φοβία; εκείνη να αφεθούμε , να πέσουμε στο κενό, να κάνουμε το βήμα προς το άγνωστο, μακρυά από κάθε σιγουριά...υπάρχει μια και μοναδική τέχνη, ένα δόγμα, ένα μυστήριο:να αφεθείς στο κενό , να μην αντισταθείς στο θέλημα του Θεού, χωρίς καμιά προσκόλληση σε οτιδήποτε, ούτε στο καλό ούτε στο κακό.
Μόνο τότε λυτρώνεσαι, απελευθερώνεσαι από τον πόνο, την θλίψη...απελευθερώνεσαι από τον φόβο.

H. Hesse
Για να διηγηθώ τη ζωή μου, πρέπει να ξεκινήσω από τα πολύ παλιά χρόνια. Αν μου ήταν μπορετό, έπρεπε να πάω πολύ πίσω, ως τα πρώτα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας κι ακόμα πιο μακριά, στις ίδιες τις ρίζες της καταγωγής μου.
Οι λογοτέχνες, όταν γράφουν μυθιστορήματα, φροντίζουν να φαίνονται σαν θεοί και πιστεύουν πως μπορούν την κάθε ανθρώπινη ιστορία να την εξετάζουν και να την περιγράφουν με όλες τις λεπτομέρειες και συνάμα να την παρουσιάζουν με τέτοιο τρόπο, που μόνο ο Θεός θα μπορούσε να τη διηγηθεί, χωρίς σκοτεινά σημεία και με όλα τα ουσιαστικά γνωρίσματα. Κάτι τέτοιο δεν μπορώ να το κάνω, όπως άλλωστε και οι λογοτέχνες πολύ λίγο το καταφέρνουν. Αλλά η ιστορία μου είναι πολύ πιο σημαντική από την ιστορία ενός οποιουδήποτε άλλου λογοτέχνη. Γιατί είναι μια ιστορία πέρα για πέρα δική μου. Πρόκειται για την ιστορία ενός πραγματικού, ζωντανού και μοναδικού ανθρώπου, κι όχι για έναν πλαστό, υποτιθέμενο ή ιδανικό ήρωα. Σήμερα λιγότερο από κάθε άλλη φορά ξέρουμε τι είναι πραγματικά ένας ζωντανός άνθρωπος. Έτσι φτάνουμε στο σημείο να εξοντώνουμε κατά μάζες τους ανθρώπους, που ο καθένας τους αποτελεί μια πολύτιμη και μοναδική προσπάθεια της φύσης. Αν δεν ήμασταν άνθρωποι, με ανεπανάληπτη προσωπικότητα, τότε θα αρκούσε μια σφαίρα να μας εξαφανίσει από τη γη, χωρίς να υπάρχει κανένα νόημα να διηγείται κανείς ιστορίες. Κάθε άνθρωπος δεν είναι απλώς ένα άτομο, αλλά κάτι το ανεπανάληπτο, το ιδιαίτερο πέρα για πέρα, το πάντοτε σπουδαίο και αξιοσημείωτο κέντρο, όπου διασταυρώνονται τα φαινόμενα του κόσμου, με ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο χαρακτήρα. Γι' αυτό ακριβώς η ιστορία του κάθε ανθρώπου είναι σπουδαία, αιώνια, θεία. Γι' αυτό ο κάθε άνθρωπος, όσο ζει και εκπληρώνει τη θέληση της φύσης, είναι άξιος θαυμασμού και κάθε προσοχής. Στον καθένα μορφοποιείται το πνεύμα, στον καθένα πάσχει η δημιουργία, στον καθένα σταυρώνεται κι ένας λυτρωτής.
Λίγοι ξέρουν σήμερα τι είναι ο άνθρωπος. Πολλοί όμως το νιώθουν και πεθαίνουν πιο εύκολα, όπως κι εγώ πιο εύκολα θα πεθάνω στην ώρα μου, αφού τελειώσω την ιστορία αυτή.
