🎙️ Travellers Radio Feed
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Fernando Pessoa. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Fernando Pessoa. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Τα όνειρα του Πεσσόα δεν σαπίζουν – “Η ώρα του Διαβόλου”

 
«Πώς είναι δυνατόν να υποστηρίζουμε κάτι και ταυτόχρονα να το αρνούμαστε;»

«Είναι ο νόμος της ζωής, καλή μου κυρία. Το σώμα ζει γιατί αποσυντίθεται, όχι όμως εντελώς. Αν δεν αποσυντίθετο ανά πάσα στιγμή, θα ήταν ορυκτό. Η ψυχή ζει γιατί βρίσκεται συνεχώς υπό το κράτος του πειρασμού, παρότι ανθίσταται. Οτιδήποτε ζει εναντιώνεται σε κάτι. Και εγώ είμαι αυτός προς τον οποίο εναντιώνονται τα πάντα. Αλλά, αν δεν υπήρχα, τίποτα δεν θα υπήρχε, γιατί δεν θα υπήρχε κάτι στο οποίο να εναντιωθεί κανείς, όπως το περιστέρι του μαθητή μου του Καντ, το οποίο επειδή πετάει εύκολα στον ελαφρύ αέρα, θεωρεί ότι θα μπορούσε να πετάξει καλύτερα στο κενό».

«Η μουσική, το σεληνόφως και τα όνειρα είναι τα μαγικά όπλα. Ωστόσο ως μουσική δεν πρέπει να νοείται μόνον η μουσική που παίζεται, αλλά κι εκείνη που δεν θα παιχθεί ποτέ. Ούτε και ως σεληνόφως πρέπει να νοείται αυτό που προέρχεται από τη σελήνη και κάνει τα δέντρα να φαίνονται μεγαλύτερα. Υπάρχει κι άλλο σεληνόφως, που δεν το εξουδετερώνει ούτε και ο ίδιος ο ήλιος, και σκοτεινιάζει καταμεσήμερο αυτό που τα πράγματα παριστάνουν ότι είναι. Μόνο τα όνειρα είναι πάντοτε αυτό που είναι. Είναι εκείνο το μέρος του εαυτού μας όπου γεννηθήκαμε και όπου είμαστε πάντοτε εμείς, ο εαυτός μας».

«Αλλά, αν ο κόσμος είναι δράση, πώς γίνεται και το όνειρο αποτελεί μέρος του κόσμου;»

«Είναι γιατί το όνειρο, καλή μου κυρία, είναι δράση που έγινε ιδέα, και γι’ αυτόν το λόγο διατηρεί τη δύναμη του κόσμου απορρίπτοντας την ύλη, δηλαδή το να υπάρχει κανείς μέσα στο χώρο. Μήπως δεν είναι αλήθεια ότι μέσα στο όνειρο είμαστε ελεύθεροι;»

«Ναι, και τι θλίψη να ξυπνάει κανείς…»

«Ο καλός ονειροπόλος δεν ξυπνά. Δεν ξύπνησα ποτέ. Ο ίδιος ο Θεός πιστεύω πως κοιμάται διαρκώς. Μου το είπε κάποτε…».

Εκείνη τον κοίταξε αναρριγώντας και ξαφνικά ένιωσε φόβο, ένα συναίσθημα από τα κατάβαθα της ψυχής της που ποτέ της δεν είχε δοκιμάσει.

«Μα επιτέλους, ποιος είστε; Γιατί είστε έτσι μεταμφιεσμένος;»

«Θα απαντήσω με μία μόνο απάντηση και στις δύο σας ερωτήσεις. Δεν είμαι μεταμφιεσμένος».

«Πώς;»

«Καλή μου κυρία, είμαι ο Διάβολος. Ναι, είμαι ο Διάβολος. Αλλά μη με φοβάστε, μην τρομάζετε».

Και με μια τρομαγμένη ματιά, στην οποία κρυφόκαιγε μια πρωτόγνωρη ηδονή, εκείνη αναγνώρισε ξαφνικά πως ήταν αλήθεια

«Είμαι πράγματι ο Διάβολος. Μην τρομάζετε, γιατί είμαι στ’ αλήθεια ο Διάβολος, και γι’ αυτό δεν κάνω κακό. Ορισμένοι μιμητές μου, στη γη και πάνω από τη γη, είναι επικίνδυνοι, όπως όλοι οι αντιγραφείς, γιατί δεν γνωρίζουν το μυστικό της ύπαρξής μου. Ο Σαίξπηρ, τον οποίο ενέπνευσα πολλές φορές, μου απένειμε δικαιοσύνη. Λέει ότι είμαι κύριος. Γι’ αυτό ησυχάστε. Είστε με καλή παρέα. Είμαι ανίκανος να προφέρω μια λέξη, να κάνω μια χειρονομία που θα πρόσβαλλε μια κυρία. Ακόμη κι αν δεν μου το υπαγόρευε η ίδια μου η φύση, θα μου το επέβαλλε ο Σαίξπηρ. Αλλά, πραγματικά, δεν είναι απαραίτητο.

»Υπάρχω από την αρχή του κόσμου και ήμουν ανέκαθεν είρων. Αλλά, όπως θα γνωρίζετε, όλοι οι είρωνες είναι ακίνδυνοι, εκτός κι αν θέλουν να χρησιμοποιήσουν την ειρωνεία για να υπαινιχθούν κάποια αλήθεια. Εγώ ποτέ μου δεν ισχυρίστηκα ότι θα πω την αλήθεια σε κανέναν – αφενός γιατί δεν χρησίμευε σε τίποτα, και αφετέρου γιατί δεν τη γνωρίζω. Κι ούτε ο μεγαλύτερος αδελφός μου, ο παντοδύναμος Θεός, πιστεύω πως τη γνωρίζει. Αλλά αυτά είναι οικογενειακές υποθέσεις.

»Ισως δεν ξέρετε γιατί σας έφερα εδώ, σ’ αυτό το ταξίδι που δεν έχει πραγματικό προορισμό ούτε συγκεκριμένο σκοπό. Δεν είναι, όπως ίσως νομίσατε, για να σας βιάσω ή να σας αποπλανήσω. Αυτά συμβαίνουν στη γη, μεταξύ των ζώων, συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων, και φαίνεται ότι προσφέρουν ηδονή ακόμη και στα θύματα, απ’ ό,τι με πληροφορούν από εκεί κάτω.

