🎙️ Travellers Radio Feed
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Black Sabbath. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Black Sabbath. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

Tony Iommi – World Alone: Επαναφέρει τον αρχιτέκτονα του heavy metal

 

Το «World Alone» είναι το ολοκαίνουργιο single του θρυλικού κιθαρίστα των Black Sabbath, Tony Iommi, το οποίο κυκλοφόρησε στις 29 Ιουλίου 2026. Το κομμάτι αποτελεί τον προπομπό του πρώτου του solo album μετά από 21 χρόνια (από το Fused του 2005), με τίτλο «From The Dark», το οποίο αναμένεται να κυκλοφορήσει στις 23 Οκτωβρίου 2026 από τη BMG.

  Στο τραγούδι συμμετέχει ο σπουδαίος Νορβηγός τραγουδιστής Jørn Lande (γνωστός από τους Masterplan και Avantasia), ο οποίος έχει αναλάβει τα φωνητικά σε ολόκληρο το επερχόμενο άλμπουμ.
 Το line-up συμπληρώνουν η Becky Baldwin (Mercyful Fate) στο μπάσο και ο Karl Brazil στα ντραμς. Την παραγωγή συνυπογράφει ο Iommi μαζί με τον μόνιμο συνεργάτη του, Mike Exeter.
Το single συνοδεύεται από ένα επίσημο βίντεο κλιπ / ταινία μικρού μήκους σε σκηνοθεσία του Ryan Mackfall. Το concept έχει ρετρομελλοντική και δυστοπική αισθητική, όπου ο πρωταγωνιστής παγιδεύεται μέσα σε ένα διεστραμμένο βιντεοπαιχνίδι, παλεύοντας για τη ζωή και τη λύτρωσή του.

🎙️ Ακούς το Travellers Radio – ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις. Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.

#TonyIommi #WorldAlone #JornLande #HeavyRock #BlackSabbath #MetalLegend #TravellersWebRadio  #Rockanizontas

Share:

Τρίτη 31 Μαρτίου 2026

Το making‑of του The Devil You Know αποκαλύπτει τις τελευταίες δημιουργικές στιγμές του Ronnie James Dio με τους Heaven & Hell

 
Το επίσημο making‑of video αποκαλύπτει τη δημιουργική διαδικασία πίσω από το μοναδικό studio άλμπουμ των Heaven & Hell και τις τελευταίες ηχογραφήσεις του Ronnie James Dio

Το The Making of The Devil You Know αποτελεί το επίσημο behind‑the‑scenes featurette των Heaven & Hell, της σύνθεσης των Black Sabbath με τους Ronnie James Dio, Tony Iommi, Geezer Butler και Vinny Appice Το video, που επανεμφανίζεται σήμερα μέσα από το box set Breaking Out of Heaven (2007–2009), παρουσιάζει τη διαδικασία δημιουργίας του άλμπουμ The Devil You Know και λειτουργεί ως ιστορικό ντοκουμέντο για την τελευταία δημιουργική περίοδο του Dio

Το 2009 οι Heaven & Hell κυκλοφόρησαν το The Devil You Know, το μοναδικό full‑length studio άλμπουμ τους Η μπάντα είχε επανενωθεί το 2006 για περιοδεία και νέα υλικά, επιλέγοντας το όνομα Heaven & Hell ώστε να διαχωριστεί από τη σύνθεση των Black Sabbath με τον Ozzy Osbourne Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε λίγο πριν την ασθένεια του Dio και αποτελεί την τελευταία ολοκληρωμένη δουλειά του


Το video περιλαμβάνει συνεντεύξεις των τεσσάρων μελών, υλικό από το στούντιο και αναλύσεις για τον ήχο και τη σύνθεση Ο Dio μιλά για τη θεματολογία του άλμπουμ, επικεντρωμένη σε σκοτεινές αφηγήσεις, εσωτερικές μάχες και θρησκευτικούς συμβολισμούς Ο Iommi εξηγεί τη διαδικασία δημιουργίας των riff, με στόχο έναν πιο βαρύ και σύγχρονο ήχο Ο Butler αναλύει τη στιχουργική κατεύθυνση, ενώ ο Appice περιγράφει την προσέγγιση στα ρυθμικά μέρη Το making‑of καταγράφει τη χημεία της τετράδας και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν στο στούντιο
Το The Devil You Know είναι το τελευταίο studio άλμπουμ του Ronnie James Dio Το making‑of αποτελεί πολύτιμο αρχειακό υλικό, καθώς καταγράφει τις τελευταίες δημιουργικές στιγμές της Dio‑era Sabbath Η επανέκδοση του video στο box set Breaking Out of Heaven (2007–2009)
Το άλμπουμ περιλαμβάνει κομμάτια όπως Bible Black, Fear, Follow the Tears και Eating the Cannibals Το making‑of δείχνει τον Dio σε εξαιρετική φωνητική κατάσταση, παρά το γεγονός ότι λίγους μήνες αργότερα διαγνώστηκε με καρκίνο

🎙️ Ακούς το Travellers Radio – ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις. Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.


#HeavenAndHell #TheDevilYouKnow #RonnieJamesDio #TonyIommi #GeezerButler #VinnyAppice #BlackSabbath #Rockanizontas #TravellersWebRadio
Share:

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Tony Iommi – The Godfather of Heavy Metal, Volume One: Η ζωή και η κληρονομιά του αρχιτέκτονα του metal


Το πρώτο επεισόδιο της νέας docuseries του Gibson Films φωτίζει την πορεία του Tony Iommi, από το Birmingham μέχρι τη γέννηση των Black Sabbath και τη διαμόρφωση του heavy metal.

Το Tony Iommi: The Godfather of Heavy Metal, Volume One είναι το πρώτο μέρος της νέας limited docuseries του Gibson Films, που έκανε πρεμιέρα στις 8 Ιανουαρίου 2026 και προβάλλεται αποκλειστικά στο Gibson TV. Το επεισόδιο εξερευνά την πρώιμη ζωή και την καλλιτεχνική διαδρομή του Tony Iommi, του κιθαρίστα που άλλαξε για πάντα τον ήχο του rock και θεωρείται ο βασικός δημιουργός του heavy metal.

Το ντοκιμαντέρ περιλαμβάνει νέες συνεντεύξεις με τον ίδιο τον Iommi, ο οποίος μιλά για τα παιδικά του χρόνια στο βιομηχανικό Birmingham, την αρχική του επιθυμία να γίνει ντράμερ, το εργατικό ατύχημα που του κόστισε τις άκρες δύο δαχτύλων και τον οδήγησε να αναπτύξει μια εντελώς νέα τεχνική παιξίματος. Το επεισόδιο καλύπτει επίσης τη δημιουργία των Black Sabbath, την περίοδο των πρώτων άλμπουμ και τον τρόπο με τον οποίο ο Iommi διαμόρφωσε τον χαρακτηριστικό, σκοτεινό, ήχο που θα γινόταν η βάση του heavy metal.

Στο Volume One εμφανίζονται σημαντικές προσωπικότητες της rock και metal σκηνής, όπως οι Brian May, Zakk Wylde, Tom Morello, Rob Halford, Slash, Scott Ian, Blackie Lawless και άλλοι, οι οποίοι μιλούν για την επιρροή του Iommi στη δική τους μουσική και στη διαμόρφωση του είδους. Το επεισόδιο συνδυάζει αρχειακό υλικό, προσωπικές αφηγήσεις και σύγχρονες συνεντεύξεις, παρουσιάζοντας τον Iommi όχι μόνο ως κιθαρίστα‑θρύλο, αλλά και ως άνθρωπο που αντιμετώπισε αντιξοότητες, επέμεινε και τελικά άλλαξε την ιστορία της μουσικής. Η σειρά αποτελεί παραγωγή της Gibson Films, του studio της Gibson που ειδικεύεται σε ντοκιμαντέρ για μουσικούς και την ιστορία των οργάνων.

🎙️ Ακούς το Travellers Radio – ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις. Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.

 
#TonyIommi #BlackSabbath #HeavyMetal #GibsonTV #MetalDocumentary #TheGodfatherOfHeavyMetal #TravellersWebRadio #Rockanizontas
Share:

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025

«Από τους Savoy Brown στους Sabbath: Η Πορεία του Dave Walker»

             

                     Dave Walker – Ο ξεχασμένος τραγουδιστής των Black Sabbath

Ο Dave Walker είναι ένας Άγγλος τραγουδιστής και κιθαρίστας, γεννημένος στις 25 Ιανουαρίου 1945 στο Walsall, Staffordshire. Αν και η καριέρα του περιλαμβάνει συνεργασίες με σημαντικές μπάντες όπως οι Fleetwood Mac, Savoy Brown, και Humble Pie, είναι περισσότερο γνωστός για τη σύντομη θητεία του στους Black Sabbath το 1977–78

Black Sabbath – “Junior’s Eyes” με Dave Walker (1978)

Το βίντεο  είναι η μοναδική δημόσια ηχογράφηση του τραγουδιού Junior’s Eyes με τον Dave Walker στα φωνητικά, από την εκπομπή του BBC Midlands “Look! Hear!” το 1978

Τι ξεχωρίζει σε αυτή την εκδοχή

Εναλλακτικοί στίχοι και μελωδία: Η εκδοχή του Walker έχει διαφορετικούς στίχους και φωνητική γραμμή σε σχέση με την τελική που ηχογραφήθηκε με τον Ozzy Osbourne στο άλμπουμ Never Say Die!.

Η εκδοχή του Dave Walker είναι ένα ενδιαφέρον ιστορικό ντοκουμέντο, με blues χαρακτήρα και διαφορετική ερμηνεία. Όμως η εκδοχή του Ozzy είναι αυτή που έδωσε στο τραγούδι την συναισθηματική βαρύτητα και μουσική ταυτότητα που το έκανε κλασικό.


                      Dave Walker: Μια πολυδιάστατη μουσική πορεία

Ο Dave Walker είναι ένας Άγγλος τραγουδιστής και κιθαρίστας με πλούσια ιστορία στη rock και blues σκηνή. Γεννημένος στις 25 Ιανουαρίου 1945 στο Walsall της Αγγλίας, έχει υπάρξει μέλος πολλών σημαντικών συγκροτημάτων, με καριέρα που ξεκινά από τη δεκαετία του 1960.

                                  Σημαντικά Σημεία της Καριέρας του

                                     Dave Walker με τους The Redcaps (1960–1965)

Οι The Redcaps ήταν ένα Brumbeat R&B συγκρότημα από το Walsall της Αγγλίας, και αποτέλεσαν το πρώτο σημαντικό βήμα στην καριέρα του Dave Walker. Μαζί με τον δίδυμο αδερφό του Mick Walker, ο Dave ξεκίνησε ως κιθαρίστας και σύντομα έγινε ο βασικός τραγουδιστής του συγκροτήματος.

