Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1980. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1980. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

 
Το 1:PM κυκλοφόρησε το 1980 από την A&M Records και αποτελεί το μοναδικό full‑length άλμπουμ των Carl Palmer’s PM, του project που δημιούργησε ο Palmer μετά την πρώτη διάλυση των Emerson, Lake & Palmer το 1979. Σε αντίθεση με τον συμφωνικό, πληθωρικό ήχο των ELP, το 1:PM κινείται σε μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση: AOR, τεχνικό pop‑rock και new‑wave επιρροές.

Η παραγωγή έγινε στο Λος Άντζελες, με στόχο έναν σύγχρονο, καθαρό, ραδιοφωνικό ήχο, σε πλήρη αντίθεση με το prog παρελθόν του Palmer.

Το άλμπουμ "1:PM" (1980) των Carl Palmer's PM αποτελεί μια ιδιαίτερη και σπάνια στιγμή στη rock ιστορία, καθώς δημιουργήθηκε ως μια γέφυρα ανάμεσα στη διάλυση των Emerson, Lake & Palmer (ELP) και τη γέννηση των υπερεπιτυχημένων Asia. 

Μετά τη διάλυση των Emerson, Lake & Palmer, ο Carl Palmer θέλησε να απομακρυνθεί από το περίπλοκο Progressive Rock. Δημιούργησε ένα σχήμα προσανατολισμένο στον New Wave και εμπορικό Pop/Rock ήχο της εποχής, με έμφαση στα synths και τις καθαρές κιθάρες
Αυτό ξάφνιασε τους οπαδούς του Carl Palmer, οι οποίοι είχαν συνηθίσει το περίπλοκο Progressive Rock και τα εκρηκτικά του σόλο στα ντραμς

Κυκλοφόρησε αρχικά μόνο στην Ευρώπη. Λόγω χαμηλών πωλήσεων, έγινε γρήγορα συλλεκτικό αντικείμενο. Επανεκδόθηκε σε CD το 1998 και το 2000 από τη δισκογραφική Manticore