»Αλλωστε θα μου ήταν αδύνατο. Αυτά τα πράγματα συμβαίνουν στη γη γιατί οι άνθρωποι είναι ζώα. Είναι αδιανόητα για τη δική μου κοινωνική θέση στο σύμπαν – όχι γιατί η ηθική είναι καλύτερη, αλλά γιατί εμείς οι άγγελοι δεν έχουμε φύλο. Και αυτό αποτελεί, τουλάχιστον στην περίπτωσή μου, τη μεγαλύτερη εγγύηση. Μπορείτε συνεπώς να είστε ήσυχη, θα επιδείξω σεβασμό. Γνωρίζω ότι υπάρχουν δευτερεύουσες και ανώφελες ασέβειες, όπως αυτές των συγχρόνων μυθιστοριογράφων και των γηρατειών. Αλλά ακόμη κι αυτές δεν μπορώ να τις διαπράξω, γιατί η έλλειψη φύλου σ’ εμάς υπάρχει από απαρχής κόσμου και ποτέ δεν με απασχόλησαν αυτά τα θέματα. Λένε ότι πολλές μάγισσες είχαν πάρε-δώσε μαζί μου, αλλά είναι ψέματα. Ισως όμως και να μην είναι ψέματα. Ισως όμως και να μην είναι ψέματα γιατί αυτός με τον οποίο είχαν πάρε-δώσε ήταν η φαντασία τους, που, κατά κάποιον τρόπο, είμαι εγώ.

»Μείνετε το λοιπόν ήσυχη. Διαφθείρω, είναι βέβαιο, γιατί κάνω τους άλλους να φαντάζονται. Αλλά ο Θεός είναι χειρότερος, κατά μία έννοια τουλάχιστον, γιατί έπλασε το φθαρτό σώμα, το οποίο από αισθητική άποψη είναι πολύ κατώτερο. Τα όνειρα τουλάχιστον δεν σαπίζουν. Παρέρχονται. Δεν είναι καλύτερα έτσι;» *


  ~ Απόσπασμα από το βιβλίο: Φερνάντο Πεσσόα, Η ώρα του Διαβόλου, 2011

Πηγή Αντικλείδι

▶ Now Playing: Jóhann Jóhannsson Flight From The City

🎙️ Ακούς το Travellers Radio – ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις. Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.

Share:

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2021

Φερνάντο Πεσσόα: «Αλλάζουμε την αντίληψή μας για τον κόσμο σημαίνει αλλάζουμε τον κόσμο για μας..»


 Κάθε άνθρωπος που είναι προικισμένος με μια ευαισθησία δίκαιη και έναν ορθολογισμό, αισθάνεται πως το κακό και η αδικία στον κόσμο τον αφορούν, και επιδιώκει να τα διορθώσει, αρχίζοντας από τα πιο κοντινά: και το πρώτο είναι ο εαυτός του.

Αυτό το έργο θα τον απασχολήσει όλη τη ζωή του.

Το παν, για μας, έγκειται στην αντίληψή μας για τον κόσμο∙ αλλάζουμε την αντίληψή μας για τον κόσμο σημαίνει αλλάζουμε τον κόσμο για μας, δηλαδή αλλάζουμε τον κόσμο, εφόσον δεν είναι ποτέ για μας παρά μόνο αυτό που είναι για μας.

Αυτή η μύχια δικαιοσύνη που μας κάνει να γράφουμε μια καλλιγραφημένη σελίδα, αυτή η αληθινή μεταρρύθμιση με την οποία ξαναφέρνουμε στη ζωή την πεθαμένη ευαισθησία μας- αυτή είναι η αλήθεια, η δική μας αλήθεια, η μοναδική αλήθεια.

Όλος ο υπόλοιπος κόσμος είναι τοπίο, κορνίζα που αξιοποιεί τις αισθήσεις μας, βιβλιοδεσία των σκέψεών μας.

Κι αυτό ισχύει είτε πρόκειται για τα χρωματιστά τοπία των πλασμάτων και των πραγμάτων- αγροί, σπίτια, αφίσες, κοστούμια- είτε πρόκειται για το άχρωμο τοπίο των μονότονων ψυχών, που έρχεται για μια στιγμή στην επιφάνεια με τις παλιές λέξεις και τις φθαρμένες χειρονομίες, για να ξαναβυθιστεί αμέσως στα βάθη της θεμελιώδους ηλιθιότητας της ανθρώπινης έκφρασης.

Επανάσταση;

Αλλαγή;

Αυτό που επιθυμώ στ’ αλήθεια, στο πιο μύχιο βάθος της ψυχής μου, είναι να φύγουν αυτά τα άτονα, μουντά σύννεφα που σαπουνίζουν με στάχτη τον ουρανό∙ αυτό που μονάχα θέλω είναι να δω το γαλανό να ξεπροβάλλει ανάμεσά τους, αλήθεια φωτεινή και βέβαιη, γιατί είναι τίποτα και δεν θέλει τίποτα.


 

Φερνάντο Πεσσόα – Το Βιβλίο της Ανησυχίας

Share:

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2019

Fernando Pessoa

«Ενα φλιτζάνι καφές, ένα τσιγάρο που καπνίζεις και το άρωμά του σε διαπερνά, τα μάτια μισόκλειστα μέσα στο ημίφως του δωματίου... Δεν θέλω τίποτε άλλο από τη ζωή εκτός από τα όνειρά μου και αυτό... Λίγο είναι; Δεν ξέρω. Μήπως ξέρω τι είναι λίγο και τι πολύ;» 
Φερνάντο Πεσσόα
Share:

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019

Απόσπασμα - Το Βιβλίο της ανησυχίας Μπερνάντο Σοάρες (Φερνάντο Πεσσόα)

Όλη η ζωή της ανθρώπινης ψυχής είναι κίνηση στο μισοσκόταδο. Ζούμε στο ημίφως στη συνείδησης, ποτέ σε αρμονία με αυτό που είμαστε ή με αυτό που υποθέτουμε ότι είμαστε. Στους καλύτερους από μας ζει η ματαιοδοξία κάποιου πράγματος, και υπάρχει ένα σφάλμα οπτικής γωνίας που αγνοούμε. είμαστε κάτι που διαδραματίζεται στο διάλειμμα ενός θεάματος. Ενίοτε από μερικές πόρτες διακρίνουμε αυτό που ίσως είναι μόνο διάκοσμος. Όλος ο κόσμος είναι συγκεχυμένος, σαν φωνές μέσα στη νύχτα.
Γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι κάθε έργο πρέπει να είναι ατελές, και ότι ο πλέον επισφαλής των αισθητικών μας στοχασμών θα αφορά αυτό που γράφουμε. Αλλά το καθετί είναι ατελές, δεν υπάρχει ηλιοβασίλεμα που να μη μπορεί να υπάρξει άλλο ωραιότερό του, ή αύρα ελαφριά που μας φέρνει ύπνο, που να μη μπορεί να μας φέρει ησυχότερο ύπνο. Έτσι, στοχαζόμενοι το ίδιο βουνά και αγάλματα, απολαμβάνοντας το ίδιο ημέρες και βιβλία, και κυρίως ονειρευόμενοι, το καθετί για να το μετατρέψουμε στην πιο μυστική μας ουσία, θα κάνουμε επίσης αναλύσεις και περιγραφές, οι οποίες μόλις πραγματοποιηθούν γίνονται πράγματα ξένα, που μπορούμε να τα απολαύσουμε σαν να ερχόταν με το απόβραδο.
--
Η σιωπή που βγαίνει από τον ήχο της βροχής διασκορπίζεται, σ' ένα κρεσέντο αυξανόμενης μιελαγχολίας, στο στενό δρόμο που κοιτάζω. Κοιμάμαι ξύπνιος, όρθιος πάνω στο τζάμι, πάνω στο οποίο ακουμπάω όπως και πάνω στο καθετί. Αναζητώ μέσα μου ποιες είναι οι αισθήσεις που νιώθω μπροστά σε αυτή τη διάσπαρτη πτώση του νερού, που με τη σκοτεινή του φωτεινότητα ξεχωρίζει από τις βρόμικες προσόψεις και, ακόμα περισσότερο, από τα ανοιχτά παράθυρα. Και δεν ξέρω τι νιώθω, δεν ξέρω τι θέλω να νιώσω, δεν ξέρω ούτε τι σκέφτομαι ούτε τι θέλω.