Σύνθεση της μπάντας

Dave Walker – φωνητικά, ρυθμική κιθάρα
Mick Walker – μπάσο
Ronnie Brown – αρχικός τραγουδιστής (αποχώρησε το 1962)
Roy Brown – lead κιθάρα
Mac Broadhurst – σαξόφωνο
Jimmy Richards – ντραμς

Μετά από εσωτερικές εντάσεις, ο Dave ανέλαβε τα φωνητικά και η μπάντα συνέχισε με νέα μέλη όπως ο Mick Blythe και ο Alan Morley (αργότερα στους Chicken Shack).

Δισκογραφία με Decca Records

Οι Redcaps κυκλοφόρησαν 3 singles:

Shout” / “Little Things You Do” (1963)
  Το “Shout” ήταν διασκευή των Isley Brothers
  Το “Little Things You Do” γράφτηκε από Walker και Roy Brown


   Talking About You” / “Come On Girl (1964) Φήμη ότι συμμετείχε ο Jimmy Page                       (διαψεύστηκε από τον Walker)

Funny Things” / “Mighty Fine Girl (1964) Το “Funny Things” γράφτηκε από τον Mick Blythe

                              Dave Walker με τους The Idle Race (1970–1972)

Ο Dave Walker εντάχθηκε στους The Idle Race το 1970, αντικαθιστώντας τον Jeff Lynne, ο οποίος είχε αποχωρήσει για να δημιουργήσει τους Electric Light Orchestra (ELO) μαζί με τον Roy Wood. Η περίοδος του Walker σηματοδότησε την τελευταία φάση της μπάντας πριν τη διάλυσή της.

                             Ιστορικό Συνεργασίας

Ένταξη: 1970, μετά την αποχώρηση του Jeff Lynne
Στυλ: Πιο “roots rock” και λιγότερο ψυχεδελικό από την προηγούμενη περίοδο
Δισκογραφία: Δεν υπάρχει επίσημο άλμπουμ με τον Walker, αλλά συμμετείχε σε live εμφανίσεις και demo ηχογραφήσεις
Διάλυση: Το συγκρότημα διαλύθηκε το 1972

                Dave Walker με τους Savoy Brown: Η εποχή του “Street Corner Talking”

Ο Dave Walker ήταν ο βασικός τραγουδιστής των Savoy Brown την περίοδο 1971–1972, μια από τις πιο επιτυχημένες φάσεις του συγκροτήματος. Η φωνή του έδωσε νέα πνοή στο blues rock ύφος τους, και συμμετείχε σε μερικά από τα πιο εμβληματικά άλμπουμ τους.

Άλμπουμ με τον Dave Walker

Street Corner Talking 1971  Πρώτο άλμπουμ μετά την αποχώρηση των μελών που ίδρυσαν τους Foghat 
Hellbound Train1972 Περιέχει το ψυχεδελικό ομώνυμο κομμάτι
Lion’s Share 1972 Εδραίωσε το “boogie rock” στυλ της μπάντα

                                 Dave Walker στους Fleetwood Mac (1972–1973)

Ο Dave Walker εντάχθηκε στους Fleetwood Mac το 1972, σε μια μεταβατική περίοδο για το συγκρότημα, μετά την αποχώρηση του κιθαρίστα Danny Kirwan. Η συμμετοχή του Walker ήταν σύντομη αλλά αξιοσημείωτη, καθώς η μπάντα πειραματιζόταν με νέα μουσικά μονοπάτια και φωνητικά στυλ.
Συμμετοχή σε άλμπουμ:
Penguin (1973) – εμφανίζεται σε δύο κομμάτια:
"The Derelict"  "Revelation"
Αποχώρηση: Λίγο μετά την κυκλοφορία του Penguin, καθώς το στυλ του δεν ταίριαξε με την κατεύθυνση που ήθελε να πάρει η μπάντα

Γιατί ήταν σύντομη η συνεργασία


Ο Walker είχε πιο raw blues φωνή, ενώ οι Fleetwood Mac κινούνταν προς πιο μελωδικό soft rock.
Η χημεία με τα υπόλοιπα μέλη δεν ήταν ιδανική για μακροχρόνια συνεργασία.
Μετά την αποχώρησή του, η μπάντα προσέλαβε τον Bob Welch, ο οποίος έδωσε νέα ώθηση στον ήχο τους.

                                 Dave Walker με τους Humble Pie: Δύο Φάσεις Συνεργασίας

Ο Dave Walker είχε δύο ξεχωριστές περιόδους συνεργασίας με τους Humble Pie, ένα από τα πιο εμβληματικά βρετανικά hard rock/blues συγκροτήματα.

Πρώτη Περίοδος: 1977–1978

Ο Walker εντάχθηκε στους Humble Pie μετά την αποχώρηση του Steve Marriott.

Συμμετείχε σε live εμφανίσεις και πρόβες, αλλά δεν ηχογράφησε επίσημα άλμπουμ με την μπάντα εκείνη την εποχή.


Η μπάντα βρισκόταν σε φάση ανασυγκρότησης, με διάφορες αλλαγές μελών.

Δεύτερη Περίοδος: Από το 2020
Ο Walker επανήλθε στους Humble Pie ως βασικός τραγουδιστής σε μια νέα σύνθεση της μπάντας
Η νέα εκδοχή της μπάντας περιλαμβάνει live εμφανίσεις και πιθανές ηχογραφήσεις, αν και δεν έχει επιβεβαιωθεί επίσημη δισκογραφία με τον Walker από αυτή την περίοδο.
Η συμμετοχή του αναφέρεται στην Encyclopaedia Metallum ως ενεργή από το 2020

Ξεκίνησε να τραγουδά σε εκκλησία, σε ηλικία μόλις 5 ετών.
Με τον αδερφό του Mick Walker είχαν “backyard skiffle” μπάντα.




Ο Dave Walker είναι ένας από τους πιο υποτιμημένους αλλά πολυδιάστατους τραγουδιστές της βρετανικής rock σκηνής. Από τα πρώτα του βήματα με τους Redcaps, μέχρι τις συνεργασίες με τους Savoy Brown, Fleetwood Mac, Black Sabbath και Humble Pie, η πορεία του αποτυπώνει την ευελιξία, το πάθος και την αυθεντικότητα ενός καλλιτέχνη που δεν φοβήθηκε να εξερευνήσει διαφορετικά μουσικά μονοπάτια.

Παρότι δεν έγινε ποτέ household name, η φωνή του Walker άφησε διακριτικά αλλά ουσιαστικά αποτυπώματα σε κάθε συγκρότημα που συμμετείχε. Η ιστορία του είναι υπενθύμιση ότι η rock δεν είναι μόνο οι πρωτοσέλιδοι ήρωες, αλλά και οι σιωπηλοί δημιουργοί που κράτησαν ζωντανή τη φλόγα της μουσικής.



🎙️ Ακούς το Travellers Radio – ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις. Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.

Share:

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2025

Ο Glenn Hughes έχει παίξει με τους Deep Purple, τους Black Sabbath, τους Black Country Communion και άλλους - αλλά δεν έπρεπε ποτέ να αφήσει το πρώτο του συγκρότημα

 
Ο Glenn Hughes έχει περάσει περισσότερα από 50 χρόνια στη ροκ - και είναι έτοιμος να μιλήσει για όλα αυτά

                          By Dave Everley ( Classic Rock )

Τριάντα δευτερόλεπτα μετά την έναρξη της συζήτησής μας, ο Glenn Hughes αρχίζει να παίζει με τα ακουστικά του. «Δώσε μου ένα δευτερόλεπτο», λέει με ένα χαμόγελο Καλιφόρνιας, το υγιές μαύρισμά του να τονίζει τα αψεγάδιαστα λευκά του δόντια. «Ακόμα είμαι κουφός από τότε που δούλευα με τον Jon Lord».

Αν τα ταλαιπωρημένα τύμπανα είναι η μόνη ζημιά που έχει να δείξει ο Hughes από πάνω από 55 χρόνια στο rock’n’roll, τότε έχει σταθεί τυχερός. Ο μπασίστας και τραγουδιστής ήταν ένας από τους ανερχόμενους αστέρες του σκληρού ροκ τη δεκαετία του ’70, δημιουργώντας τρία εξαιρετικά – αν και υποτιμημένα – άλμπουμ με την αρχική του μπάντα, τους Trapeze, και άλλα τρία ως μέλος των Deep Purple στις περιόδους Mk III και IV.

Η τελευταία τριλογία – τα Burn και Stormbringer του 1974 και το Come Taste The Band του 1975 – αναζωογόνησε τους Purple μετά την αποχώρηση του τραγουδιστή Ian Gillan και του μπασίστα Roger Glover. Εμπνευσμένος από τη soul και το R&B, ο Hughes έφερε μια funky διάσταση σε μια μπάντα που δεν φημιζόταν για τη φανκι πλευρά της, καθώς και φωνητικά-δυναμίτες που ταίριαξαν τέλεια με τον επίσης νεοφερμένο τραγουδιστή David Coverdale.

Δεν ήταν όλοι ευχαριστημένοι – και κυρίως ο κιθαρίστας των Deep Purple, Ritchie Blackmore, ο οποίος αποχώρησε αηδιασμένος από την κατεύθυνση που έπαιρνε η μπάντα (ο Αμερικανός βιρτουόζος κιθαρίστας Tommy Bolin τον αντικατέστησε στο άλμπουμ Come Taste The Band).

Αφού οι Purple διαλύθηκαν το 1976, ο Hughes ξεκίνησε σόλο καριέρα. Το ντεμπούτο του άλμπουμ, Play Me Out του 1977, ήταν η απάντησή του στο Young Americans του David Bowie – ένας λευκός Άγγλος ροκάς που διοχέτευε τη μαύρη αμερικανική μουσική που αγαπούσε. Όμως κάθε υπόσχεση που είχε, βυθίστηκε από έναν βαρύ εθισμό στα ναρκωτικά. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 έως τις αρχές του ’90, ο Hughes δεν ήταν τόσο μουσικός με πρόβλημα ναρκωτικών όσο ναρκομανής με πρόβλημα μουσικής.

«Δεν είχα σκοπό να γίνω ναρκομανής όταν ήμουν πέντε χρονών», λέει σήμερα. Μελετά τον Βουδισμό τα τελευταία 15 χρόνια και πιστεύει πως όλα όσα πέρασε τότε ήταν προκαθορισμένα: «Πίστευα πως ήταν γραμμένο να συμβεί στην ιστορία μου, σε αυτή τη συγκεκριμένη ζωή».