Δεν μπορώ να ονομάσω τον εαυτό μου πολύξερο. Ήμουν ένας ερευνητής και εξακολουθώ ακόμα να είμαι, αλλά δεν ψάχνω την αλήθεια στα αστέρια και τα βιβλία. Αρχίζω να αφουγκράζομαι το αίμα που κυλά μουρμουριστά μέσα στο σώμα μου. Η δική μου ιστορία δεν είναι ευχάριστη ούτε γλυκιά και αρμονική, όπως είναι οι κατασκευασμένες ιστορίες. Φαίνεται να γεύεται το άλογο στοιχείο και τη σύγχυση, την τρέλα και το όνειρο, όπως είναι η ζωή όλων των ανθρώπων που δεν θέλουν να πουν ψέματα.
Η ζωή του κάθε ανθρώπου είναι ένας δικός του δρόμος, η προσπάθεια για την εύρεση ενός δρόμου, η διαίσθηση πως κάπου υπάρχει ένα μονοπάτι. Κανένας άνθρωπος δεν μπόρεσε να γίνει αυτό που ήθελε ο ίδιος. Όλοι προσπαθούν να γίνουν κάτι, άλλος στα τυφλά, άλλος στα φανερά, ο καθένας όπως μπορεί. Ο καθένας φέρνει μαζί του ως το τέλος τα υπολείμματα από τη γέννησή του, τις μεμβράνες και το κέλυφος του αυγού ενός αρχέτυπου κόσμου. Πολλοί δεν γίνονται ποτέ άνθρωποι, παραμένοντας βατράχια, σαύρες, μυρμήγκια. Άλλοι πάλι στο πάνω μέρος είναι άνθρωποι και στο κάτω είναι ψάρια. Αλλά ο καθένας είναι η πορεία της φύσης για τη μορφοποίηση του ανθρώπου. Σε όλους μας είναι κοινές οι ρίζες και οι μάνες. Προερχόμαστε από την ίδια άβυσσο. Αλλά ο καθένας επιδιώκει τον δικό του σκοπό, βγαίνοντας μέσα από τα βάθη της με προσπάθεια και ορμή. Μπορούμε να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον, αλλά ο καθένας ξέρει μόνο ο ίδιος να εξηγήσει τον εαυτό του.
Έρμαν Έσσε, ΝΤΕΜΙΑΝ
μετάφραση Κ.Προκοπίου
εκδόσεις Νεφέλη
Είναι αξιοπερίεργο το πόσο φευγαλέες
πόσο προσωρινές, πόσο απόλυτα εξαρτημένες
απ’ την τύχη, είναι οι πιο βαθιές,
οι πιο υπέροχες εμπειρίες της ψυχής..


Έρμαν Έσσε
Φοβόμαστε χίλια πράγματα, τον πόνο, τις αποφάσεις, την ίδια μας την καρδιά; φοβόμαστε τον ύπνο, το ξύπνημα, την μοναξιά, το κρύο, την τρέλα, τον θάνατο.
Ειδικά τον θάνατο. Όλα είναι μάσκες, μεταμφιέσεις.
Στην πραγματικότητα υπάρχει μονάχα μια φοβία; εκείνη να αφεθούμε , να πέσουμε στο κενό, να κάνουμε το βήμα προς το άγνωστο, μακρυά από κάθε σιγουριά...υπάρχει μια και μοναδική τέχνη, ένα δόγμα, ένα μυστήριο:να αφεθείς στο κενό , να μην αντισταθείς στο θέλημα του Θεού, χωρίς καμιά προσκόλληση σε οτιδήποτε, ούτε στο καλό ούτε στο κακό.
Μόνο τότε λυτρώνεσαι, απελευθερώνεσαι από τον πόνο, την θλίψη...απελευθερώνεσαι από τον φόβο.