Όλη η αναβλυμένη πίκρα της ζωής μου αποδύεται, στα χωρίς αισθήσεις μάτια μου, το ένδυμα της φυσικής ευθυμίας που χρησιμοποιεί στις επαναλμβανόμενες περιστάσεις της καθημερινότητας. Διαπιστώνω πως, πολλές φορές εύθυμος, πολλές φορές ευχαριστημένος, είμαι πάντα λυπημένος. Κι αυτός που μέσα μου κάνει αυτή τη διαπίστωση είναι από πίσω μου, μοιάζει σα να σκύβει πάνω από το σώμα μου, που είναι ακουμπισμένο στο παράθυρο, και να κοιτάζει πάνω από τους ώμους μου, ή ακόμα και πάνω από το κεφάλι μου, με μάτια πιο προσωπικά από τα δικά μου, τη σιγαλή βροχή, που ήδη κυματίζει ελαφριά, να χαράζει με τη κίνησή της τη σκοτεινή και άσχημη ατμόσφαιρα.


Να εγκαταλέιψουμε όλα τα καθήκοντα, ακόμα κι αυτά που κανείς δε μας τα επιβάλλει, να αποποιηθούμε όλες τις εστίες, ακόμα κι αυτές που δεν υπήρξαν δικές μας, να ζήσουμε με το ακαθόριστο και το ίχνος, ανάμεσα σε μεγάλες πορφύρες τρέλας και ψεύτικες δαντέλες ονειρεμένων μεγαλειοτήτων...Να είμαι κάτι που δεν αισθάνεται το βάρος της εξωτερικής βροχής, ούτε τη θλίψη του εσωτερικού κενού...Να περιπλανιέμαι χωρίς ψυχή μήτε σκέψη, αίσθηση χωρίς την αίσθησή της, μέσ' από δρόμους που κάνουν το γύρο των βουνών, από κοιλάδες χωμένες ανάμεσα σε απόκρημνες πλαγιές, μακρινός, απορροφημένος και μοιραίος... Να χάνομαι ανάμεσα σε τοπία σαν πίνακες. Μη ον μακριά και χρώματα...
_____________________________________________________________________
Μπερνάντο Σοάρες (Φερνάντο Πεσσόα)
Απόσπασμα - Το Βιβλίο της ανησυχίας - Εξάντας
Share:

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2019

Φερνάντο Πεσσόα - Ο οδοιπόρος

Μην κοιτάζεις το δρόμο. Ακολούθησε τον.

Αλλά πώς να τον ακολουθήσω και μέχρι πού;

Να τον ακολουθήσω σαν αυτούς που έρχονται από την πόλη ή πάνε σ’ αυτήν, σαν αυτούς που φεύγουν ή αυτούς που επιστρέφουν, σαν αυτούς που έρ­χονται να αγοράσουν και να πουλήσουν, σαν αυ­τούς που έρχονται να δουν και να ακούσουν ή σαν αυτούς που φεύγουν κουρασμένοι απ’ όσα είδαν και άκουσαν;

Σαν ποιους απ’ όλους αυ­τούς;

Ή σαν τι κοινό σε όλους αυτούς;

Ή με ποιον άλλο τρόπο διαφορετικό από όλων αυτών;

Όπως και να ’ταν, δεν μπορούσα παρά να φύγω. Όποιο κι αν ήταν το νόημα και η φύση της αγωνίας μου, η ανακούφισή της -και όχι το φάρμακό της, αυτό το ήξερα καλά- ήταν να φύγω, να ακολουθήσω εκείνο το δρόμο μέχρις εκεί που ήθελε το Πεπρωμένο.

Γιατί, για ποιο σκοπό, αναζητώντας τι; Δεν ήξερα τίποτα πε­ρισσότερο απ’ ό,τι ήξερα και για το νόημα και τη φύση της αγωνίας μου.


Φερνάντο Πεσσόα - Ο οδοιπόρος

theclown
Share:

Αφύπνιση Φερνάντο Πεσσόα

Είναι τόσο δύσκολο να περιγράφει κανείς τι αισθάνεται όταν αισθάνεται πως πράγματι υπάρχει, πως η ψυχή του είναι μια ενότητα πραγματική, τόσο δύσκολο που δεν βρίσκω ανθρώπινες λέξεις για να το ορίσω.

Δεν ξέρω αν, όπως νομίζω, έχω πυρετό ή αν μόλις γιατρεύτηκα από τον πυρετό του να κοιμάμαι τη ζωή.

Ναι, το ξαναλέω, είμαι ένας ταξιδιώτης που βρίσκεται ξαφνικά σε μια πόλη άγνωστη, χωρίς να ξέρει πώς έφτασε μέχρι εκεί κι έρχονται έτσι στο νου μου οι περιπτώσεις των ανθρώπων που χάνουν τη μνήμη τους, και γίνονται άλλοι για πολύ καιρό. Για πολύ καιρό υπήρξα άλλος —από τη γέννησή μου κι από την εποχή που απέκτησα συνείδηση— και σήμερα ξυπνάω, στη μέση μιας γέφυρας, γερμένος πάνω απ’ το ποτάμι, και γνωρίζοντας πως τώρα υπάρχω πολύ πιο σταθερός από ό,τι υπήρξα μέχρι τώρα. Η πόλη όμως μου είναι ξένη, οι δρόμοι άγνωστοι, κι ο πόνος μου δε βρίσκει γιατρειά. Περιμένω λοιπόν, σκυμμένος πάνω απ’ το ποτάμι, να μου περάσει η αλήθεια, και να επανέλθω πλαστός και άχρηστος, ευφυής και φυσιολογικός.

Δεν ήταν παρά μια στιγμή, πέρασε κιόλας. Βλέπω και πάλι τα έπιπλα γύρω μου, τα σχέδια πάνω στο φθαρμένο χαρτί των τοίχων, τον ήλιο μέσα από τα σκονισμένα τζάμια. Είδα την αλήθεια για μια στιγμή. Υπήρξα μια στιγμή με τη συνείδηση μου αυτό που είναι οι μεγάλοι άνδρες στη ζωή. Φέρνω στο νου μου τις πράξεις και τα λόγια τους, κι αναρωτιέμαι αν κι αυτοί κάποια στιγμή ενέδωσαν στον πειρασμό του Δαίμονα της Πραγματικότητας.