Είτε ήταν μοίρα είτε όχι, τελικά καθάρισε οριστικά το 1997. Από τότε έχει κυκλοφορήσει μια σειρά από εξαιρετικά σόλο άλμπουμ – κάποια ροκ, κάποια φανκ, κάποια και τα δύο. Έχει επίσης υπάρξει μέλος αρκετών συγκροτημάτων, όπως οι βραχύβιοι California Breed (μαζί με τον μελλοντικό παραγωγό των Ozzy/Rolling Stones, Andrew Watt), και πιο σημαντικά, οι Black Country Communion, το blues-rock supergroup που σχημάτισε με τον κιθαρίστα Joe Bonamassa, τον ντράμερ Jason Bonham και τον πληκτρά Derek Sherinian.

Ήρθε για να μιλήσει για το νέο του σόλο άλμπουμ, Chosen. Είναι το πρώτο του από το Resonate του 2015. Και δεν είναι μόνο αυτό.

«Ίσως αυτό να είναι το τελευταίο σόλο άλμπουμ του Glenn Hughes», λέει. «Μου είπαν ότι έπρεπε να κάνω ένα για την εταιρεία, τους χρωστούσα ένα άλμπουμ. Οπότε σκέφτηκα: “Εντάξει, αν έτσι πρέπει να γίνει”, και το αποδέχτηκα. Τα σόλο άλμπουμ για μένα είναι πολύ προσωπικά. Μου αρέσει να φτιάχνω δίσκους όταν έχω κάτι να πω. Δεν σκέφτομαι πλέον τα είδη μουσικής, απλώς σκέφτομαι: “Πώς θα μου καθίσει αυτό;”»

Το Chosen ακούγεται οτιδήποτε άλλο εκτός από μια συμβατική υποχρέωση. Είναι εξίσου δυναμικό και γεμάτο ψυχή όπως το Resonate ή το πολυαναγνωρισμένο Soul Mover του 2005, το οποίο αποτέλεσε σημείο καμπής στην καριέρα του. Αλλά αν όντως αποδειχθεί ότι είναι το κύκνειο άσμα της σόλο πορείας του, θα σφραγίσει μια καριέρα που τον οδήγησε στις πιο ψηλές κορυφές και στα πιο βαθιά σκοτάδια.

Το πρώτο σου όργανο ήταν το τρομπόνι. Αυτή θα μπορούσε να είναι μια πολύ διαφορετική συζήτηση.

Όταν ήμουν δώδεκα χρονών, ο διευθυντής του σχολείου μου ήθελε να φτιάξει μια ορχήστρα και κάπως έτσι με επέλεξαν να παίξω τρομπόνι. Έτσι άρχισα να μαθαίνω τρομπόνι και να διαβάζω μουσική. Δεν ήταν αυτό που ήθελα να κάνω, αλλά το τρομπόνι με οδήγησε στο πιάνο και μετά στην κιθάρα.

Γιατί τελικά στράφηκες στο μπάσο;

Λοιπόν, στα δεκατρία μου ήμουν κιθαρίστας. Υπήρχε ένα παιδί τρία-τέσσερα χρόνια μεγαλύτερο από μένα, ονόματι Mel Galley, που επίσης έπαιζε κιθάρα. Τον έβλεπα να παίζει σε συναυλίες στο Cannock και έγινε το είδωλό μου. Λάτρευα να τον παρακολουθώ. Προσπαθούσα να μιμηθώ ό,τι έκανε, να μοιάζω με αυτόν. Και ήξερε ότι ήμουν αυτός ο ανερχόμενος μικρός κιθαρίστας.

Ο Mel μπήκε σε ένα συγκρότημα που λεγόταν Finders Keepers, και περίπου ένα χρόνο αργότερα ο μπασίστας τους έφυγε. Και είπε: «Ξέρω ένα νεαρό παιδί από την πόλη μου, ίσως θα μπορούσε να αλλάξει από κιθάρα σε μπάσο». Μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες μάθαινα να παίζω μπάσο, απλώς για να παίξω σε συγκρότημα με τον Mel.

Ήσουν ήδη μεγάλος φαν της μαύρης αμερικανικής μουσικής εκείνη την εποχή. Τι ήταν αυτό που σε άγγιξε τόσο;

Δεν το επέλεξα, ήταν γραφτό να συμβεί. Όταν ήμουν δεκαπέντε, ο αδερφός της κοπέλας μου είχε μια ντισκοτέκ στο Walsall τα Σαββατοκύριακα. Πήγαινα μαζί τους και του έφερνα καφέδες και Coca-Cola. Κατέληξα να ακούω όλη αυτή την υπέροχη μουσική – Tamla Motown, Stevie Wonder, Al Green, Marvin Gaye. Όλη αυτή η μουσική χαράχτηκε σιγά-σιγά μέσα μου. Οι περισσότεροι συμμαθητές μου άκουγαν Beatles, Stones και Dylan, αλλά για μένα ήταν το R&B. Ήταν το groove – το groove του James Brown. Και τα μελωδικά φωνητικά κάποιου σαν τον Stevie Wonder. Groove και μελωδία είναι αυτό που είμαι.

Μπήκες στους Trapeze όταν ήσουν δεκαοχτώ. Πώς ήταν εκείνες οι πρώτες μέρες;

Ήταν απίστευτο. Οι άλλοι ήταν όλοι μεγαλύτεροι από μένα. Ο Mel Galley ήταν ο επόμενος νεότερος, και ακόμα κι αυτός ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερος. Όταν μπήκα, το συγκρότημα είχε πέντε μέλη. Ήμουν ο μπασίστας που περιστασιακά τραγουδούσε μερικές γραμμές. Αλλά ο Mel και ο Dave [Holland, ντράμερ] είχαν μια συνάντηση με τη διοίκηση πίσω από την πλάτη μου, λέγοντας: «Ο Glenn τραγουδάει εξαιρετικά. Τι θα γινόταν αν χτίζαμε κάτι γύρω από αυτόν;»

Με κάλεσαν στο γραφείο και μου είπαν: «Πώς θα σου φαινόταν να γίνεις ο frontman του συγκροτήματος;» Εγώ είπα: «Τι;!» Δεν είχα ιδέα ότι συνέβαινε αυτό, παρεμπιπτόντως. Μόλις τότε έβρισκα τη φωνή μου. Και ένιωσα άσχημα που έπρεπε να αποχωρήσει ο [αρχικός τραγουδιστής] Johnny Jones. Ακόμα αγαπώ εκείνη την πενταμελή σύνθεση. Οι Trapeze είναι ακόμα η πιο σημαντική μουσική που έχω δημιουργήσει.

Αλήθεια; Γιατί;

Λόγω της βαθιάς αγάπης μου για τον Mel και τον Dave, και της στενής συνεργασίας μας στο Cannock εκείνα τα χρόνια. Ήμασταν τόσο συγχρονισμένοι μουσικά ως τρίο. Ο Mel άρχισε να μπαίνει στη groove μουσική μαζί μου, ο Dave Holland ήταν ένας εξαιρετικός ντράμερ. Θεέ μου, εκείνο το συγκρότημα ήταν τα πάντα για μένα.

Σε κάποια φάση σου ζητήθηκε να μπεις στους ELO. Πώς θα ακουγόταν αυτό;

Ήταν γύρω στο 1971. Κάναμε παρέα με τον Roy Wood [συνιδρυτή των ELO] όταν η προηγούμενη μπάντα του, οι The Move, διαλύονταν. Ο Roy ήταν ένας από τους στενούς μου φίλους και προφανώς πίστευε ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει. Ο διαβόητος μάνατζερ των ELO, Don Arden, ήρθε να με δει: «Θες να κάνουμε μια συνάντηση;» Με έβαλε στο πίσω κάθισμα της Rolls-Royce του, κάπνιζε πούρο, και με ρώτησε αν ήθελα να μπω στους ELO. Ήμουν πολύ φοβισμένος για να πω όχι, οπότε είπα: [δειλά] «Φυσικά». Στην πραγματικότητα δεν ήθελα καθόλου. Η μητέρα μου τηλεφώνησε στον Roy Wood μια εβδομάδα αργότερα και του είπε: «Roy, έχει πάθει κρίση, δεν θέλει να μπει». Η μητέρα μου έπρεπε να του πει ότι δεν μπορώ να μπω στους ELO.

Πώς θα ακουγόταν οι ELO με τον Glenn Hughes;

Είχες τον Roy και τον Jeff [Lynne], δύο απίστευτα καλούς συνθέτες και ηγέτες της μπάντας, και ήθελαν να είμαι τραγουδιστής και μπασίστας.

Πώς θα ήταν αυτό;

Είμαι άνθρωπος του R&B. Δεν είμαι σίγουρος ότι θα λειτουργούσε.

Αντί γι’ αυτό, έμεινες στους Trapeze. Πιστεύεις ότι η μπάντα θα έπρεπε να είναι πιο γνωστή;

Ήμασταν ένα τραγούδι μακριά από την επιτυχία. Το Medusa [1970] ήταν βαρύ, αλλά μετά ήρθε το You Are The Music… We’re Just The Band [1972]. Coast To Coast, Way Back To The Bone, What Is A Woman’s Role, You Are The Music… όλα αυτά τα φανταστικά, groovy, crossover R&B τραγούδια. Θεέ μου, ήμασταν τόσο κοντά. Δεν έπρεπε ποτέ να φύγω.

Αλλά το έκανες. Αντικατέστησες τον Ian Gillan στους Deep Purple το 1973.

Με παρακολουθούσαν για έναν χρόνο – με είχαν δει με τους Trapeze στο Marquee του Λονδίνου, στο Whiskey A Go Go στο Λος Άντζελες, σε όλα αυτά τα μέρη. Ήμουν στη Βαλτιμόρη με τους Trapeze την ίδια εβδομάδα που οι Purple ήταν στη Νέα Υόρκη για μια συναυλία. Ο Jon Lord με πέταξε εκεί, οπότε είχα την αίσθηση ότι κάτι θα συνέβαινε.

Παρακολούθησα τη συναυλία από το πλάι της σκηνής και την επόμενη μέρα ήμουν σε συνάντηση με τον Jon, τον Ian Paice, τον Ritchie και τους μάνατζερ και δικηγόρους τους. Και μου είπαν: «Θα ήθελες…», και νόμιζα ότι θα μου ζητούσαν να γίνω ο βασικός τραγουδιστής. Αλλά είπαν: «Θα θέλαμε να παίξεις μπάσο, γιατί θα ζητήσουμε από τον Paul Rodgers να τραγουδήσει». Σκέφτηκα: «Σοβαρά; Θέλετε απλώς να παίξω μπάσο;» Οπότε ουσιαστικά είπα όχι. Ήμουν πολύ ευγενικός: «Δεν είναι αυτό που θέλω πραγματικά να κάνω».