Για να στελεχώσει τη μπάντα, ο Carl Palmer συγκέντρωσε μερικούς εξαιρετικά ταλαντούχους και έμπειρους Αμερικανούς μουσικούς:
  • Carl Palmer (Ντραμς): Ο ιδρυτής του σχήματος. Παρά την τεχνική του ανωτερότητα, εδώ αυτοπεριορίστηκε σε ρόλο απλού ρυθμικού ντράμερ για να εξυπηρετήσει τον Top-40 ήχο που στόχευε η μπάντα.
  • Todd Cochran (Πλήκτρα, Φωνητικά): Ήρθε από το progressive/fusion συγκρότημα Automatic Man. Είχε κεντρικό ρόλο στο άλμπουμ, αναλαμβάνοντας τα κύρια φωνητικά στα περισσότερα κομμάτια (όπως τα "Madeline" και "Children of the Air Age"). 
  • Barry Finnerty (Lead Κιθάρα, Φωνητικά): Σπουδαίος fusion/jazz κιθαρίστας, γνωστός για τις μετέπειτα συνεργασίες του με κορυφαία ονόματα όπως ο Miles Davis και οι Crusaders. Στο άλμπουμ κάνει τα lead φωνητικά στα κομμάτια "Dynamite" και "Go For It".
  • John Nitzinger (Κιθάρα, Φωνητικά): Ένας έμπειρος blues/rock κιθαρίστας από το Τέξας με προσωπική δισκογραφία στα 70s. Έγραψε και τραγούδησε κομμάτια όπως το "Dreamers". 
  • Erik Scott (Μπάσο, Φωνητικά): Έμπειρος μπασίστας που αργότερα έπαιξε με τον Alice Cooper (στις αρχές των 80s) και έκανε σημαντική καριέρα ως παραγωγός και New Age καλλιτέχνης.
  •  Το άλμπουμ δεν σημείωσε την αναμενόμενη εμπορική επιτυχία. Η Ariola Records διέκοψε το συμβόλαιο της μπάντας σύντομα μετά την κυκλοφορία.
  •  Αμέσως μετά την αποτυχία του project, ο Carl Palmer προσχώρησε στο supergroup Asia (μαζί με μέλη των Yes, King Crimson και Roxy Music), σημειώνοντας τεράστια παγκόσμια επιτυχία το 1982. 
  • Μετά την εμπορική αποτυχία και τη γρήγορη διάλυση των Carl Palmer's PM το 1980, τα μέλη του συγκροτήματος ακολούθησαν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και επιτυχημένες διαδρομές, με ορισμένους από αυτούς να συνεργάζονται ξανά μεταξύ τους.
                           Η μετέπειτα πορεία του κάθε μέλους διαμορφώθηκε ως εξής:
    1. Carl Palmer (Ντραμς)
    Ο Palmer έκανε την πιο εντυπωσιακή επιστροφή. Σχεδόν αμέσως μετά τους PM, το 1981, ενώθηκε με τους John Wetton (King Crimson), Steve Howe (Yes) και Geoff Downes (The Buggles/Yes) για να δημιουργήσουν το supergroup Asia. Το ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ τους το 1982 έγινε παγκόσμιο φαινόμενο, πουλώντας εκατομμύρια αντίτυπα με τεράστιες επιτυχίες όπως το "Heat of the Moment". Αργότερα, συμμετείχε σε επανενώσεις των Emerson, Lake & Palmer (ELP). 
    2. Erik Scott (Μπάσο) & John Nitzinger (Κιθάρα)
    Οι δύο τους συνέχισαν μαζί ως «πακέτο» αμέσως μετά τους PM. Ο Erik Scott δέχτηκε πρόσκληση να παίξει μπάσο για τον θρύλο του σοκ-ροκ, Alice Cooper. Πήρε μαζί του και τον John Nitzinger. 
    • Μαζί με τον Alice Cooper: Συμμετείχαν στην παγκόσμια περιοδεία Special Forces (1981-1982) και συνέγραψαν μαζί με τον Cooper το άλμπουμ "Zipper Catches Skin" (1982).
    • Η συνέχεια του Erik Scott: Έγινε πολύ γνωστός ως παραγωγός και session μουσικός, ενώ στα μετέπειτα χρόνια της ζωής του έκανε σπουδαία καριέρα στη New Age μουσική, κερδίζοντας μάλιστα σημαντικά βραβεία (έφυγε από τη ζωή το 2019).
    • Η συνέχεια του John Nitzinger: Ε επέστρεψε στο Τέξας και στις blues/rock ρίζες του. Κυκλοφόρησε προσωπικά άλμπουμ (όπως το Didja Miss Me), συνεργάστηκε με τον πρώτο τραγουδιστή των AC/DC, Dave Evans, και ίδρυσε το "Nitzinger's Music Factory" για να βοηθήσει παιδιά μέσω της μουσικής. 
    3. Todd Cochran (Πλήκτρα / Φωνητικά)
    Ο Cochran (γνωστός και με το καλλιτεχνικό όνομα Bayeté) επέστρεψε στις μεγάλες του αγάπες: τη Jazz, τη Fusion και τη σύνθεση για τον κινηματογράφο.
    • Λειτούργησε ως συνθέτης, παραγωγός και ενορχηστρωτής για τεράστια ονόματα της παγκόσμιας μουσικής, όπως οι Peter Gabriel, Aretha Franklin, Stanley Clarke, Neil Diamond και Burt Bacharach.
    • Έγραψε μουσική για ταινίες και τηλεοπτικές σειρές και συνεχίζει μέχρι σήμερα να κυκλοφορεί εξαιρετικά jazz άλμπουμ με το σχήμα του, TC3. 
    4. Barry Finnerty (Κιθάρα / Φωνητικά)
    Ο Finnerty απέδειξε ότι το pop-rock των PM ήταν απλά μια παρένθεση στην καριέρα του. Εδραιώθηκε ως ένας από τους πιο σεβαστούς Jazz-Fusion κιθαρίστες στον κόσμο.
    • Αμέσως μετά, το 1981, επιλέχθηκε από τον θρυλικό Miles Davis για να παίξει κιθάρα στο εμβληματικό άλμπουμ επιστροφής του, "The Man with the Horn".
    • Περιοδεύει και ηχογραφεί σταθερά για δεκαετίες με κορυφαία ονόματα της jazz, όπως οι The Crusaders, ο Hubert Laws και ο Billy Cobham, ενώ έχει εκδώσει και σημαντικά βιβλία μουσικής θεωρίας για την κιθάρα.