Ζωή είναι η άγνοια του εαυτού σου. Σκέψη είναι η ανεπαρκής γνώση του εαυτού σου. Η ξαφνική όμως γνώση του εαυτού σου, σε μια τέτοια καθαρτήρια στιγμή, είναι για σένα η άμεση αντίληψη της έννοιας της ενδόμυχης μονάδας, του μαγικού λόγου της ψυχής. Μα η αιφνίδια λάμψη καίει τα πάντα, αναλώνει τα πάντα. Μας απογυμνώνει ακόμη κι από τον εαυτό μας.

Δεν ήταν παρά μια στιγμή, και με είδα. 

Fernando Pessoa

Η φιλοσοφία επιστρέφει
Share:

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2018

Ένας ναός Fernando Pessoa

Έχω οικοδομήσει τον ναό μου- τείχος και πρόσοψη-
Εκτός της αντίληψης του χώρου,
Περίπλοκο σκαρί, σαν πλοίο έτοιμο για να σαλπάρει.
Τους τοίχους του με τους φόβους μου έχτισα,
Τους πύργους του με δάκρυα και σκέψεις ασυνήθιστες.
Και ο παράξενος αυτός ναός
Που σαν πειρατική σημαία ξεδιπλώνεται,
Και σαν μαστίγιο την κουλουριασμένη μου ψυχή,
Κεντρίζει ολόγυρα
Πολύ πιο πραγματικός από τον κόσμο είναι.

Fernando Pessoa


lecturesbureau
Share:

Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2017

Για να δεις τα χωράφια και τον ποταμό Fernando Pessoa

Για να δεις τα χωράφια και τον ποταμό
Δεν είναι αρκετό να ανοίξεις το παράθυρο.
Για να δεις τα δέντρα και τα λουλούδια
Δεν είναι αρκετό να μην είσαι τυφλός.
Είναι επίσης απαραίτητο να μην έχεις φιλοσοφία.
Με την φιλοσοφία δεν υπάρχουν λουλούδια, μόνο ιδέες.
Υπάρχει μόνο ο κάθε ένας από εμάς, σαν μια σπηλιά.
Υπάρχει μόνο ένα κλειστό παράθυρο, και ένας ολόκληρος κόσμος έξω,
Και ένα όνειρο για το τι θα μπορούσαμε να δούμε αν το παράθυρο ήταν ανοιχτό,
Το οποίο δεν είναι ποτέ αυτό που βλέπουμε όταν το παράθυρο είναι ανοιχτό.
F. Pessoa (1888-1935)
Share:

Τετάρτη 9 Αυγούστου 2017

ΧΧΧVI Αλμπέρτο Καέϊρο

Υπάρχουν ποιητές που είναι τεχνίτες
Και δουλεύουν τους στίχους
Όπως οι μαραγκοί το ξύλο!

Τι λυπηρό να μην ξέρεις ν’ ανθίζεις!
Να’ χεις να βάζεις στίχο σε στίχο, όπως αυτός
Που χτίζει έναν τοίχο
Και βλέπει αν στέκει καλά
Και τον γκρεμίζει αν δεν είναι έτσι!

Αλλά το μόνο έργο τέχνης είναι η Γη μας
Που αλλάζει, και πάντα η ίδια είναι και πάντα ωραία…

Το  σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,
Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.
Κοιτάζω τα λουλούδια και γελάω…
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνουν ούτε κι εγώ αν τα καταλαβαίνω…
Γνωρίζω όμως ότι η αλήθεια μαζί τους και μαζί μου είναι
Στην κοινή μας θεότητα
Που μας αφήνει να φύγουμε, να ζήσουμε για τη Γη,
Ευτυχισμένοι στα χέρια τις εποχές να σηκώνουμε
Ν’ αφήνουμε τον άνεμο να μας αποκοιμίζει
Και στα όνειρά μας, όνειρα να μην έχουμε.

Όποιος  έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει.

 Αλμπέρτο Καέϊρο



Share:

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2016

Φερνάντο Πεσσόα – Το Καπνοπωλείο (Tabacaria)

Δεν είμαι τίποτα.
Ποτέ δεν θα’ μαι τίποτα.
Δεν μπορώ να θέλω να’ μαι τίποτα.
Πέρα απ’ αυτό, έχω μέσα μου τα όνειρα του κόσμου όλου.

Παράθυρα της κάμαράς μου,
Μιας κάμαρας, στα εκατομμύρια του κόσμου, που κανείς δεν γνωρίζει ποιά είναι,
(Κι αν την ήξεραν, τι θα ήξεραν?),
που βλέπει στο μύστηριο ενός δρόμου γεμάτου περαστικούς.
Σ’ ένα δρόμο απροσπέλαστο για όλες μου τις σκέψεις.
Πραγματικό, απίθανα πραγματικό, βέβαια, αβέβαια βέβαιο.
Με το μυστήριο των πραγμάτων κάτω από τις πέτρες και τα όντα,
Με τον θάνατο που υγραίνει τους τοίχους και ασπρίζει τα μαλλιά των ανθρώπων.
Με το Πεπρωμένο που σέρνει την άμαξα των πάντων, μέσα από το δρόμο του τίποτα.

Σήμερα είμαι ηττημένος, λες και γνώρισα την αλήθεια.
Σήμερα είμαι διαυγής, λες και πρόκειται να πεθάνω.
Λες και η επαφή μου με τα πράγματα δεν ήταν μεγαλύτερη
απ’το να πω ένα αντίο, αυτό το σπίτι κι αυτή η γωνιά του δρόμου να γίνονται
μια σειρά από βαγόνια, που αναχωρούν στο άκουσμα μιας σφυρίχτρας
που αντηχεί μέσα απ’ το κεφάλι μου,
και ένα τίναγμα των νέυρων κι ένα ράγισμα των οστών καθώς πηγαίνουν.

Σήμερα είμαι συγχυσμένος, σαν κάποιος που αναρωτήθηκε, ανακάλυψε και ξέχασε.
Σήμερα είμαι διχασμένος ανάμεσα στην πίστη μου,
στην εξωτερική πραγματικότητα του Καπνοπωλείου στην άλλη άκρη του δρόμου
και στην εσωτερική αλήθεια του αισθήματός μου, πως όλα δεν είναι παρά ένα όνειρο.

Απέτυχα σε όλα.
Μη έχοντας κανέναν σκοπό, ίσως πράγματι όλα να ήταν ένα τίποτα.
Γνωρίζοντας τι έχω,
γλίστρησα από το παράθυρο στο πίσω μέρος του σπιτιού,
κι ύστερα ξεχύθηκα στον κάμπο με προσδοκίες μεγάλες,
αλλά δεν βρήκα παρά δέντρα και χόρτα,
κι όταν υπήρχαν άνθρωποι δεν ήταν παρά ίδιοι μ’ όλους τους άλλους.
Απομακρύνομαι μ’ ένα βήμα απ’ το παράθυρο και κάθομαι στην καρέκλα. Τι πρέπει να σκεφτώ τώρα?