H. Hesse
Μέχρι στιγμής έχω γευτεί όλους τους θανάτους
και θα πεθάνω γι’ άλλη μια φορά
γνωρίζοντας το θάνατο του ξύλου μες στο δέντρο,
το θάνατο της πέτρας στο βουνό,
το θάνατο της γης στην άμμο,
το θάνατο των φύλλων στου θερινού χόρτου το θρόισμα
κι ακόμα το φτωχό, αιματηρό θάνατο του ανθρώπου.

Όμως θα ξαναγεννηθώ ανθός,
δέντρο και χλόη θα ξαναγεννηθώ,
ψάρι κι ελάφι πούλι και πεταλούδα.
Και μέσ’ από την όποια μου μορφή
η νοσταλγία θα μ’ ανεβάσει και θα φτάσω
τον ύστερο πια πόνο
τον πόνο των ανθρώπων.

Hermann Hesse

Μετάφραση: Ανδρέας Αγγελάκης

Αχ, είναι δύσκολο να βρεις αυτό το θεϊκό μονοπάτι μέσα σ’ αυτή τη ζωή που κάνουμε, σε τούτη δω την
αποβλακωμένη και ανούσια εποχή με την πνευματική της στειρότητα, την αρχιτεκτονική της, τις επιχειρήσεις της, την πολιτική της, τους ανθρώπους της!Πως θα μπορούσα να μην καταντήσω ένας μοναχικός λύκος, ένας άξεστος ερημίτης, αφού δεν συμμερίζομαι τους στόχους της και τις αξίες της και δεν καταλαβαίνω καμιά από τις απολαύσεις της;Δεν μπορώ να μείνω για πολλή ώρα ούτε στο θέατρο ούτε στον κινηματογράφο.Σπάνια διαβάζω εφημερίδα κι ακόμα πιο σπάνια κάποιο μοντέρνο βιβλίο. Δεν μπορώ να καταλάβω ποιά ευχαρίστηση και ποιά χαρά βρίσκουν οι άνθρωποι με το να συνωστίζονται στα ξενοδοχεία και στους σιδηροδρόμους, στα κέντρα με την αποπνιχτική ατμόσφαιρα και την απαίσια μουσική, στα μπαρ και στα βαριετέ, στις διεθνείς εκθέσεις και στον ιππόδρομο……..




Από την άλλη μεριά, όσα μου συμβαίνουν στις σπάνιες ώρες τις χαράς μου, όσα για μένα είναι ζωή, ευδαιμονία, έκσταση και πνευματική ανάταση, οι άνθρωποι, γενικά, τα αναζητούν μόνο στην φαντασία. Στην πραγματική ζωή τα βρίσκουν παράλογα και απίθανα. Κι έτσι, αν οι άνθρωποι έχουν δίκιο, αν αυτή η μουσική των νυχτερινών κέντρων είναι απόλαυση, αν αυτή η μαζική διασκέδαση δίνει χαρά κι αν αυτό το αμερικανοποιημένο πλήθος που ευχαριστιέται με το τίποτα έχει δίκιο, τότε εγώ έχω άδικο, είμαι τρελός. Είμαι στ’ αλήθεια ο Λύκος της Στέπας, όπως συχνά αποκαλώ τον εαυτό μου, αυτό το ξεστρατισμένο αγρίμι, που δε βρίσκει ούτε σπιτικό, ούτε χαρά, ούτε ελπίδα σ’ ένα κόσμο παράξενο και ακατανόητο….
Έρμαν Έσσε : Ο Λύκος της Στέπας


πηγη
«Όταν νομίζουμε ότι πλήττουμε με κάποιον, είναι γιατί κατέχει κάτι που μας αγγίζει βαθιά και μας προκαλεί δυσφορία. Αυτός ο κάποιος γίνεται καθρέφτης για κάτι που υπάρχει μέσα μας και δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε. Αλλιώς δεν θα μας ενοχλούσε τόσο. Έτσι, ο μεν τσιγκούνης υπομένει την τσιγκουνιά των άλλων με περισσότερη ένταση από οποιονδήποτε, ο δε αδιάκριτος τσαντίζεται υπερβολικά όταν υφίσταται την αδιακρισία. Το πρόσωπο που μισούμε είναι καθρέφτης μας και, συνεπώς ένας πνευματικός δάσκαλος που δεν πρέπει να υποτιμάμε»
Hermann Hesse

Στην αρχή του ανηφορικού βραχώδους μονοπατιού κοντοστάθηκα διστακτικά και έστρεψα το βλέμμα προς τα πίσω.