Γιατί όχι;

Οι Trapeze ήταν καθιερωμένοι και ήμουν βασικός τραγουδιστής. Δεν ήθελα να κάνω κάτι που δεν θεωρούσα κατάλληλο. Η μουσική των Deep Purple ήταν πολύ κλασική, πολύ τετράγωνη, λευκή ροκ. Δεν ήμουν έτσι. Σκέφτηκα: «Είναι αυτό πραγματικά που θέλω;» Δεν με ενδιέφερε να το κάνω για τα χρήματα και απλώς δεν ήξερα αν θα ήμουν ευτυχισμένος σε αυτό το σενάριο. Δεν θα έμπαινα απλώς για να τραγουδάω ‘ooh’ και ‘aah’.

Γιατί άλλαξες γνώμη;

Ήταν η ιδέα να τραγουδήσω με τον Paul Rodgers. Σκέφτηκα: «Έχω αυτή τη φωνή, υπάρχει πιθανότητα να το εξερευνήσουμε». Νομίζω ότι θα ήταν υπέροχο, οι δυο μας, αλλά προφανώς δεν συνέβη. Και αφού μπήκα, ήρθε ο David [Coverdale]. Και παρεμπιπτόντως, ο David κι εγώ συνεργαστήκαμε εξαιρετικά. Όταν γράφαμε το άλμπουμ Burn στο Clearwell Castle, είχαμε δύο μικρόφωνα στημένα. Ο David κι εγώ κοιταζόμασταν και λέγαμε: [ευγενικά] «Μετά από σένα…», «Όχι, μετά από σένα, επιμένω…» Υπήρχε πολύς σεβασμός εκεί. Αλλά ήξεραν ότι είχα αυτή τη φωνή.

Πώς ήταν πραγματικά ο Ritchie Blackmore;

Όταν μπήκα στο συγκρότημα τον Ιούνιο του 1973, ο Ritchie με πήγε στο Αμβούργο. Καθίσαμε σε ένα σκαμπό σε ένα μπαρ για τρεις-τέσσερις μέρες και περάσαμε υπέροχα. Μου είπε τόσα πολλά για τον εαυτό του, είχε τόσες φιλοδοξίες για το τι έφερνα στο συγκρότημα, μου έδινε τόση ενθάρρυνση. Ένα προς ένα με τον Blackmore ήταν φανταστικό. [Γελάει] Είχαμε μόνο μία τέτοια στιγμή, και αυτό ήταν όλο.

Ποιο ήταν το πιο “Ritchie Blackmore” πράγμα που είδες να κάνει;

Όταν πηγαίναμε πολύ καλά στις συναυλίες, αρνιόταν να κάνει encore. Έπρεπε να τον αναγκάσουν να ξαναβγεί στη σκηνή, και ακόμα κι έτσι έπαιζε πίσω από τον εξοπλισμό του. Ήταν τόσο γελοίο. Δεν μπορούσες να τον κάνεις να κάνει τίποτα.

Τι έμαθες από αυτόν;

Αυτό που έμαθα ήταν τα πράγματα με τα οποία δεν συμφωνούσα. Ήταν απομονωμένος. Είχε το δικό του καμαρίνι, το δικό του αυτοκίνητο. Δεν ήταν συγκρότημα, ήταν εμείς και ο Ritchie. Αυτό ήταν πάντα το στυλ του. Ήταν άβολο για μένα. Μου έλειπε η οικογενειακή αίσθηση του να είμαστε όλοι μαζί. Ήταν μια περίεργη κατάσταση.

Μπορείς να λύσεις μια διαφωνία μεταξύ των φαν των Deep Purple: ποιο άλμπουμ είναι το καλύτερο – Burn, Stormbringer ή Come Taste The Band;

Stormbringer.

Αλήθεια;

Ναι. Ξέραμε ότι ο Ritchie θα έφευγε από το συγκρότημα. Είχε φέρει τα Stormbringer και Soldier Of Fortune και μερικά άλλα, αλλά ο Jon, ο David κι εγώ γράψαμε το υπόλοιπο άλμπουμ. Κανείς δεν είπε: «Δεν μπορείς να είσαι φανκ». Και αν με αφήσεις σε ένα δωμάτιο με τον Jon Lord και τον David Coverdale, αυτό θα πάρεις. Έγραφα τραγούδια όπως You Can’t Do It Right (With The One You Love), Hold On και Love Don’t Mean A Thing… Πολλοί φαν των Purple δεν τους άρεσε το άλμπουμ γιατί ήταν υπερβολικά φανκ. Αλλά αν μου δώσεις την ευκαιρία, αυτό θα συμβεί.

Έχεις ακόμα εκείνες τις φανταστικές γούνινες μπότες που φορούσες τότε;

Όχι. Έχω αλλάξει σπίτι τόσες φορές από τότε. Και ο πατέρας μου έδωσε πολλά πράγματα. Οι φαν χτυπούσαν την πόρτα του στο Cannock και τους έδινε πράγματά μου.

Τα ναρκωτικά μπήκαν στη ζωή σου κατά τη διάρκεια της θητείας σου στους Purple. Πώς ξεκίνησε αυτό;

Όταν κάποιος έχει επιτυχία, θα υπάρχουν άνθρωποι γύρω του που του προσφέρουν πράγματα – κοσμήματα, ρολόγια, γυναίκες, ναρκωτικά. Όταν μπήκα στους Purple, μου έδιναν κάθε είδους ναρκωτικά, χάπια, τέτοια πράγματα. Τα πέταγα στην τουαλέτα ή απλώς τα άφηνα στην τσέπη μου χωρίς να κάνω τίποτα μ’ αυτά.

Μετά από περίπου έξι μήνες στους Purple, άρχισα να λέω: «Τι είναι αυτό το πράγμα, η κοκαΐνη;» Ένα βράδυ, βρήκα κάτι στην τσέπη μου. Ήμουν μόνος στο δωμάτιο και μύρισα λίγο. Είπα: «Ω, αυτό είναι διασκεδαστικό. Με κάνει χαρούμενο». Σιγά-σιγά άρχισα να εθίζομαι. Σκέφτηκα: «Είμαι νέος, δεν σνιφάρουν όλοι κοκαΐνη από τα οπίσθια στρίπερ;»

Μέρος του προβλήματος ήταν ότι ίσως δεν ήμουν τόσο χαρούμενος. Ήταν λαμπερό το να είμαι στους Deep Purple, είχα ό,τι ήθελα, ναι, αλλά απλώς δεν ήμουν τόσο ευτυχισμένος όσο θα έπρεπε. Με όλο τον σεβασμό στον David, ήμουν βασικός τραγουδιστής όταν μπήκα στο συγκρότημα, και τώρα ήμουν ουσιαστικά γνωστός ως ο δεύτερος τραγουδιστής. Λάτρευα να τραγουδάω με τον David, τραγουδούσαμε εξαιρετικά μαζί, είχαμε υπέροχη φιλία και συνεργασία, αλλά μέσα μου σκεφτόμουν: «Δεν έπρεπε να μπω στο συγκρότημα, γιατί πραγματικά πρέπει να τραγουδάω».

Οι Deep Purple τελείωσαν το 1976. Ένιωσες ανακούφιση;

Κατά κάποιον τρόπο, ναι. Ήμουν απελπισμένα σε άσχημη κατάσταση, πραγματικά όχι καλά. Μου έδωσε την ευκαιρία να επιβραδύνω και να αντιμετωπίσω το πώς θα συνεχίσω να ζω τη ζωή μου.

Είχες έρθει σε επαφή με τον David Bowie εκείνη την εποχή. Πώς ήταν εκείνη η περίοδος;

Ο David έμενε στο σπίτι μου στο Λος Άντζελες τον Μάρτιο του 1975 – ήταν στην εποχή του Thin White Duke. Τζαμάραμε, γράφαμε πράγματα, μόνο οι δυο μας. Ακόμα και τότε μου έλεγε: «Πρέπει να σκέφτεσαι ποιο θα είναι το επόμενο σου βήμα». Μιλήσαμε για το ενδεχόμενο να κάνουμε ένα άλμπουμ μαζί.

Ο David ήταν τότε πλήρως αφοσιωμένος στη soul και το R&B – που ήταν ο δικός μου κόσμος. Είχε ηχογραφήσει το Young Americans, που ήταν φανταστικό, οπότε αποφάσισα να κάνω ένα άλμπουμ σε αυτό το ύφος. Άρχισα να γράφω το Play Me Out [το ντεμπούτο άλμπουμ του Hughes το 1977] έχοντας στο μυαλό μου να το κάνουμε μαζί. Δυστυχώς, δεν ήταν διαθέσιμος να το παράγει.

Ηχογραφήσατε ποτέ κάτι μαζί;

Όχι. Με κάλεσε να τραγουδήσω στο Young Americans, αλλά ο Blackmore με συμβούλεψε να μην το κάνω. Ήταν αρκετά θυμωμένος που το πρότεινα καν. Οπότε δεν έγινε.

Ποιο ήταν το καλύτερο μάθημα που πήρες από τον Bowie;

Παρακολουθούσα κάθε του μετενσάρκωση μέσα στη δεκαετία του ’70. Πάντα μου έλεγε: «Πρέπει να αλλάζεις συνεχώς, Glenn». Όταν μετακόμισε στο σπίτι μου, κάποια από τα ρούχα μου άρχισαν να εξαφανίζονται – τα καμπάνα παντελόνια και οι μπότες χάθηκαν. Μου μιλούσε για να κόψω τα μαλλιά μου. Ενοχλήθηκε που ήμουν ακόμα γοητευμένος από τον Stevie Wonder. Μου έδειξε τη Nina Simone. Συνέχισε να μου λέει ότι πρέπει να αλλάζω. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

Ο Hughes δεν πρόλαβε να εφαρμόσει τις συμβουλές του Bowie. Ο εθισμός στα ναρκωτικά που είχε ξεκινήσει κατά τη διάρκεια της θητείας του στους Deep Purple τον είχε αρπάξει σε έναν θανάσιμο εναγκαλισμό. Η κοκαΐνη ήταν το δηλητήριό του, και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80 είχε περάσει στο freebasing και το κάπνισμα crack.