Πώς να ξέρω ποιός θα γίνω, εγώ που δεν γνωρίζω ποιός είμαι?
Να γίνω αυτός που πιστεύω πως είμαι? Αλλά πιστεύω τόσα πράγματα!
Κι υπάρχουν τόσοι που νομίζουν πως είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα – δεν γίνεται!
Ιδιοφυής? Αυτή τη στιγμή,
Εκατό χιλιάδες εγκέφαλοι ονειρεύονται πως είναι ιδιοφυείς, όπως κι εγώ,
Κι η ιστορία δεν θα καταγράψει, ποιός ξέρει?, ούτε έναν,
και τίποτα παρά κοπριά δεν θα απομείνει από τις μελλοντικές τους επιτυχίες.

Όχι, δεν πιστεύω σ’ εμένα.
Σε κάθε τρελοκομείο, υπάρχουν διαταραγμένοι τρελοί με τόσες πολλές βεβαιότητες!
Εγώ, που δεν έχω καμία βεβαιότητα, είμαι περισσότερο ή λιγότερο εχέφρων?
Όχι, ούτε καν σ’ εμένα.
Σε πόσες σοφίτες και μη-σοφίτες στον κόσμο,
δεν υπάρχουν αιθεροβάμονες της ευφυίας?
Πόσες εμπνεύσεις υψηλές και ευγενείς και διαυγείς –
– ναι, αληθινά υψηλές, ευγενείς και διαυγείς –
Και, ποιός ξέρει, ίσως εφικτές,
δεν θα αντικρίσουν ποτέ το φως του αληθινού ήλιου, μήτε θα ακουστούν από ανθρώπινα αυτιά?

Ο κόσμος είναι γι’ αυτούς που γεννήθηκαν να τον κατακτήσουν,
κι όχι γι’ αυτούς που ονειρεύονται πως το μπορούν – ακόμη κι αν έχουν δίκιο.
Ονειρεύτηκα περίσσοτερο απ’ όσο κατόρθωσε ο Ναπολέων,
Άνοιξα την καρδιά μου στην ανθρωπότητα περισσότερο απ’ τον Χριστό.
Συνέγραψα κρυφά φιλοσοφίες που κανένας Καντ δεν κατάφερε να γράψει.
Αλλα είμαι, κι ίσως να είμαι και για πάντα,  αυτός που βρίσκεται στη σοφίτα,
ακόμα κι αν δεν ζω σε μιά.
Θα είμαι πάντα εκείνος που δεν γεννήθηκε γι’ αυτό.
Θα είμαι πάντα εκείνος που είχε προσόντα.
Θα είμαι πάντα εκείνος που περίμενε ν’ ανοίξει μια πόρτα σ’ έναν τοίχο δίχως πόρτες.
Και τραγούδησε το τραγούδι του απείρου σ’ ένα κοτέτσι.
Κι άκουσε τη φωνή του Θεού σ’ ένα κλεισμένο πηγάδι.

Να πιστέψω σ’ εμένα? Όχι, κι ούτε σε τίποτε άλλο.
Ας έλθει η Φύση να χύσει πάνω από το ζεστό μου κεφάλι,
τον ήλιο της, τη βροχή της, τον άνεμο που μου χαιδεύει τα μαλλιά.
Και τα υπόλοιπα που ίσως έρθουν, αν έρθουν, αν πρέπει να έρθουν, ή αν δεν πρέπει,
ας τα κάνει σκλάβους των αστεριών.
Κατακτούμε τον κόσμο, πριν ακόμα σηκωθούμε απ’ το κρεββάτι,
Αλλά ξυπνάμε και είναι αδιαφανής,
Σηκωνόμαστε και είναι ξένος,
Βγαίνουμε από το σπίτι και είναι ολόκληρη η Γη,
κι ακόμα το ηλιακό σύστημα, ο Γαλαξίας και το Άπειρο.

(Φάε σοκολάτες, μικρή
Φάε σοκολάτες! Πίστεψέ με, πέρα απ’ τις σοκολάτες, δεν υπάρχει άλλη μεταφυσική στον κόσμο.
Πίστεψέ με, όλες οι θρησκείες μαζί δεν σε διδάσκουν περισσότερα από ένα ζαχαροπλαστείο.
Φάε, βρώμικη μικρή, φάε!
Μακάρι να μπορούσα να φάω κι εγώ σοκολάτες με τόση ειλικρίνεια όση κι εσύ!
Αλλά σκέφτομαι, ξετυλίγοντας το ασημένιο περιτύλιγμα καμωμένο από κασσίτερο,
Το πετάω στο έδαφος, όπως έκανα και με τη ζωή μου.)

Τουλάχιστον μένει από τη νοσταλγία αυτού που ποτέ δεν θα είμαι,
Η βιαστική καλλιγραφία αυτών των στίχων,
Ένα μπαλκόνι που αγναντεύει το Αδύνατο.
Τουλάχιστον μού μένει για μένα μια περιφρόνηση δίχως δάκρυα,
Ευγενής τουλάχιστον στην μεγαλειώδη χειρονομία μου,
πετάω τα άπλυτα που είμαι εγώ στο πλυντήριο, και στην πορεία των πραγμάτων,
μένω στο σπίτι χωρίς πουκάμισο.

(Εσύ που εφησυχάζεις, που δεν υπάρχεις και γι’ αυτό εφησυχάζεις,
Είτε ελληνίδα θέα, που τη μορφή σου συνέλαβαν σαν ζωντανό άγαλμα,
Ή αλλιώς ρωμαίε πατρίκιε, αδύνατα ευγενή και επιβλαβή,
Ή πριγκήπισσα που σε τραγούδουν οι τροβαδούροι, η πιο πολύχρωμη και γοητευτική,
Ή μαρκησία του 18ου, ψηλομύτα και απόμακρη,
Ή διάσημη κοκότα των χρόνων των γονιών μας,
Ή σύγχρονη – ειλικρινά δεν ξέρω τι –
Όλο αυτό, ό,τι κι αν είναι, δώσε την έμπνευσή σου!

Η καρδιά μου είναι ένας αναποδογυρισμένος κάδος.
Όπως αυτοί που καλούν πνεύματα, καλούν πνεύματα – καλώ
εμένα και δεν βρίσκω τίποτα.
Πηγαίνω στο παράθυρο και παρατηρώ τον δρόμο με απόλυτη ακρίβεια.
Βλέπω τα μαγαζιά, τους διαβάτες, τις άμαξες που περνούν,
Βλέπωτα ενδεδυμένα έμβια όντα να διασταυρώνονται
Βλέπω τα σκυλιά που υπάρχουν εξίσου
Και όλο αυτό με βαραίνει σαν μια καταδίκη στην εξορία,
Και όλο αυτό είναι ξένο, όπως και όλα.)