Ο ήλιος έλαμπε πάνω από αυτό το καταπράσινο ειδυλλιακό τοπίο. Στα χρυσαφένια χωράφια υψώνονταν οι κορυφές των σιτηρών, που λικνίζονταν με το ελαφρύ αεράκι.
Εκεί ασφαλώς θα πρέπει να είναι ωραία να ζεις ανάμεσα στα μεθυστικά αρώματα και τα ζωηρά χρώματα. Μήπως ήμουν τρελός, εγώ που ήθελα να αφήσω όλα αυτά για να σκαρφαλώσω στο Βουνό;
Ο οδηγός με έπιασε από το μπράτσο. Απρόθυμα απομάκρυνα το βλέμμα από το αγαπημένο τοπίο, έτσι όπως σε τραβάνε βίαια από ένα χαλαρωτικό μπάνιο. Και να, μπροστά μου το ομιχλώδες πέρασμα, με το σκοτεινό ρυάκι στις όχθες του οποίου διέκρινα χλομές τούφες από αγριόχορτα και ψυχρές γκρίζες πέτρες , σαν οστά.
«Είναι καλύτερα να ξεκουραστούμε για λίγο», μου είπε ο οδηγός. Χαμογέλασε υπομονετικά και καθίσαμε. Έκανε ψύχρα: Από το βραχώδες άνοιγμα μας χτυπούσε ένα ρεύμα αέρα, παγωμένο σαν πέτρα.
Άσχημο, πολύ άσχημο να βαδίσω αυτό το δρόμο! Δυσάρεστο να πρέπει να χωθείς σ’αυτό το σκοτεινό πέρασμα , να σκαρφαλώσεις στα τυφλά αυτή την απότομη πλαγιά.
«Μου φαίνεται ένα φοβερό μονοπάτι», είπα διστακτικά. Μέσα μου τρεμόπαιζε σαν φλόγα που σβήνει η θερμή ελπίδα, απίθανη, παράλογη, ότι θα μπορούσαμε να κάνουμε μεταβολή, ότι ο οδηγός θα μπορούσε να πεισθεί να μας απαλλάξει από τέτοια δοκιμασία. Ναι, γιατί όχι; Μήπως το μέρος που προερχόμαστε δεν είναι χίλιες φορές πιο όμορφο; Και η ζωή εκεί δεν κυλούσε πιο πλούσια, πιο ζεστή, πιο ευχάριστη; Και δεν ήμουν εγώ ένα ανθρώπινο ον, ένα πλάσμα αδύναμο και θνητό που είχε δικαίωμα για λίγη ευτυχία, για μια ηλιαχτίδα, για λίγο γαλάζιο του ουρανού και για ένα λουλούδι;
Όχι, ήθελα να γυρίσω πίσω. Δεν είχα καμιά επιθυμία να παίξω τον μάρτυρα! Ήθελα να περάσω μια ζωή ήρεμη και ευχάριστη και αυτό μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο αν παρέμενα στη φωτεινή κοιλάδα.
Σύντομα άρχισα να τρέμω από το κρύο. Δεν μπορούσαμε να παραμείνουμε για πολύ εκεί.