Όποιος θέλει να διαβάσει αυτές τις ιστορίες, μπορεί να τις βρει στην ωμά ειλικρινή αυτοβιογραφία του από το 2011: να κρύβεται στο διαμέρισμά του σαν βρικόλακας· να καταστρέφει σχέσεις· να κινδυνεύει να βάλει φωτιά στον εαυτό του με ένα τηγάνι μετά από πέντε μέρες χρήσης κοκαΐνης· οι φίλοι που σχεδόν έχασε και εκείνοι που όντως έχασε· η καρδιακή προσβολή λίγο πριν μπει στην κλινική Betty Ford… Ο Glenn Hughes της δεκαετίας του ’80, με γένια και πρησμένος, ήταν μια ζωντανή προειδοποίηση ότι ο μύθος του ροκ ναρκομανή-πειρατή δεν έχει τίποτα το λαμπερό.

Η άθλια φυσική και ψυχική του κατάσταση αντικατοπτριζόταν στην πενιχρή δισκογραφία του εκείνης της περιόδου: μια συνεργασία 18 μηνών με τον Καναδό κιθαρίστα Pat Thrall υπό το όνομα Hughes Thrall, που απέδωσε ένα και μοναδικό άλμπουμ (ένα παραγνωρισμένο διαμάντι του πρώιμου ’80s rock), μια σύντομη μουσική συνεργασία με τον Gary Moore στο άλμπουμ Run For Cover του 1985 (οι δυο τους τσακώθηκαν στα μισά λόγω της χρήσης του Hughes), και μια ατυχής θητεία ως τραγουδιστής στους Black Sabbath (για να είμαστε δίκαιοι, το Seventh Star του 1986 με τον Hughes στα φωνητικά ήταν αρχικά προορισμένο ως σόλο άλμπουμ του Tony Iommi).

Άρχισε να βγαίνει από αυτή τη θανάσιμη καθοδική πορεία στις αρχές της δεκαετίας του ’90, αλλά χρειάστηκαν μερικά χρόνια ακόμη για να κόψει εντελώς τα ναρκωτικά και το αλκοόλ.

«Με ρωτάνε πώς επέζησα», λέει. «Ειλικρινά δεν ξέρω».

Μετανιώνεις που δεν έκανες περισσότερη μουσική στα ’80s;

Δεν μπορούσα. Δεν ήμουν ικανός. Δεν ήμουν συνδεδεμένος με τη δημιουργία μουσικής. Η μουσική μου στεκόταν εμπόδιο στο να “ανεβαίνω”. Το να “ανεβαίνω” ήταν το βασικό για μένα. Προσπάθησα να σταματήσω αλλά δεν μπορούσα. Ήμουν σε μπελάδες.

Το άλμπουμ Hughes Thrall που έκανες με τον Pat Thrall είναι εξαιρετικό, όμως.

Είδα τον Pat Thrall να παίζει με τον Pat Travers το 1981 και σκέφτηκα: «Θεέ μου, αυτός είναι ο πιο φανκ λευκός τύπος που έχω ακούσει». Οπότε τον πλησίασα στην τουαλέτα και του είπα: «Γιατί δεν σκέφτεσαι να έρθεις στο Λος Άντζελες, να μείνεις μαζί μου και ίσως να γράψουμε κάτι;» Συνδεθήκαμε και σχηματίσαμε τους Hughes Thrall. Ήταν μια περίοδος δεκαοκτώ μηνών στη ζωή μου.

Αλλά πέρα από αυτό… Ο Gary Moore κι εγώ ξεκινήσαμε κάτι το 1980, αλλά δεν ήμουν σε θέση να το κάνω. Τσακώθηκα με τον Gary στα μισά του άλμπουμ Run For Cover εξαιτίας αυτού. Μετά το άλμπουμ που έκανα με τον Tony… Αυτά τα άλμπουμ είναι εντάξει, αλλά δεν ήταν σπουδαία. Το να “ανεβαίνω” με εμπόδιζε να ζήσω.

Έκανες κοκαΐνη και crack, αλλά δεν εθίστηκες ποτέ στην ηρωίνη. Πώς το απέφυγες;

Υπήρξε ένα περιστατικό. Ήταν τα γενέθλια του Tommy [Bolin, κιθαρίστας των Deep Purple Mk IV], 1η Αυγούστου 1975. Ήμασταν στο Μόναχο, σε ένα νυχτερινό κέντρο. Υπήρχε μια λευκή σκόνη, και εγώ και ο Tommy τη σνιφάραμε, νομίζοντας ότι ήταν κοκαΐνη – αλλά ήταν ηρωίνη. Ο Tommy ένιωσε ωραία – δεν είχα καταλάβει ότι ίσως είχε ήδη μπει στον δρόμο της ηρωίνης. Εγώ αρρώστησα άσχημα. Με πήγαν σε ξενοδοχείο και με έβαλαν σε σάουνα. Ήμουν πολύ άρρωστος. Ήταν τρομακτικό. Δόξα τω Θεώ, η ηρωίνη δεν ήταν για μένα.

Το ηλεκτρονικό ντουέτο The KLF σε κάλεσε να τραγουδήσεις στο single τους America: What Time Is Love το 1991. Σε παρουσίασαν ως “The Voice Of Rock”. Πόσο σημαντικό ήταν αυτό για την επανεκκίνηση της καριέρας σου;

Πολύ σημαντικό. Μας πήρε τηλέφωνο κάποιος από την ομάδα των KLF – έψαχναν εμένα ή τον Roger Daltrey για να τραγουδήσει το What Time Is Love. Πήγα στο στούντιο να συναντήσω τους δύο τύπους των KLF, και μέσα σε μία ώρα είχα τραγουδήσει αυτό που ακούτε στο κομμάτι. Το λάτρεψαν και μου ζήτησαν να είμαι στο βίντεο.

Τους χρωστάω πολλά. Δεν νομίζω ότι ήξεραν τίποτα για τον εθισμό μου στα ναρκωτικά στο στούντιο. Δεν εμφανίστηκα ποτέ υπό την επήρεια. Αλλά σκέφτηκα: «Άγιο μου χτύπημα, αυτό μπορεί να είναι ο δρόμος μου προς μια διαφορετική καριέρα – κάτι παράξενο αλλά υπέροχο. Ίσως αυτή να είναι η ευκαιρία να κοιτάξω κατάματα τον εθισμό μου». Ήξερα πολύ καλά ότι είχα πρόβλημα. Όλοι όσοι με ήξεραν προσεύχονταν για μένα. Ήταν πολύ θυμωμένοι μαζί μου, αλλά προσεύχονταν. Όταν γύρισα σπίτι, αποφάσισα να δω αν έπρεπε να μπω στο κέντρο Betty Ford.

Παρόλα αυτά, σου πήρε αρκετά χρόνια για να καθαρίσεις.

Έκοψα τα ναρκωτικά ανήμερα Χριστούγεννα του 1991, αλλά μετά είχα τέσσερις ή πέντε υποτροπές. Κάθε επτά-οκτώ μήνες πήγαινα στο Άμστερνταμ και έπαιρνα ναρκωτικά. Τον Νοέμβριο του 1997 γύρισα σπίτι και βρέθηκα να παίρνω ecstasy. Πανικοβλήθηκα, νόμιζα ότι θα πάθω καρδιακή προσβολή. Κάλεσα ασθενοφόρο και είπα: «Ελάτε να με πάρετε». Νόμιζα ότι θα πεθάνω, και δεν ήθελα να πεθάνω υπό την επήρεια.

Αποδίδεις στον οδηγό του ασθενοφόρου την σωτηρία σου εκείνη τη μέρα, επειδή σου είπε κάποιες σκληρές αλήθειες.

Είμαι στο ασθενοφόρο και λέω: «Δεν είμαι σαν όλους τους άλλους που κάθονται εδώ πίσω». Και ο οδηγός γυρίζει και λέει: «Σκάσε, ρε άχρηστε ναρκομανή, ή θα έρθω πίσω και θα σε σαπίσω στο ξύλο». Και δόξα τω Θεώ που το είπε. Τότε κατάλαβα ότι έπρεπε να αλλάξω. Ήμουν απελπισμένος να καθαρίσω. Ήμουν απελπισμένος για αλλαγή τρόπου ζωής. Ήθελα απεγνωσμένα να επιστρέψω στο Ηνωμένο Βασίλειο και να δω τη μαμά και τον μπαμπά μου καθαρός και νηφάλιος. Από τότε είμαι καθαρός.

Πώς ήταν να φτιάχνεις δίσκους όταν ήσουν πλέον νηφάλιος;

Μουσικά, ήμουν εκεί. Προσωπικά; Είχα κάποια θέματα. Αλλά το να γνωρίσω τη γυναίκα μου, την Gabi, το 2001 ήταν καθοριστικό για μένα. Το να έχω μια δυνατή σχέση στο σπίτι, αυτό το υπέροχο οικογενειακό περιβάλλον, με βοήθησε να γίνω καλύτερος άνθρωπος. Είναι ο πιο εκπληκτικός άνθρωπος στον κόσμο. Είμαστε μαζί σε πολλές, πολλές ζωές. Η Gabi κι εγώ είμαστε τόσο συνδεδεμένοι.

Ποιο είναι το άλμπουμ στο οποίο ένιωσες πραγματικά ότι ο Glenn Hughes επέστρεψε;

Soul Mover [2005]. Σταμάτησα να ακούω τις δισκογραφικές, σταμάτησα να ακούω ανθρώπους που μου έλεγαν: «Χρειαζόμαστε ένα AOR άλμπουμ από σένα, χρειαζόμαστε αυτό το είδος». Είπα: «Όχι, θα κάνω ένα άλμπουμ που θέλω εγώ». Το Soul Mover ήταν γεμάτο από “Glenn-ισμούς”. Για μένα, ήταν το αρχέτυπο άλμπουμ Glenn.

Αυτός ο δίσκος περιλαμβάνει τον ντράμερ Chad Smith και τον κιθαρίστα John Frusciante από τους Red Hot Chili Peppers, καθώς και τον Dave Navarro από τους Jane’s Addiction. Ήταν έκπληξη που μια νεότερη γενιά μουσικών ήθελε να συνεργαστεί μαζί σου;

Ήταν υπέροχο. Δεν υπάρχουν πολλοί από τη γενιά μου που μπορούν πραγματικά να απευθυνθούν και να συνεργαστούν με τέτοιους ανθρώπους. Πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι φίλοι μου. Νιώθω ευλογημένος.

Και μετά ήρθαν οι Black Country Communion. Φαίνεται πως αυτό ανέβασε τα πράγματα σε άλλο επίπεδο για σένα.

