Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Dylan Thomas. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Dylan Thomas. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πουλιά και ρολόγια κι εγκάρσιες καμπάνες
βούιζαν πλάι στο κουλουριασμένο πλήθος,
ακόλαστοι με ουρά στην πυρά,
ζιζάνια και τελώνια του ύπνου,
η διπλανή θάλασσα αφάνιζε
βατράχους και σατανάδες και γυναικείους οιωνούς,
ενώ έξω ένας άντρας με κλαδευτήρι,
ώς την κορφή μες στο αίμα του,
καρατομούσε το πρωινό,
ο θερμόαιμος σωσίας του Χρόνου
με τη γυριστή γενειάδα του από κάποιο βιβλίο,
λειάνιζε το τελευταίο φίδι σαν
να ‘ταν ραβδί ή λεπτό κλαρί,
με τη γλώσσα του γδαρμένη στο γύρισμα ενός φύλλου.
Κάθε πρωί δημιουργώ,
Θεός της κλίνης, το καλό και το κακό,
μετά από ένα νίψιμο περίπατο,
την ακατάσχετη ανάσα θανατικής καταπληξίας
μαμούθ και θάνατο
τη γη όλων.
Εδώ που τα πουλιά ταξιδεύουν σαν φύλλα κι οι βάρκες σαν πάπιες
άκουσα, τούτο το πρωινό, ξυπνώντας,
αλλιώτικη από τους θορύβους της πόλης
μια φωνή στον ορθωμένο αέρα,
διόλου προφητική απότοκο δική μου,
να διαλαλεί τη συντριβή της παράκτιας πόλης μου.
Χρόνος ανύπαρκτος, είπαν τα ρολόγια, Θεός ανύπαρκτος, σήμαναν οι καμπάνες,
τράβηξα τα λευκά σεντόνια πάνω από τα νησιά
και τα νομίσματα πάνω στα βλέφαρά μου κροτάλισαν σαν όστρακα.
Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα
Τα γηρατειά πρέπει να καίνε και να παραληρούν στο δειλινό.
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.
Οι σοφοί μαθαίνουν τελικά πως το σκοτάδι έχει δίκιο,
Γιατί οι λέξεις τους δεν έδωσαν ούτ’ έφεραν την αποκάλυψη, κι όμως
Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα.
Άνθρωποι καλοί, τελευταίος αποχαιρετισμός, φωνάζοντας πόσο φωτεινές
Οι εύθραυστες πράξεις τους ίσως θα χόρευαν σ’ έναν κόσμο αγάπης,
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.
Άνθρωποι άγριοι που άρπαξαν και τραγούδησαν τον ήλιο που πετούσε,
Μαθαίνουν, αργά πια, πώς θρήνησαν σαν έφευγε,
Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα.
Άνθρωποι ανήσυχοι, κοντά στο θάνατο που βλέπουν θαμπωμένα
Μάτια τυφλά φλογίζονται σαν μετεωρόλιθοι μα είναι εύθυμα,
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.
Και συ, πατέρα μου, εκεί πάνω στο θλιμμένο ύψος,
Καταράσου, ευλόγησε, εμένα τώρα με τα άγρια δάκρυα σου,
προσεύχομαι.
Μην αφήνεσαι σ’ αυτή την όμορφη νύχτα,
Οργήσου, οργήσου για το θάνατο της μέρας.
Ο Ντίλαν Τόμας γεννήθηκε στο Σουόνζι της Ουαλίας στις 27 Οκτωβρίου 1914 και απεβίωσε στις 9 Νοεμβρίου 1953, σε ηλικία μόλις 39 ετών, από αλκοολική τοξίνωση. Λίγες μέρες πριν είχε δηλώσει «Νομίζω ότι ήπια 18 διπλά ουίσκι»· αυτές ήταν και οι τελευταίες του κουβέντες. Ο Ντίλαν Τόμας ήταν ο ροκ εν ρολ ποιητής του 20ού αιώνα και ενέπνευσε καλλιτέχνες, όπως τον Bob Dylan και τον Παύλο Σιδηρόπουλο.
Do not go gentle into that good night
Do not go gentle into that good night,
Old age should burn and rave at close of day;
Rage, rage against the dying of the light.