Έζησα, σπούδασα, αγάπησα κι ακόμα πίστεψα,
Και σήμερα, δεν υπάρχει ζητιάνος που να μην τον ζηλεύω, απλά και μόνο γιατί δεν είναι εγώ.
Στον καθέναν διακρίνω τα κουρέλια του, τις πληγές του, το ψέμα,
Και σκέφτομαι : ίσως ποτέ δεν έζησες, ούτε σπούδασες, ούτε αγάπησες, ούτε πίστεψες.
(Γιατί είναι δυνατό να πλάσεις όλων αυτών την πραγματικότητα, δίχως να κάνεις τίποτα εξ’ αυτών)
Ίσως έχεις μόλις και μετά βίας υπάρξει, σαν μια σαύρα που τής έκοψαν την ουρά,
κι η ουρά της, αυτονομείται από τη σαύρα, σαλεύοντας με φρενίτιδα.

Αυτό που έκανα στον εαυτό μου, δεν το ήξερα.
Κι ό,τι μπορούσα να τον κάνω, δεν το έκανα.
Το ντόμινο που φόρεσα ήταν ολότελα λάθος,
Με πέρασαν από μακρυά για κάποιον άλλον, δεν το αρνήθηκα και χάθηκα.
Σαν θέλησα να βγάλω τη μάσκα,
είχε κολλήσει στο πρόσωπό μου.
Κι όταν την έβγαλα και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη,
Είχα ήδη γεράσει.
Ήμουν μεθυσμένος, και δεν ήξερα πια πώς να φορέσω το κοστούμι το οποίο ποτέ μου δεν είχα βγάλει.
Πέταξα μακρυά τη μάσκα και κοιμήθηκα στο βεστιάριο.
Σαν ένα σκυλί που το ανέχεται η διεύθυνση
Γιατί είναι άκακο.
Και θα γράψω αυτήν εδώ την ιστορία για ν’ αποδείξω πως είμαι υπέροχος.

Μουσική των άχρηστων στίχων μου,
Μόνο να μπορούσα να σε δω σαν κάτι που είχα φτιάξει,
αντι να συνεχίσω ν’ αντικρίζω το Καπνοπωλείο στην άλλη μεριά του δρόμου,
Η συνείδηση της ύπαρξής μου που κουρνιάζει στα πόδια μου,
Σαν ένας τάπητας καμωμένος από μεθύστακες,
Ή ένα χαλάκι που έκλεψαν τσιγγάνοι και δεν αξίζει τίποτα.

Αλλά ο Ιδιοκτήτης του Καπνοπωλείου ήρθε στην πόρτα και στέκεται εκεί.
Τον κοιτάζω με την δυσφορία ενός μισογυρισμένου κεφαλιού,
Συνδυασμένη με τη δυσφορία μιας μισο-κενης ψυχής.
Θα πεθάνει και θα πεθάνω.
Θ’αφήσει το σημειωματάριό του, θ’αφήσω τους στίχους μου.
Η επιγραφή του στο τέλος θα πεθάνει, όπως και τα ποιήματά μου.
Και στο τέλος θα πεθάνει κι ο δρόμος όπου βρισκόταν αυτή η επιγραφή,
Όπως κι η γλώσσα στην οποία γράφτηκαν τα ποιήματα.
Κι ύστερα θα πεθάνει κι ο στροβιλιζόμενος αυτός πλανήτης στον οποίον συνέβησαν όλα αυτά.
Σε άλλους δορυφόρους άλλων συστημάτων , κάτι σαν άνθρωποι,
Θα συνεχίσουν να φτιάχνουν κάτι-σαν-ποιήματα, και να ζούν κάτω από κάτι-σαν-επιγραφές.
Πάντα το ένα πράγμα αντίκρυ στο άλλο,
Πάντα το ένα πράγμα εξίσου άχρηστο με το άλλο,
Πάντα το αδύνατο τόσο ηλίθιο όσο η πραγματικότητα,
Πάντα το μυστήριο του βάθους, τόσο αληθινό όσο η σκιά του μυστηρίου στην επιφάνεια.
Πάντα αυτό ή πάντα το άλλο, ή ούτε το ένα, ούτε το άλλο.

Αλλά κάποιος μπήκε στο Καπνοπωλείο (για ν’αγοράσει καπνό?)
Κι η υπαρκτή πραγματικότητα ξαφνικα με κατακεραυνώνει.
Μισοσηκώνομαι στα πόδια μου – μ’ ενέργεια, βέβαιος για τον εαυτό μου, ανθρώπινος –
Και θα προσπαθήσω να γράψω αυτούς τους στίχους για να ισχυριστώ το αντίθετο.
Ανάβω ένα τσιγάρο, καθώς σκέφτομαι να τούς γράψω.
Και σ’ αυτό το τσιγάρο γεύομαι την απελευθέρωσή μου από κάθε σκέψη.
Ακολουθώ τον καπνό σαν να ήταν το δικό μου ίχνος.
Και απολαμβάνω για μια ευαίσθητη και επαρκή στιγμή,
Την απελευθέρωσή μου από κάθε εικασία
Και την επίγνωση ότι οι μεταφυσικές είναι η παρενέργεια του να μην αισθάνομαι καλά.

Έπειτα, αφήνομαι πίσω στην καρέκλα
Και συνεχίζω να καπνίζω.
Όσο μού το επιτρέπει το πεπρωμένο θα συνεχίζω να καπνίζω.
(Αν παντρευόμουν την κόρης της πλύστρας μου,
θα μπορούσα να είμαι εφικτά ευτυχισμένος.)
Δεδομένου αυτού, σηκώνομαι και πηγαίνω προς το παράθυρο.
Ο άντρας βγήκε απ’ το καπνοπωλείο (βάζει τα ρέστα στην τσέπη του?)
Α, τον γνωρίζω : είναι ο Εστέβες, δίχως μεταφυσικές.
(Ο Καπνοπώλης ήρθε στην πόρτα.)
Ορμώμενος θαρρείς από κάποιο θείο ένστικτο, ο Εστέβες γύρισε και με είδε.
Με χαιρέτησε, και φώναξα κι εγώ από μακρυά "Γειά σου, Εστέβες!" και το σύμπαν
ανασυγκροτήθηκε μέσα μου, χωρίς ιδανικά ή ελπίδα, και ο Καπνοπώλης χαμογέλασε.

Álvaro de Campos ( Fernando Pessoa )

Η φωλιά του Χαμαιλέοντα

Share:

Σάββατο 27 Αυγούστου 2016

Με τον ίδιο τρόπο

Με τον ίδιο τρόπο που πλένουμε το κορμί μας,
θα έπρεπε να πλένουμε και το πεπρωμένο μας,
να αλλάζουμε ζωή,όπως αλλάζουμε ρούχα – όχι για λόγους επιβίωσης,
όπως κάνουμε όταν τρώμε ή κοιμόμαστε,
μα με εκείνο το σεβασμό που έχουμε σαν τρίτοι απέναντι στον εαυτό μας.