Ο Joe Bonamassa κι εγώ είμαστε πολύ, πολύ κοντά. Χθες το βράδυ είχαμε μια συζήτηση για τη διαφορά που βλέπει σε μένα τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια. Υποθέτω ότι έχω αλλάξει πολύ.

Εσύ και ο Joe είστε και οι δύο ισχυρογνώμονες. Υπάρχουν πολλά “εγώ” στους Black Country Communion;

Πες το “εγώ” αν θέλεις, αλλά υπάρχει τόση αγάπη τώρα. Παίζουμε καλύτερα από ποτέ, πουλάμε πολλά εισιτήρια. Ο κόσμος των BCC είναι υπέροχος αυτή τη στιγμή. Αυτή είναι η πρώτη σειρά συναυλιών που κάνουμε από το 2011, και φαίνεται πως θα υπάρξουν κι άλλες. Υπάρχει τόση αγάπη και ζωή.

Αλλά δεν ήταν πάντα έτσι. Μετά το δεύτερο άλμπουμ των Black Country Communion φάνηκε να υπάρχει ένταση μεταξύ σας. Φαινόταν πως η μπάντα είχε τελειώσει.

Το 2011, όταν κάναμε εκείνη την εννιά εβδομάδων περιοδεία στην Ευρώπη, ήμασταν όλοι σε διαφορετικά σημεία· ο Joe είχε απογειωθεί με την σόλο καριέρα του. Αλλά είναι γραφτό να γίνει ό,τι είναι να γίνει. Τώρα είμαστε όλοι στην ίδια σελίδα. Η φιλία, η επικοινωνία και η συντροφικότητα είναι απίστευτες.

Ήταν τιμή να μπεις στο Rock And Roll Hall Of Fame με τους Deep Purple το 2016;

Ήταν μεγάλη τιμή να μπω. Ο David κι εγώ καθόμασταν σ’ εκείνο το τραπέζι με «εκείνους τους άλλους τύπους» [γελάει].

Υπήρχαν θέματα με «εκείνους τους άλλους τύπους». Τι συνέβη;

Υπήρχαν. Ο David με πήρε τηλέφωνο έξι μήνες πριν, όταν ξέραμε ότι θα γινόμασταν δεκτοί, και είπε: «Θα τηλεφωνήσω στον Gillan να δούμε αν μπορούμε να κάνουμε κάτι μαζί. Ίσως να ανέβουμε και να τραγουδήσουμε οι δυο μας». Εγώ είπα: «Καλή τύχη, φίλε», ξέροντας πολύ καλά ότι δεν επρόκειτο να συμβεί.

Δεν γνωρίζω καλά τον Gillan και τον Glover, αλλά όταν καθίσαμε σ’ εκείνο το τραπέζι δεν υπήρχε καμία συντροφικότητα, ούτε οπτική επαφή, τίποτα. Ήταν πολύ άβολο. Αλλά είπα στον εαυτό μου: «Μείνε εκεί, να είσαι ευγενικός, να είσαι σεβαστικός, κάνε αυτό που πρέπει, απόλαυσέ το». Πραγματικά σέβομαι την Mark II σύνθεση, και ο Roger Glover φαίνεται εντάξει, αλλά αυτοί οι τύποι δεν θέλουν να αναγνωρίσουν εμένα και τον David. Ήταν απλώς αγενείς. Ήταν λάθος. Το μόνο που θέλαμε εγώ και ο David ήταν να είμαστε εκεί και να εκπροσωπήσουμε.

Έχεις συνεργαστεί με απίστευτους κιθαρίστες όλα αυτά τα χρόνια. Ποιος είναι ο καλύτερος;

Θεέ μου, είναι πολύ δύσκολο. Δεν θέλω να στεναχωρήσω κανέναν επειδή δεν αναφέρω τον Ritchie ή τον Tommy ή τον Mel ή τον Pat, αλλά πρέπει να πω ότι είναι ισοπαλία μεταξύ του Gary Moore και του Joe Bonamassa. Μιλάω για το πάθος που μου προκαλεί η συνεργασία μαζί τους. Ο Gary ερχόταν στο σπίτι μου στις τρεις το πρωί και με άφηνε άφωνο – ήταν απίστευτος κιθαρίστας. Και ο Joe Bonamassa με αφήνει άφωνο κάθε βράδυ. Ο Bonamassa είναι ο κορυφαίος αυτή τη στιγμή.

Με όλα όσα έχεις περάσει σωματικά, πώς στο καλό έχεις καταφέρει να κρατήσεις τη φωνή σου;

Διαβάζω ανθρώπους να λένε: «Πώς το κάνει κάθε βράδυ;» Και λέω: «Δεν ξέρω!» Δεν ξέρω πώς το κάνω, απλώς ξέρω ότι το κάνω. Υπάρχει μια πνευματική διάσταση σ’ αυτό, αλλά απλώς δεν σκέφτομαι την επόμενη νότα, απλώς αφήνομαι και είμαι παρών.

Πολλοί άνθρωποι που γνώρισες και συνεργάστηκες έχουν φύγει. Αν μπορούσες να έχεις μια τελευταία συζήτηση με κάποιον που χάσαμε, ποιος θα ήταν;

Θα ήθελα να μιλήσω ξανά με τη μητέρα μου. Ήμουν εκεί όταν πέθανε, και είδα πράγματα σ’ εκείνο το δωμάτιο με τα ίδια μου τα μάτια που μου επιβεβαίωσαν ότι υπάρχει μεταθανάτια ζωή. Είναι μαζί μου όλη την ώρα. Ο πατέρας μου πέθανε την ημέρα της τελετής στο Hall Of Fame. Ήμουν μοναχοπαίδι από εργατική οικογένεια στο Staffordshire, και μου πήραν την πρώτη μου κιθάρα. Με στήριξαν σε όλα. Μου λείπουν πολύ.

Είχες την καριέρα που ήθελες; Θα ήθελες να είχες κάνει περισσότερα άλμπουμ ή να είχες μεγαλύτερη επιτυχία;

Η λέξη «επιτυχία» με προβληματίζει. Τι σημαίνει επιτυχία; Ίσως θα ήθελα να είχα υπάρξει σόλο καλλιτέχνης, αλλά παρασύρθηκα. Αλλά κάθε πράγμα που μου συνέβη, συνέβη για κάποιο λόγο. Πιστεύω ότι ζούμε προκαθορισμένες ζωές. Πιστεύω ότι η ζωή μου είχε χαραχτεί πριν γεννηθώ. Κάθε πράγμα ήταν γραφτό να συμβεί. Είμαι ακόμα εδώ.

Καμία απολύτως μετάνοια;

Δεν μετανιώνω για τίποτα. Αλλά δεν έπρεπε ποτέ να φύγω από τους Trapeze. Δεν έπρεπε να φύγω από εκείνη τη μπάντα.

Αλλά θα είχες χάσει τόσα πολλά – καλά και άσχημα – αν δεν το είχες κάνει.

Δεν απόλαυσα το να είμαι στους Deep Purple. Δεν ήταν καλό για μένα. Μουσικά ήταν εντάξει. Γιατί παίζω ακόμα αυτά τα τραγούδια; Επειδή ο κόσμος θέλει να τα ακούσει. Αλλά η σόλο καριέρα μου είναι αυτό που με κάνει ευτυχισμένο. Αυτός είναι ο πραγματικός Glenn.

Είναι το Chosen πραγματικά το τελευταίο σου σόλο άλμπουμ;

Αν έχω κάτι άλλο να πω, θα σας ενημερώσω, αλλά δεν ξέρω αν θα έχω. Δεν πρόκειται να αποσυρθώ, αλλά το να φτιάχνω σόλο άλμπουμ με διαλύει. Είναι τόσο προσωπικά, με καταβάλλουν. Δεν μπορώ να κάνω σχέδια. Αν κάνω σχέδια, ο Θεός λέει: «Ξέχνα το, φίλε, δεν θα γίνει». Αν το Chosen είναι το τελευταίο άλμπουμ που κάνω, είναι ένας επικός τρόπος να τελειώσω. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις με μένα.

Το Chosen κυκλοφορεί τώρα




Ακούς το Travellers Radio – ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις. Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.

Share:

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2025

Ozzy Osbourne και Judas Priest σε μια νέα εκδοχή του εμβληματικού - War Pigs (Charity Version)


Το “War Pigs (Charity Version)” κυκλοφόρησε επίσημα στις 26 Σεπτεμβρίου 2025 και αποτελεί μια νέα ηχογράφηση του ιστορικού κομματιού των Black Sabbath, με τις φωνές των Ozzy Osbourne και Rob Halford των Judas Priest να συνυπάρχουν
Η κυκλοφορία συνοδεύεται από φιλανθρωπική πρωτοβουλία, με τα έσοδα να διατίθενται σε οργανώσεις που στηρίζουν βετεράνους πολέμου, θύματα συγκρούσεων και προγράμματα ψυχικής υγείας. Το κομμάτι είναι διαθέσιμο σε όλες τις ψηφιακές πλατφόρμες, ενώ το επίσημο audio ανέβηκε στο κανάλι των Judas Priest στο YouTube.

Το War Pigs παραμένει ένα από τα πιο ισχυρά αντιπολεμικά μηνύματα στην ιστορία της ροκ. Η νέα εκδοχή διατηρεί την σκοτεινή ατμόσφαιρα και την δύναμη του πρωτότυπου.

“Generals gathered in their masses / Just like witches at black masses…”

Η φιλανθρωπική διάσταση της κυκλοφορίας ενισχύει το ηθικό βάρος του τραγουδιού, μετατρέποντάς το από μουσική διαμαρτυρία σε πράξη αλληλεγγύης.

Ακούς το Travellers Radio – ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις. Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.

Share:

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2025

Ozzy Osbourne: «No Escape From Now» – Το ντοκιμαντέρ που ξεδιπλώνει τη ζωή και τις μάχες του Prince of Darkness


Η Paramount+ παρουσιάζει ένα συγκλονιστικό πορτρέτο του Ozzy Osbourne, από την άνοδο με τους Black Sabbath μέχρι τις προσωπικές δοκιμασίες και τη μάχη με την υγεία του.

Το “Ozzy: No Escape From Now” είναι ένα ειλικρινές και ωμό ντοκιμαντέρ που εξερευνά την πολυτάραχη ζωή του θρυλικού frontman. Με αδημοσίευτο υλικό, προσωπικές εξομολογήσεις του ίδιου και μαρτυρίες από ανθρώπους που έζησαν δίπλα του, η ταινία φωτίζει:
  • Την εκρηκτική καριέρα του με τους Black Sabbath και τη solo πορεία του.