«Παγώνεις» διαπίστωσε ο οδηγός. «Είναι καλύτερα να κινηθούμε». Και με αυτά τα λόγια σηκώθηκε, τεντώθηκε και με κοίταξε χαμογελαστός. Δεν ήταν ούτε ειρωνικό ούτε συμπονετικό βλέμμα. Ένα χαμόγελο χωρίς σκληρότητα αλλά και χωρίς επιείκεια. Δεν υπήρχε τίποτα σ ‘ αυτό που δεν ήταν κατανόηση, συνειδητότητα. Αυτό το χαμόγελο έλεγε απλά : «Σε γνωρίζω. Γνωρίζω το φόβο που αισθάνεσαι, δεν έχω καθόλου ξεχάσει τον χθεσινό και προχθεσινό κομπασμό σου. Κάθε σκίρτημα φόβου που παράγεται μέσα στην καρδιά σου, κάθε βλέμμα νοσταλγίας που ρίχνεις στο αγαπημένο φως εκεί κάτω, μου είναι γνωστό και οικείο, το μαντεύω πριν καν εμφανιστεί». Να, αυτό ήταν το χαμόγελο που μου χάρισε ο οδηγός και μετά κατευθύνθηκε προς τη σκοτεινή κλεισούρα. Εγώ τον αγάπησα και τον μίσησα, όπως ο καταδικασμένος σε θάνατο μισεί και αγαπάει το τσεκούρι που υψώνεται πάνω από το λαιμό του. Αλλά, πάνω απ’όλα, μισούσα και απεχθανόμουν τη γνώση του, την καθοδηγητική του ικανότητα και την ψυχρότητα, την έλλειψη συμπαθητικών αδυναμιών και μισούσα σε μένα τον ίδιο όλο αυτό που του έδινε δίκιο, που τον επιδοκίμαζε, που ήταν όμοιο μ’αυτόν και ήθελε να τον ακολουθήσει.
Τώρα πια με είχε προσπεράσει αρκετά μέτρα, πηδώντας πάνω στις πέτρες είχε διαβεί το μαύρο ρυάκι και είχε ήδη σχεδόν χαθεί από το βλέμμα μου πίσω από τον πρώτο βράχο .
«Σταμάτα», του φώναξα, «δεν μπορώ, δεν είμαι ακόμα έτοιμος.» Ο οδηγός κοντοστάθηκε και με επεξεργάστηκε ακίνητος, χωρίς επίκριση, αλλά με εκείνη την τρομερή κατανόησή του, με εκείνη την ανυπόφορη συνειδητότητα, αυτή του την διαίσθηση, εκείνη την αυτονόητη γνώση.
«Μήπως θα ήταν καλύτερα να γυρίσουμε πίσω;», ρώτησε και δεν είχε προλάβει να προφέρει την τελευταία του λέξη και κατάλαβα, με κακή διάθεση, ότι θα είχα απαντήσει αρνητικά, ότι θα έπρεπε να του πω όχι. Και ταυτόχρονα, όλο αυτό που ήταν παλιό, συνήθεια, προσφιλές, οικείο, ούρλιαξε απελπισμένα : «Πες ναι, πες ναι,» και μου έδεσε στο πόδι, σαν σιδερένια μπάλα, ολόκληρο τον κόσμο και την πατρίδα. Ήθελα να ουρλιάξω «ναι», κι όμως ήξερα με απόλυτη βεβαιότητα ότι δεν θα μπορούσα να το κάνω.