Though wise men at their end know dark is right,
Because their words had forked no lightning they
Do not go gentle into that good night.
Good men, the last wave by, crying how bright
Their frail deeds might have danced in a green bay,
Rage, rage against the dying of the light.
Wild men who caught and sang the sun in flight,
And learn, too late, they grieved it on its way,
Do not go gentle into that good night.
Grave men, near death, who see with blinding sight
Blind eyes could blaze like meteors and be gay,
Rage, rage against the dying of the light.
And you, my father, there on the sad height,
Curse, bless, me now with your fierce tears, I pray.
Do not go gentle into that good night.
Rage, rage against the dying of the light.
Άνθρωποι νεκροί, γυμνοί, θα είναι ένα
Με τον άνεμο και με το δυτικό φεγγάρι
Όταν τα οστά θα γυμνωθούν, και τα γυμνά οστά θα χαθούν
Θα 'χουν αστέρια στον αγκώνα και στο πόδι
Θα παραφρονήσουν μα θα είναι γνωστικοί
Θα βυθιστούν στη θάλασσα αλλά θ' αναδυθούν
Οι αγαπημένοι θα χαθούν, μα η αγάπη όχι
Κι ο θάνατος δεν θα κυριαρχεί.
Ντίλαν Τόμας
elmage
Με τον άνεμο και με το δυτικό φεγγάρι
Όταν τα οστά θα γυμνωθούν, και τα γυμνά οστά θα χαθούν
Θα 'χουν αστέρια στον αγκώνα και στο πόδι
Θα παραφρονήσουν μα θα είναι γνωστικοί
Θα βυθιστούν στη θάλασσα αλλά θ' αναδυθούν
Οι αγαπημένοι θα χαθούν, μα η αγάπη όχι
Κι ο θάνατος δεν θα κυριαρχεί.
Ντίλαν Τόμας
elmage
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία.Γυμνοί οι νεκροί θα γίνουν ένα,
με τον άνθρωπο του ανέμου και του δυτικού φεγγαριού.
Όταν ασπρίσουν τα κόκκαλά τους και τριφτούν τ’ άσπρα κόκκαλα,
θάχουν αστέρια στον αγκώνα και στο πόδι.
Αν τρελλάθηκαν η γνώση τους θα ξαναρθεί,
αν βούλιαξαν στο πέλαγος θ’ αναδυθούν,
αν χάθηκαν οι εραστές δεν θα χαθεί η αγάπη.
Κι ο θάνατος δεν θαχει πια εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία.
Όσους βαθειά σκεπάζουν οι στροφάδες των νερών,
δε θ’ αφανίσει ανεμοστρόβιλος.
Κι αν στρίβει ο τροχαλίας κι οι κλειδώσεις ξεφτίζουν,
στον τροχό αν τους παιδεύουν δεν θα τους συντρίψουν.
Στα σπασμένα τα χέρια τους θαναι η πίστη διπλή,
κι οι μονόκεροι δαίμονες ας τρυπούν το κορμί.
Χίλια κομμάτια θρύψαλα κι αράγιστοι θα μείνουν.
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία
Ας μη φωνάζουν πια στο αυτί τους γλάροι,
ας μην σπάζει μ’ ορμή στο γιαλό τους το κύμα.
Εκεί που εν’ άνθι φούντωνε δεν έχει τώρα ανθό,
να υψώσει την κορφή του στης βροχής το φούντωμα.
Τρελλοί, μπορεί, και ξόδια, ψόφια καρφιά, μα ιδές
φύτρα των σημαδιών τους, να, σφυριές οι μαργαρίτες.
Ορμούν στον ήλιο ωσότου ο ήλιος να καταλυθεί.
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία…
Dylan Thomas
Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι, περπατήσαμε μέσ’ απ’ τα δέντρα
Φοβισμένοι, αφήνοντας τις λέξεις μας να είναι τρυφερές
Από φόβο μήπως ξυπνήσουμε τις κουρούνες,
Από φόβο μήπως έρθουμε
Αθόρυβα μέσα σ’ έναν κόσμο φτερών και κραυγών.