  • Τις σκοτεινές μάχες με τις εξαρτήσεις και τις συνέπειές τους.

  • Την οικογενειακή διάσταση και τον ρόλο της Sharon Osbourne.

  • Τις πρόσφατες δυσκολίες με την υγεία του, που σημάδεψαν τις τελευταίες δεκαετίες.

Το ντοκιμαντέρ δεν παρουσιάζει απλά έναν ροκ σταρ, αλλά έναν άνθρωπο που παραδέχεται ανοιχτά τα λάθη του και αναγνωρίζει ότι «είχε μια σπουδαία ζωή», παρά τα σκοτάδια και τις δυσκολίες.

Ακούς το Travellers Radio – ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις. Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.

Share:

Σάββατο 2 Αυγούστου 2025

Ozzy Forever: Η Συγκλονιστική Εκτέλεση των Blackberry Smoke στο Ryman


Όταν το southern rock συναντά το metal, γεννιούνται στιγμές που μένουν στην ιστορία. Στις 26 Ιουλίου 2025, οι Blackberry Smoke ανέβηκαν στη σκηνή του Ryman Auditorium και απέδωσαν με πάθος και δύναμη το “Children of the Grave” των Black Sabbath, ως φόρο τιμής στον αείμνηστο Ozzy Osbourne. Με σεβασμό στο πρωτότυπο και την προσωπική τους μουσική ταυτότητα, η μπάντα κατάφερε να συγκινήσει και να ξεσηκώσει το κοινό, αποδεικνύοντας πως η ψυχή του rock ζει και αναπνέει

Ο Charlie Starr, frontman της μπάντας, προειδοποίησε το κοινό: “This is a fair warning… You’re going to want to stand up.” Και πράγματι, το κοινό σηκώθηκε για να ζήσει μια δυνατή στιγμή rock ιστορίας

Η εκτέλεση αυτή δεν ήταν απλώς ένα cover, αλλά μια συναισθηματική αναφορά σε έναν από τους πιο επιδραστικούς καλλιτέχνες της metal σκηνής.
Το συγκρότημα απέδωσε το κομμάτι με σεβασμό και δύναμη, διατηρώντας την βαριά ατμόσφαιρα του πρωτότυπου αλλά με το δικό τους southern rock ύφος.
Το live συνοδεύτηκε από Tom Petty tributes με τον Mike Campbell και τους Dirty Knobs, κάνοντας τη βραδιά αξέχαστη

Η μουσική ενώνει γενιές, και όταν το παρελθόν συναντά το παρόν με τόσο πάθος, το αποτέλεσμα είναι μαγικό. Οι Blackberry Smoke απέδειξαν πως η κληρονομιά των Black Sabbath και του Ozzy Osbourne ζει μέσα από κάθε riff, κάθε στίχο, κάθε στιγμή πάνω στη σκηνή.  Άκουσε την εκτέλεση, μοιράσου τη με φίλους και κράτα ζωντανή τη φλόγα του αυθεντικού rock.

Ακούς το Travellers Radio – ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις. Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.

Share:

Σάββατο 26 Ιουλίου 2025

Ozzy Osbourne – Live in Philadelphia 1989 (Full Concert)


Δες την εκρηκτική εμφάνιση του Ozzy Osbourne στο Tower Theatre της Philadelphia το 1989, σε ένα σπάνιο PROSHOT βίντεο από την περιοδεία No Rest for the Wicked. Μαζί του οι Zakk Wylde, Geezer Butler και Randy Castillo σε ένα ιστορικό setlist γεμάτο Black Sabbath και σόλο ύμνους.

Το Ozzy Osbourne – Live in Philadelphia 1989 είναι μια επική ζωντανή εμφάνιση του "Prince of Darkness" που καταγράφηκε στο Tower Theater στη Φιλαδέλφεια το 1989. Το βίντεο είναι επαγγελματικής λήψης, προσφέροντας εξαιρετική ποιότητα εικόνας και ήχου για τους λάτρεις του κλασικού heavy metal

Intro
I Don’t Know
Flying High Again
Mr. Crowley
Shot in the Dark
Bloodbath in Paradise
Guitar Solo
Sweet Leaf (Black Sabbath)
War Pigs (Black Sabbath)
Tattooed Dancer
Drum Solo
Miracle Man
Suicide Solution
Iron Man (Black Sabbath)
Crazy Train
Paranoid (Black Sabbath)

Πληροφορίες για την εμφάνιση:
Ημερομηνία: 4 Ιουνίου 1989
Τοποθεσία: Tower Theater, Philadelphia
Κυκλοφόρησε ανεπίσημα σε DVD το 2003

Φωνητικά: Ozzy Osbourne
Κιθάρα: Zakk Wylde
Μπάσο: Geezer Butler
Ντραμς: Randy Castillo

Share:

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2025

Ozzy Forever - Ένα αφιέρωμα στον Πρίγκιπα του Σκότους


Σε έναν κόσμο γεμάτο προσωπεία και μουσική βιομηχανοποίηση, ο Ozzy Osbourne παρέμεινε ένας ακατέργαστος, σκοτεινός και αυθεντικός ήρωας. Από το Aston του Birmingham μέχρι τις σκηνές του κόσμου, ο Πρίγκιπας του Σκότους δεν ακολούθησε ποτέ τις νόρμες — τις διέλυσε. 

Το Ozzy Forever   είναι μια ωδή στη ζωή, την τρέλα, την παρακμή και την εξιλέωση ενός ανθρώπου που δεν έγινε απλώς σύμβολο του heavy metal, αλλά κάτι πολύ περισσότερο: ένα φαινόμενο που ξεπέρασε τα μουσικά είδη και τα ανθρώπινα όρια.

Ο Ozzy Osbourne, γεννημένος ως John Michael Osbourne στις 3 Δεκεμβρίου 1948 στο Marston Green της Αγγλίας, πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Aston του Birmingham, σε μια φτωχή εργατική γειτονιά. Η οικογένειά του ζούσε σε ένα μικροσκοπικό σπίτι με δύο υπνοδωμάτια, όπου μεγάλωσε με τρεις αδελφές και δύο αδελφούς. Ο πατέρας του, Jack, δούλευε νυχτερινές βάρδιες σε εργοστάσιο μετάλλων και η μητέρα του, Lillian, εργαζόταν σε μονάδα ηλεκτρονικών. Τα παιδικά του χρόνια χαρακτηρίζονταν από στέρηση· είχε μόνο ένα ζευγάρι παπούτσια, δεν φορούσε εσώρουχα, και κοιμόταν τυλιγμένος με παλτό αντί για σεντόνια.


Στο σχολείο αντιμετώπιζε δυσκολίες λόγω της δυσλεξίας και της υπερκινητικότητάς του, ενώ συχνά ήταν στόχος κοροϊδίας και εκφοβισμού. Στα έντεκα του χρόνια υπέστη σεξουαλική κακοποίηση από μεγαλύτερους μαθητές, μια εμπειρία που τον σημάδεψε βαθιά και ενίσχυσε την απομόνωσή του. Στα δεκατέσσερα του, παλεύοντας με κατάθλιψη, αποπειράθηκε να βάλει τέλος στη ζωή του. Παρ’ όλα αυτά, βρήκε παρηγοριά στη σκηνή, συμμετέχοντας σε σχολικές παραστάσεις όπως The Mikado και H.M.S. Pinafore, δείχνοντας πρώιμα το πάθος του για το θεατρικό και μουσικό στοιχείο.

Η σπίθα για την μουσική άναψε την ίδια χρονιά όταν άκουσε το “She Loves You” των Beatles· εκείνη η στιγμή άλλαξε τη ζωή του, κάνοντάς τον να ονειρευτεί μια πορεία στο ροκ. Το παρατσούκλι “Ozzy” ξεκίνησε ως κοροϊδία από συμμαθητές, αλλά με τον καιρό το αγκάλιασε ως ταυτότητα.

Πριν χαράξει τον μουσικό του δρόμο, δούλεψε σε διάφορες δουλειές· ήταν εργάτης σε οικοδομή, σφαγέας, υδραυλικός και για μικρό διάστημα εργάστηκε ακόμη και σε νεκροτομείο. Η εμπειρία εκεί, ανάμεσα σε θανάτους και απομόνωση, τον επηρέασε βαθιά. Στα δεκαεπτά του συνελήφθη για κλοπή και πέρασε έξι εβδομάδες στη φυλακή Winson Green, καθώς ο πατέρας του αρνήθηκε να πληρώσει το πρόστιμο — μια επιλογή που είχε σκοπό να του δώσει ένα μάθημα. Εκεί, έφτιαξε τα πρώτα του τατουάζ: “OZZY” στα δάχτυλα και δύο χαμογελαστά προσωπάκια στα γόνατά του.

Μέσα από την ανέχεια, τις προσωπικές τραγωδίες και την απομόνωση, ο Ozzy βρήκε τελικά φως και διέξοδο στη μουσική. Και από το Aston, πήδηξε στη σκηνή του κόσμου, διαμορφώνοντας το πρόσωπο του heavy metal όπως κανένας άλλος.


        Τα πρώτα του μουσικά βήματα

Μετά την εφηβεία του, γεμάτη δυσκολίες και σκοτεινές εμπειρίες, ο Ozzy άρχισε να ψάχνει διέξοδο στη μουσική. Στα τέλη του 1967, συμμετείχε στο συγκρότημα Rare Breed μαζί με τον Geezer Butler, αλλά η μπάντα διαλύθηκε μετά από μόλις δύο εμφανίσεις.

Στη συνέχεια, μαζί με τον Butler, τον κιθαρίστα Tony Iommi και τον ντράμερ Bill Ward, δημιούργησαν το συγκρότημα Polka Tulk Blues Band, το οποίο σύντομα μετονομάστηκε σε Earth. Όμως, όταν ανακάλυψαν ότι υπήρχε ήδη άλλο συγκρότημα με το ίδιο όνομα, αποφάσισαν να το αλλάξουν.

                   Η γέννηση των Black Sabbath

Το 1969, εμπνευσμένοι από την ταινία τρόμου Black Sabbath, υιοθέτησαν το όνομα Black Sabbath και αποφάσισαν να παίξουν ένα πιο σκοτεινό και βαρύ μουσικό ύφος, που συνδύαζε μπλουζ με απόκοσμους στίχους και ήχους.

Το πρώτο τους άλμπουμ, Black Sabbath, κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1970 και ακολούθησε το Paranoid την ίδια χρονιά, με κομμάτια όπως War Pigs, Iron Man και Paranoid, που έγιναν εμβληματικά.