Fernando Pessoa
Share:

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

Αφού δεν κάνουμε τίποτα

Ρικάρντο Ράις (Φερνάντο Πεσσόα) (16/03/1933)

Αφού δεν κάνουμε τίποτα σε αυτόν τον ταραγμένο κόσμο
Που να διαρκεί ή που διαρκώντας, να έχει κάποια αξία,
Και ακόμη κι αυτό που μας είναι χρήσιμο το χάνουμε
Τόσο σύντομα, μαζί με τις ζωές μας,
Ας προτιμήσουμε την απόλαυση της στιγμής
από μια παράλογη ανησυχία για το μέλλον,
Του οποίου η μόνη βεβαιότητα είναι το κακό που υποφέρουμε τώρα
πληρώνοντας για την ευημερία του.
Το αύριο δεν υπάρχει. Αυτή η στιγμή
Μόνο μου ανήκει, και εγώ είμαι μόνο αυτός
Που υπάρχει αυτή τη στιγμή, η οποία μπορεί να είναι η τελευταία
Του εαυτού που προσποιούμαι ότι είμαι.


Μετάφραση από τα αγγλικά: Λιώτας Τρύφων

Since we do nothing in this confused world
That lasts or that, lasting, is of any worth,
And even what's useful for us we lose
So soon, with our own lives,
Let us prefer the pleasure of the moment
To an absurd concern with the future,
Whose only certainty is the harm we suffer now
To pay for its prosperity.
Tomorrow doesn't exist. This moment
Alone is mine, and I am only who
Exists in this instant, which might be the last
Of the self I pretend to be.


Τροφή για την σκέψη
Share:

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016

Μεθυσμένος από αισθήσεις

Όταν κοιμάμαι πολλά όνειρα, βγαίνω στο δρόμο, με τα μάτια ορθάνοιχτα, αλλά ακολουθώντας ακόμη τα ίχνη και τη βεβαιότητά τους. Και μένω έκπληκτος από τον αυτοματισμό μου που κάνει τους άλλους να με αγνοούν. Γιατί διασχίζω την καθημερινή ζωή χωρίς ούτε μια στιγμή να αφήσω το χέρι της αστρικής μου παραμάνας, και τα βήματά μου ηχούν κουρδισμένα, εναρμονισμένα με τα σκοτεινά σχέδια της ενύπνιας φαντασίας μου. Ωστόσο, προχωρώ με βήμα σταθερό, δεν σκοντάφτω, απαντώ σωστά, υπάρχω.
Μα στην πρώτη ανάπαυλα, όταν δεν χρειάζεται πια να προσέχω το ρυθμό των βημάτων μου, για να αποφεύγω τα οχήματα ή για να μην πατήσω τους πεζούς, όταν δεν είναι ανάγκη να μιλήσω, κι έχω απαλλαγεί από την υποχρέωση να μπω σε κάποια κοντινή πόρτα, τότε ανοίγομαι και πάλι στα πελάγη του ονείρου, σαν ένα χάρτινο καραβάκι με τις μυτερές του άκρες, και επιστρέφω στην ετοιμοθάνατη παραίσθηση μου, που λίκνισε την αόριστη συνείδησή μου της χαραυγής, μέσα στο θόρυβο των κάρων που έρχονταν από τους λαχανόκηπους.
Κι είναι τότε, την ώρα που σφύζει η ζωή, που το όνειρο ξετυλίγει τον μεγαλόπρεπο κινηματογράφο του. Κατεβαίνω μια ανύπαρκτη οδό της Κάτω Πόλης, και η πραγματικότητα ζώων που δεν υπάρχουν, μου τυλίγει τρυφερά το μέτωπο μ” ένα άσπρο μαντίλι ψεύτικων αναμνήσεων. Είμαι θαλασσοπόρος στις άγνωστες θάλασσες του εαυτού μου. Έφυγα νικητής από παντού όπου δεν πήγα. Κι είναι μια νέα αύρα, αυτή η υπνηλία που μέσα της προχωρώ, γερμένος μπροστά σε μια πορεία προς το αδύνατο.
Ο καθένας έχει το δικό του αλκοόλ. Το γεγονός της ύπαρξής μου μου προσφέρει αρκετές δόσεις αλκοόλ. Μεθυσμένος από αισθήσεις, περιπλανιέμαι βαδίζοντας ίσια μπροστά μου. Αν δεν είναι η ώρα, πηγαίνω μέχρι το ποτάμι, να δω το ποτάμι, σαν όλους τους άλλους. Είμαι ίδιος μ” αυτούς. Και πίσω από όλα αυτά, ο ουρανός μου, όπου το άστρο μου ακτινοβολεί κρυφά στο δικό μου άπειρο.

Φερνάντο Πεσσόα «Το Βιβλίο της Ανησυχίας»


awakengr
Share:

Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

Όσο πιο πολύ αισθανθώ

Όσο πιο πολύ αισθανθώ, όσο πιο πολύ αισθανθώ
σαν διαφορετικά πρόσωπα,
όσο πιο πολλές προσωπικότητες αποκτήσω,
όσο πιο έντονα, πιο στριγκά τις αποκτήσω,
όσο πιο ταυτόχρονα αισθανθώ μ΄όλες αυτές,
όσο πιο ομοιότροπα διαφορετικός, ανομοιότυπα προσεκτικός,
υπάρξω, αισθανθώ, ζήσω, είμαι,
τόσο πιο πολύ θα αποκτήσω τη συνολική ύπαρξη του σύμπαντος,
τόσο πιο πλήρης θα' μαι σ' ολόκληρη την έκταση του διαστήματος,
τόσο πιο όμοιος με τον Θεό, όποιος και να 'ναι,
γιατί, όποιος και να 'ναι, ασφαλώς είναι το Άπαν,
κι έξω απ' Αυτόν έχει μόνο Αυτόν, και το Άπαν γι' αυτόν είναι λίγο.



Fernando Pessoa
Share:

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016

«Για να ταξιδέψω, φτάνει να υπάρχω»

Να ταξιδέψω; Για να ταξιδέψω φτάνει να υπάρχω: πηγαίνω από μέρα σε μέρα, σαν από σταθμό σε σταθμό στο σιδηρόδρομο του κορμιού μου ή του πεπρωμένου μου, σκυμμένος πάνω από τους δρόμους και τις πλατείες, πάνω από τα πρόσωπα και τις χειρονομίες, πάντα ίδια και πάντα διαφορετικά, όπως τελικά είναι και τα τοπία. Εάν φαντάζομαι, βλέπω. Τι παραπάνω κάνω ταξιδεύοντας; Μόνο μια αδυναμία ακραία της φαντασίας δικαιολογεί τη μετακίνηση σαν μέσο πλήρωσης των αισθήσεων. «Κάθε δρόμος, μέχρι κι αυτός ο δρόμος του Έντεπφουλ, θα σε οδηγήσει στην άκρη του κόσμου». Αλλά η άκρη του κόσμου, από τότε που ο κόσμος εξαντλήθηκε όταν τον φέραμε όλον βόλτα, είναι το ίδιο το Έντεπφουλ απ’ όπου έφυγες. Στην πραγματικότητα η άκρη του κόσμου, όπως και η αρχή του, είναι η προσωπική μας σύλληψη του κόσμου. Μέσα μας είναι που τα τοπία έχουν τοπίο. Γι’ αυτό όταν τα φαντάζομαι, τα δημιουργώ. Αν τα δημιουργώ υπάρχουν, και εφόσον υπάρχουν, τα βλέπω όπως βλέπω και τ’ άλλα. Γιατί να ταξιδέψω; Στη Μαδρίτη, στο Βερολίνο, στην Περσία, στην Κίνα, στον καθένα από τους δύο Πόλους, πού αλλού θα βρισκόμουνα παρά μέσα σε μένα τον ίδιο, με τη δική μου ιδιαιτερότητα και το δικό μου τρόπο να αισθάνομαι. Η ζωή είναι αυτό που εμείς την κάνουμε να είναι. Τα ταξίδια είναι οι ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι αυτό που βλέπουμε, είναι αυτό που είμαστε.