Τότε ο οδηγός έδειξε με το τεντωμένο χέρι του την κοιλάδα πίσω από τις πλάτες μου και για μια ακόμη φορά γύρισα να κοιτάξω αυτή την αγαπημένη περιοχή. Διαπίστωσα τότε ό,τι πιο οδυνηρό θα μπορούσε ποτέ να μου συμβεί. Οι αγαπημένες πεδιάδες απλωνόντουσαν θαμπές και χωρίς χαρά. Κάτω από ένα ξεθωριασμένο αποδυναμωμένο ήλιο, τα χρώματα είχαν μια όψη ψεύτικη και παράφωνη, οι σκιές ήταν γκρίζες και χωρίς μαγεία. Απ'όλα όσα αντίκριζα η καρδιά μου ήταν μακριά, δεν ένιωθε την γοητεία και το άρωμα. Όλα αυτά είχαν γεύση και οσμή πραγμάτων που είσαι κορεσμένος και αηδιασμένος. Αχ! πως τον γνώριζα, πως τον φοβόμουνα και τον μισούσα, εκείνον τον τρομακτικό τρόπο επίδρασης του οδηγού, που ήταν ειδικός να μου μειώνει την αξία αυτών που αγαπούσα και μου ήταν προσφιλή...να τους αφαιρεί τη γεύση και το πνεύμα, να ψευτίζει τις οσμές και ανεπαίσθητα να δηλητηριάζει τα χρώματα! Το γνώριζα καλά. Αυτό που χθες ήταν κρασί, σήμερα είναι ξίδι και ποτέ πια το ξίδι δεν θα γινόταν ξανά κρασί. Ποτέ πιά!
Σώπασα και θλιμμένος ακολούθησα τον οδηγό. Ναι, είχε δίκιο τώρα, όπως πάντα….και καλό θα ήταν τουλάχιστο αν παρέμενε κοντά μου , καλά ορατός αντί να εξαφανίζεται συχνά, ακριβώς τη στιγμή μιας απόφασης, αφήνοντάς με μόνο. Μόνο με εκείνη την ξένη φωνή στο στήθος, την φωνή στην οποία εκείνος είχε μεταμορφωθεί. Οι πέτρες του ρυακιού γλιστρούσαν τρομερά. Το να προχωράς μ’αυτό τον τρόπο ήταν κουραστικό και προκαλούσε ζάλη. Ένα πόδι μετά το άλλο πάνω σε μικρές μαύρες πέτρες, που κάτω από το παπούτσι μίκραιναν όλο και περισσότερο και γλίστραγαν επικίνδυνα. Και να, η κοίτη του ρυακιού γινόταν ολοένα και πιο απότομη, ενώ τα μαύρα πέτρινα τοιχώματα έγερναν απειλητικά σε κάθε στροφή του μονοπατιού, αποκαλύπτοντας τον δόλιο σκοπό να μας φυλακίσουν και να εμποδίσουν τον δρόμο της επιστροφής. Καθόλου ουρανός, ούτε σύννεφα, ούτε γαλάζιο πάνω από το κεφάλι μας . Προχωρούσα και προχωρούσα ακολουθώντας τον οδηγό, συχνά σφίγγοντας τα μάτια από το φόβο και την απροθυμία. Ξαφνικά αντιλήφθηκα στο μονοπάτι ένα μαύρο σαν βελούδο λουλούδι με θλιμμένη όψη. Ένα όμορφο άνθος που μου μιλούσε με εμπιστοσύνη, αλλά ο οδηγός άνοιξε το βήμα και εγώ μονολόγησα : «εάν σταματήσω έστω και μια στιγμή, εάν ρίξω έστω και μια μόνο ματιά σ’εκείνο το θλιμμένο βελούδινο μάτι, η ταραχή και η απελπισμένη μελαγχολία θα θέριευαν και θα γίνονταν ανυπόφορες και το πνεύμα μου θα έμενε για πάντα φυλακισμένο σ’εκείνο το τρομερό περιβάλλον παραλογισμού και ηλιθιότητας. Βρεγμένος μέχρι το κόκκαλο και βρώμικος συνέχισα να σπρώχνομαι μπροστά και όταν τα τοιχώματα κλείστηκαν για τα καλά, να που ο οδηγός άρχισε το παλιό