Από το 1971 έως το 1978, κυκλοφόρησαν επτά άλμπουμ, μεταξύ των οποίων τα Master of Reality, Sabbath Bloody Sabbath και Sabotage, καθιερώνοντας τους Black Sabbath ως πρωτοπόρους του heavy metal

                       

                        Η ένταση και η αποχώρηση

Παρά την τεράστια επιτυχία, η σχέση του Ozzy με το συγκρότημα άρχισε να φθείρεται λόγω της κατάχρησης ουσιών και των εσωτερικών εντάσεων. Το 1979, απολύθηκε από τους Black Sabbath, γεγονός που σηματοδότησε την αρχή της σόλο καριέρας του

                         Η εκρηκτική σόλο πορεία του Ozzy Osbourne

Μετά την αποχώρησή του από τους Black Sabbath το 1979, πολλοί πίστεψαν ότι ο Ozzy θα βυθιζόταν στην αυτοκαταστροφή. Αντίθετα, ξεκίνησε μια σόλο καριέρα που όχι μόνο τον ανέστησε, αλλά τον καθιέρωσε ως παγκόσμιο φαινόμενο.

Το 1980 κυκλοφόρησε το Blizzard of Ozz, με τραγούδια όπως Crazy Train και Mr. Crowley, και συνεργάστηκε με τον θρυλικό κιθαρίστα Randy Rhoads. Η χημεία τους ήταν εκρηκτική, αλλά η τραγική απώλεια του Rhoads σε αεροπορικό δυστύχημα το 1982 σημάδεψε βαθιά τον Ozzy.

Παρά τις δυσκολίες, συνέχισε ακάθεκτος:

Το Diary of a Madman (1981) και το No More Tears (1991) θεωρούνται κορυφαία άλμπουμ του heavy metal.

Δημιούργησε το Ozzfest, ένα φεστιβάλ που ανέδειξε μπάντες όπως Slipknot, System of a Down και Linkin Park.

Συνεργάστηκε με κιθαρίστες όπως Jake E. Lee, Zakk Wylde και Gus G, διατηρώντας πάντα υψηλό επίπεδο.

Το 2020 και 2022 κυκλοφόρησε τα Ordinary Man και Patient Number 9, με συμμετοχές από Elton John, Eric Clapton και Jeff Beck.

Η σόλο πορεία του Ozzy περιλαμβάνει 13 άλμπουμ, εκατομμύρια πωλήσεις και αμέτρητες περιοδείες. Το 2024 μπήκε στο Rock and Roll Hall of Fame ως σόλο καλλιτέχνης, επιβεβαιώνοντας την ανεξάρτητη αξία του.

                                           Προσωπική ζωή και τηλεόραση


1982: Παντρεύεται τη Sharon Arden.

1983–1985: Γεννιούνται τα παιδιά τους: Aimee, Kelly και Jack.

2002–2005: Προβάλλεται το reality The Osbournes στο MTV.

2019: Διαγιγνώσκεται με Πάρκινσον.

Οι σχέσεις με τα μέλη των Black Sabbath και οι επανενώσεις

Παρότι η αποχώρησή του από τους Sabbath ήταν επεισοδιακή, οι δεσμοί δεν κόπηκαν ποτέ εντελώς.
Το 1997, επανενώθηκε με τους Iommi, Butler και Ward για το Ozzfest, και κυκλοφόρησαν το live άλμπουμ Reunion.
Το 2013, οι Sabbath κυκλοφόρησαν το 13, με τον Ozzy στα φωνητικά, αλλά χωρίς τον Bill Ward λόγω διαφωνιών.
Το 2017, έδωσαν την τελευταία τους συναυλία στο Birmingham — ή έτσι πιστεύαμε.

Όμως, το 2025 έγινε το αδιανόητο: οι τέσσερις αυθεντικοί Sabbath επανενώθηκαν για μια τελική συναυλία στο Villa Park, με τον Ozzy να τραγουδά καθισμένος σε θρόνο, λόγω προβλημάτων υγείας. Ήταν μια συγκινητική στιγμή, με τον Ozzy να λέει:

“Σας ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου. Σας αγαπώ. Αυτό είναι το τέλος.”

Η συναυλία αυτή ήταν το τελικό αντίο, όχι μόνο στους Sabbath αλλά και στον ίδιο τον Ozzy, που πέθανε λίγες ημέρες αργότερα, στις 22 Ιουλίου 2025



Ο Ozzy έφυγε, αλλά δεν σίγησε ποτέ. Οι κραυγές του αντηχούν ακόμα στα ακουστικά, οι στίχοι του εξακολουθούν να μιλούν στις σκοτεινές γωνιές της ψυχής μας, και η κληρονομιά του θα συνεχίσει να εμπνέει γενιές ολόκληρες. Το Ozzy Forever δεν είναι υπερβολή· είναι διαπίστωση. Για όσους βρήκαν παρηγοριά στον ήχο του, για όσους χόρεψαν με τις σκιές του, για όσους ζουν και θα ζουν μέσα από τη μουσική του — Ozzy Forever. 🤘



Ακούς το Travellers Radio – ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις. Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.

Share:

Κυριακή 20 Ιουλίου 2025

YUNGBLUD Changes (Live From Villa Park / Back To The Beginning)


«Back To The Beginning: Το αποχαιρετιστήριο δώρο του YUNGBLUD     στους Black Sabbath»

Στις 5 Ιουλίου 2025, ο YUNGBLUD παρουσίασε ζωντανά το κλασικό τραγούδι των Black Sabbath, “Changes”, στο Villa Park, στο πλαίσιο της αποχαιρετιστήριας συναυλίας Back To The Beginning για τον Ozzy Osbourne και τους Black Sabbath
Συνοδεύτηκε από supergroup με τους Nuno Bettencourt, Frank Bello, Adam Wakeman και τον II από τους Sleep Token
Ο Ozzy σχολίασε: «Έκανε απίστευτη δουλειά. Δεν θα μπορούσα να το είχα κάνει καλύτερα ο ίδιος»
Η ερμηνεία αφιερώθηκε στον αείμνηστο ποδοσφαιριστή Diogo Jota, προσθέτοντας συγκίνηση στην ατμόσφαιρα
Το live single κυκλοφόρησε επίσημα στις 18 Ιουλίου 2025 για φιλανθρωπικό σκοπό
Όλα τα έσοδα διατίθενται στους οργανισμούς Cure Parkinson’s, Birmingham Children’s Hospital και Acorns Children’s Hospice
Η συναυλία θα παρουσιαστεί στο ντοκιμαντέρ Back To The Beginning: Ozzy’s Final Bow, με πρεμιέρα στις αίθουσες στις αρχές του 2026
“I’m going through changes / I’m going through changes / …” Η φωνή του YUNGBLUD συγκλόνισε το στάδιο, αποτυπώνοντας την καρδιά του τραγουδιού
Ο YUNGBLUD, κατά κόσμον Dominic Richard Harrison, είναι Άγγλος τραγουδιστής, τραγουδοποιός και ηθοποιός, γεννημένος στις 5 Αυγούστου 1997 στο Doncaster της Αγγλίας. Ξεχωρίζει για την εκρηκτική του ενέργεια, την αντισυμβατική αισθητική και την αφοσίωσή του σε κοινωνικά ζητήματα.
Συνεργάστηκε με καλλιτέχνες όπως Halsey, Machine Gun Kelly, Travis Barker, Willow, και Ozzy Osbourne
Η ερμηνεία του YUNGBLUD δεν ήταν απλώς ένα live tribute — ήταν μια υπενθύμιση πως η μουσική, όταν συναντά το πάθος και την αλήθεια, γράφει ιστορία. Το “Changes” άλλαξε ξανά, και μαζί του άλλαξε κι εμάς.
Αν σε άγγιξε αυτή η ερμηνεία όσο κι εμάς, μοιράσου το άρθρο, άφησε το σχόλιό σου και ανακάλυψε περισσότερες ιστορίες που συνδέουν μουσική, συναίσθημα και μνήμη. 
Share:

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Χαμηλώστε την ένταση του player αν δεν θέλετε να ακούγεται η μουσική. Ο player θα συνεχίσει να παίζει χωρίς ήχο κάθε φορά που θα μπαίνετε στη σελίδα. Αν θέλετε να ακούσετε, απλώς ανεβάστε την ένταση.

Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα

Η ακινησία είναι θάνατος. Στάση ζωής.
Το τέλος μπορεί να περιμένει λίγο ακόμα.
Πριν χαθούμε. Λίγο ροκ ακόμα πριν μας αγκαλιάσει οριστικά το φως.
Η μουσική είναι μονάδα μέτρησης για μας.
Ο πόνος περικλείει ελευθερία.
Όνειρα που καίγονται σαν κεριά, αφήνοντας σημάδια στα χέρια.
Χαρίζει σιωπές. Μας κάνει πιο δυνατούς.
Στο φόβο του ταξιδιού κρύβεται η συνέχεια.
Η συλλογή των κομματιών μας.
Αυτό το ροκ δεν θα τελειώσει ποτέ.
Όλα είναι δρόμος.

— Σταύρος Σταυρόπουλος

Η μουσική είναι δική μας.
Είναι εμείς.
Και όπως εμείς, είναι πάντα εδώ.
Μας περιβάλλει σαν τα άπειρα σωματίδια της ζωής.
Δεν φαίνεται.
Μόνο νιώθεται.
Όπως η ζωή.

Η Ροκ Είναι Τούτο

Πέτρα που κυλάει,
ανατρέπει, αμφισβητεί,
δεν πείθεται και δε σταματάει,
κόντρα στα κρατούντα,
κόντρα σε όσα οι άλλοι θεωρούν δεδομένα.

Henry David Thoreau

«Όταν ακούω μουσική,
Δεν νιώθω κανέναν κίνδυνο.
Είμαι άτρωτος.
Δεν βλέπω εχθρό.
Είμαι συγγενής με τους παλαιότερους χρόνους και με τους νεότερους.»

Alexis Korner

«Σε όλη μου τη ζωή πρέπει να υπέφερα από βαριά σχιζοφρένεια.
Ο ένας μου εαυτός, αυτός που ακούει ό,τι δεν μπορεί να παίξει ο άλλος,
είναι αυτός που κυριαρχεί...»

Robert Fripp

«Η μουσική είναι το κρασί
που γεμίζει το φλιτζάνι της σιωπής.»

Alan Watts

“When we dance, the journey itself is the point,
as when we play music the playing itself is the point.
And exactly the same thing is true in meditation.
Meditation is the discovery that the point of life
is always arrived at in the immediate moment.”

Always Somewhere ॐ
Travelling through sound & silence