Ένα απόσπασμα από το Βιβλίο της Ανησυχίας

Fernando Pessoa
Share:

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2015

Ονειρεμένη ευχαρίστηση είναι ευχαρίστηση

Ονειρεμένη ευχαρίστηση είναι ευχαρίστηση, αν και μέσα σ' ένα όνειρο.
Αυτό που υποθέτουμε για τους εαυτούς μας γινόμαστε,
Αν μ' ένα εστιασμένο μυαλό
Επιμένουμε στο να το πιστεύουμε.
Έτσι μην επικρίνετε τον τρόπο σκέψης μου
Σχετικά με τα πράγματα, τα όντα, και την μοίρα.
Γιατί τον εαυτό μου τον δημιουργώ όσο
Δημιουργώ για τον εαυτό μου.
Έξω από εμένα, αδιάφορη για το τι εγώ σκέφτομαι,
Η μοίρα εκπληρώνεται. Αλλά εγώ εκπληρώνω τον εαυτό μου
Μέσα στα στενά όρια
Αυτού που μου έχει δοθεί ως δικό μου.


30 Ιανουαρίου 1927 - Fernado Pessoa (Ρικάρντο Ρέις)
Μετάφραση: Ι π τ ά μ ε ν ο ς Ο λ λ α ν δ ό ς
Share:

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015

Μερικές φορές ξεκινώ να κοιτώ μια πέτρα

Μερικές φορές ξεκινώ να κοιτώ μια πέτρα.
Δεν αρχίζω να σκέφτομαι,
Έχει αισθήσεις;
Δεν κάνω φασαρία ονομάζοντάς την
αδελφή μου.
Αλλά παίρνω ευχαρίστηση από την ύπαρξή της,
Τη χαίρομαι γιατί δεν νιώθει τίποτα,
Τη χαίρομαι γιατί δεν έχει καμία σχέση μ' εμένα.
Καμιά φορά ακούω τον άνεμο να φυσά,
Και βρίσκω ότι απλά να ακούς τον άνεμο να φυσά,
τον καθιστά άξιο να έχει γεννηθεί.
Δεν ξέρω τι θα σκεφτούν οι άλλοι διαβάζοντας αυτό·
Αλλά νομίζω ότι πρέπει να είναι καλό
αφού είναι αυτό που σκέφτομαι χωρίς προσπάθεια,
Χωρίς καμιά ιδέα του τι σκέφτονται οι άλλοι ακούγοντας με,
Γιατί το σκέφτομαι χωρίς σκέψεις,
Γιατί το λέω όπως το λένε οι λέξεις μου.


Fernando Pessoa
Share:

Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

όλοι εμείς οι ζωντανοί ξοδεύουμε

Μια ωδή για τη ζωή που ζούμε…
Μία ζωή, στο να τη ζούμε,
Μια άλλη, στο να την σκεφτόμαστε.
Και η μόνη ζωή που έχουμε
Μοιράζεται ανάμεσα
Στην αληθινή και την ψεύτικη.

Αλλά ποια είναι η αληθινή
Και ποια είναι η ψεύτικη
Κανένας δεν μπορεί να εξηγήσει.
Και καθώς συνεχίζουμε ζώντας
Η ζωή που σπαταλάμε είναι αυτή
Που είναι καταδικασμένη σε σκέψη.

Φερνάντο Πεσσόα (1888-1935) ποιητής και συγγραφέας

trickmetreatme.tumblr.com
πηγή
Εναλλακτική Δράση


Share:

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Χαμηλώστε την ένταση του player αν δεν θέλετε να ακούγεται η μουσική. Ο player θα συνεχίσει να παίζει χωρίς ήχο κάθε φορά που θα μπαίνετε στη σελίδα. Αν θέλετε να ακούσετε, απλώς ανεβάστε την ένταση.

Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα

Η ακινησία είναι θάνατος. Στάση ζωής.
Το τέλος μπορεί να περιμένει λίγο ακόμα.
Πριν χαθούμε. Λίγο ροκ ακόμα πριν μας αγκαλιάσει οριστικά το φως.
Η μουσική είναι μονάδα μέτρησης για μας.
Ο πόνος περικλείει ελευθερία.
Όνειρα που καίγονται σαν κεριά, αφήνοντας σημάδια στα χέρια.
Χαρίζει σιωπές. Μας κάνει πιο δυνατούς.
Στο φόβο του ταξιδιού κρύβεται η συνέχεια.
Η συλλογή των κομματιών μας.
Αυτό το ροκ δεν θα τελειώσει ποτέ.
Όλα είναι δρόμος.

— Σταύρος Σταυρόπουλος

Η μουσική είναι δική μας.
Είναι εμείς.
Και όπως εμείς, είναι πάντα εδώ.
Μας περιβάλλει σαν τα άπειρα σωματίδια της ζωής.
Δεν φαίνεται.
Μόνο νιώθεται.
Όπως η ζωή.

Η Ροκ Είναι Τούτο

Πέτρα που κυλάει,
ανατρέπει, αμφισβητεί,
δεν πείθεται και δε σταματάει,
κόντρα στα κρατούντα,
κόντρα σε όσα οι άλλοι θεωρούν δεδομένα.

Henry David Thoreau

«Όταν ακούω μουσική,
Δεν νιώθω κανέναν κίνδυνο.
Είμαι άτρωτος.
Δεν βλέπω εχθρό.
Είμαι συγγενής με τους παλαιότερους χρόνους και με τους νεότερους.»

Alexis Korner

«Σε όλη μου τη ζωή πρέπει να υπέφερα από βαριά σχιζοφρένεια.
Ο ένας μου εαυτός, αυτός που ακούει ό,τι δεν μπορεί να παίξει ο άλλος,
είναι αυτός που κυριαρχεί...»

Robert Fripp

«Η μουσική είναι το κρασί
που γεμίζει το φλιτζάνι της σιωπής.»

Alan Watts

“When we dance, the journey itself is the point,
as when we play music the playing itself is the point.
And exactly the same thing is true in meditation.
Meditation is the discovery that the point of life
is always arrived at in the immediate moment.”

Always Somewhere ॐ
Travelling through sound & silence