παρηγορητικό τραγούδι. Με δυνατή νεανική φωνή, σε κάθε βήμα , τραγουδούσε με ρυθμό τις λέξεις : «Εγώ θέλω», «εγώ θέλω», «εγώ θέλω»! Ήξερα πολύ καλά ότι σκόπευε να με ενθαρρύνει και να με παρακινήσει και ότι προσπαθούσε να με οδηγήσει πέρα από τη μισητή κούραση και την αποθάρρυνση, σ’αυτή την κολασμένη περιήγηση. Γνώριζα ότι περίμενε να ενωθώ και εγώ με το τραγούδι του, αλλά εγώ δεν το ήθελα! Αυτή την ικανοποίηση δεν ήθελα να του την παραχωρήσω… Είχα μήπως καμιά όρεξη να τραγουδήσω; Δεν ήμουν εγώ ένας άνθρωπος, ένας φτωχός άνθρωπος, ένας κακομοίρης που για μια φορά ακόμα θα ράγιζε την καρδιά του με ακατανόητα πράγματα που δεν του είχε επιβάλλει ο Θεός; Και δεν ήταν , αντίθετα, δίκαιο για ένα γαρυφαλλάκι του βουνό, για μια μαργαρίτα , να παραμένουν στο ποτάμι που γεννήθηκαν, ανθίζοντας και μαραίνοντας, όπως ήταν φυσικό για το είδος τους; «Εγώ θέλω», «εγώ θέλω», «εγώ θέλω», τραγουδούσε ασταμάτητα ο οδηγός. Αχ! και να μπορούσα να γυρίσω πίσω! Αλλά, με τη μαγική βοήθεια του οδηγού, από ώρα είχα ξεπεράσει το τοίχωμα και την άβυσσο, από την οποία δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής. Μέσα μου, το κλάμα με έπνιγε, αλλά δεν ήθελα να κλάψω, αυτό όχι απολύτως! Έτσι, ξεροκέφαλα, με δυνατή φωνή, ενώθηκα στο τραγούδι του οδηγού με τον ίδιο ρυθμό, αλλά δεν επαναλάμβανα τα λόγια του…Έλεγα άλλα, που ήταν τα εξής : «εγώ πρέπει», «εγώ πρέπει», «εγώ πρέπει» ! Μόνο που δεν ήταν εύκολο να τραγουδάς σκαρφαλώνοντας..Γρήγορα μου έλλειψε η αναπνοή και αναγκάστηκα να σταματήσω αγκομαχώντας. Ο οδηγός αντίθετα συνέχιζε ακούραστος : «εγώ θέλω», «εγώ θέλω», «εγώ θέλω»… Σιγά-σιγά αισθάνθηκα αναγκασμένος να τραγουδήσω κι εγώ τα ίδια λόγια. Τώρα η άνοδος ήταν πιο εύκολη. Τώρα «δεν έπρεπε» πια, αλλά «ήθελα» να πραγματοποιήσω το εγχείρημα και δεν αισθανόμουν πια την κούραση να ανεβαίνω και να τραγουδώ. Μέσα μου έγινε φως και καθώς το φως αυτό δυνάμωνε, το απόκρημνο τείχος οπισθοχωρούσε, γινόταν πιο στεγνό, λιγότερο απειλητικό, ενώ επάνω μας ανοιγόταν όλο και περισσότερο ο καθαρός ουρανός, σαν ένα γαλάζιο ποτάμι, ανάμεσα στις δυό βραχώδεις όχθες, που γρήγορα έγινε μια πλατειά λίμνη. Προσπάθησα να επιθυμήσω πιο δυνατά, πιο ενδόμυχα και η ουράνια λίμνη μεγάλωσε ακόμα περισσότερο, ενώ το μονοπάτι φάρδυνε και έγινε ευκολότερο. Κάπου-κάπου μπορούσα να ξεπερνάω τρέχοντας, ελαφρύς και χωρίς δυσκολία τον οδηγό μου, ενώ άλλοτε βαδίζαμε δίπλα-δίπλα. Και ανέλπιστα, αντίκρισα την κορυφή, όχι μακριά. Δέσποζε απότομη και αστραφτερή μέσα στον διαυγή και ηλιόλουστο αέρα……
Του Έρμαν Έσσε, "The Difficult Path"
THE FAIRY TALES OF HERMANN HESSE
Μετάφραση : Γιάννης Αυγουστάτος