Αν ήμασταν παιδιά, ίσως να σκαρφαλώναμε,
Θα πιάναμε τις κουρούνες να κοιμούνται, και δεν θα σπάγαμε ούτε κλαράκι,
Και, μετά το μαλακό ανέβασμα,
Θα τινάζαμε τα κεφάλια μας πιο πάνω απ’ τα κλαριά
Για να θαυμάσουμε την τελειότητα των άστρων.
Πέρα απ’ τη σύγχυση, όπως συμβαίνει συνήθως,
Και τον θαυμασμό για όσα ο άνθρωπος γνωρίζει,
Πέρα απ’ το χάος θα ‘ρχόταν η μακαριότητα.
Αυτό, τότε, είναι ομορφιά, είπαμε,
Παιδιά που με θαυμασμό κοιτάζουν τ’ αστέρια,
Είναι ο σκοπός και το τέλος.
Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι, περπατήσαμε μέσ’ απ’ τα δέντρα.
Dylan Thomas
Φοβισμένοι, αφήνοντας τις λέξεις μας να είναι τρυφερές
Από φόβο μήπως ξυπνήσουμε τις κουρούνες,
Από φόβο μήπως έρθουμε
Αθόρυβα μέσα σ’ έναν κόσμο φτερών και κραυγών.
Αν ήμασταν παιδιά, ίσως να σκαρφαλώναμε,
Θα πιάναμε τις κουρούνες να κοιμούνται, και δεν θα σπάγαμε ούτε κλαράκι,
Και, μετά το μαλακό ανέβασμα,
Θα τινάζαμε τα κεφάλια μας πιο πάνω απ’ τα κλαριά
Για να θαυμάσουμε την τελειότητα των άστρων.
Πέρα απ’ τη σύγχυση, όπως συμβαίνει συνήθως,
Και τον θαυμασμό για όσα ο άνθρωπος γνωρίζει,
Πέρα απ’ το χάος θα ‘ρχόταν η μακαριότητα.
Αυτό, τότε, είναι ομορφιά, είπαμε,
Παιδιά που με θαυμασμό κοιτάζουν τ’ αστέρια,
Είναι ο σκοπός και το τέλος.
Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι, περπατήσαμε μέσ’ απ’ τα δέντρα.
Dylan Thomas
της ψεύτικης ημέρας
κι απ’ των αρχαίων τρόμων τον κατασπαραγμό,
γερνώντας πλέον φοβερά, καθώς η μέρα πέφτει
από το λόφο σε απροσμέτρητο βυθό·
έχω ποθήσει να ξεφύγω
απ’ των χαιρετισμών
το πήγαινε-έλα. Ο αέρας
γέμισε πνεύματα, πνευμάτων ήχους το χαρτί,
βροντάει κι αστράφτει κουδούνια και προσκλήσεις.
Έχω ποθήσει να ξεφύγω, όμως φοβάμαι·
λίγη ζωή περισωσμένη αν ξεπηδούσε
απ’ του παλιού μου φόβου αποκαΐδι,
ανάερα σκάζοντας και μ’ άφηνε τυφλό;
Από της νύχτας τον αρχαίο πανικό,
ένα καπέλο που έβγαλα,
τα χείλια μου σμιχτά στ’ ακουστικό,
δε θα με τσάκιζε αμέσως του θανάτου το φτερό;
∆εν φοβάμαι μην πεθάνω απ’ αυτά,
μισά συμβάσεις, ψέματα τ’ άλλα μισά.
I have longed to move away
From the hissing of the spent lie
And the old terrors' continual cry
Growing more terrible as the day
Goes over the hill into the deep sea;
I have longed to move away
From the repetition of salutes,
For there are ghosts in the air
And ghostly echoes on paper,
And the thunder of calls and notes.
I have longed to move away but am afraid;
Some life, yet unspent, might explode
Out of the old lie burning on the ground,
And, crackling into the air, leave me half-blind.
Neither by night's ancient fear,
The parting of hat from hair,
Pursed lips at the receiver,
Shall I fall to death's feather.
By these I would not care to die,
Half convention and half lie.
Dylan Thomas
Το χρώμα της λαλιάς
Ποιήματα 1934 - 1953
Μετάφραση Γιώργος Μπλάνας
Εκδόσεις Ερατώ 2003