    • Carl Palmer's PM - 1:PM (full album)album, 1 #CarlPalmer #PM #1PM #AOR #ProgRock #Rockanizontas #TravellersWebRadio #ClassicRock #ToddCochran #BarryFinnerty #TravellersVinylMoments

  •  Το "Live at the Marquee" είναι το ιστορικό ντεμπούτο άλμπουμ των Nine Below Zero, που κυκλοφόρησε το 1980 από τη δισκογραφική εταιρεία A&M Records. Ο δίσκος θεωρείται ένα από τα κορυφαία άλμπουμ rhythm 'n' blues που έχουν ηχογραφηθεί ζωντανά στη Μεγάλη Βρετανία και αποτυπώνει την εκρηκτική ενέργεια του συγκροτήματος σε ένα από τα πιο θρυλικά κλαμπ του Λονδίνου. 

    Λεπτομέρειες της Ηχογράφησης
    • Ημερομηνίες Ηχογράφησης: 16 & 17 Ιουλίου 1980.
    • Τοποθεσία: Marquee Club, Wardour Street, Λονδίνο.
    • Παραγωγοί: Mickey Modern, Nine Below Zero.
    • Μέλη του Συγκροτήματος: Dennis Greaves (κιθάρα/φωνητικά), Mark Feltham (φυσαρμόνικα/φωνητικά), Peter Clark (μπάσο), Stix Burkey (ντραμς).
    Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε με ελάχιστες παρεμβάσεις στην παραγωγή, κάτι που διατηρεί την αμεσότητα και την ωμή ενέργεια της μπάντας. Η παραγωγή πιστώνεται στον Vic Coppersmith‑Heaven, γνωστό για τη δουλειά του με τους The Jam.

    Το AllMusic το χαρακτηρίζει «ένα από τα πιο δυναμικά live British blues albums της εποχής», ενώ το Classic Rock Magazine το έχει συμπεριλάβει σε λίστες με τα καλύτερα live debuts της δεκαετίας του ’80.

    Η κυκλοφορία βοήθησε τους Nine Below Zero να μπουν στο mainstream: εμφανίστηκαν στο The Old Grey Whistle Test, άνοιξαν συναυλίες για τους The Who, και έγιναν βασικό όνομα της mod/blues σκηνής του Λονδίνου.

    Οι Nine Below Zero σχηματίστηκαν το 1977 στο South London. Το όνομά τους προέρχεται από το κλασικό blues κομμάτι του Sonny Boy Williamson II. Το Live at the Marquee επανεκδόθηκε αρκετές φορές, συμπεριλαμβανομένης μιας expanded έκδοσης με bonus tracks. Το Marquee Club, όπου ηχογραφήθηκε το άλμπουμ, υπήρξε κεντρικό σημείο της βρετανικής rock σκηνής, με ιστορικές εμφανίσεις από Rolling Stones, The Who, Hendrix και Iron Maiden. Το άλμπουμ θεωρείται σήμερα ένα από τα καλύτερα live ντεμπούτα της βρετανικής blues‑rock σκηνής.


    #NineBelowZero #LiveAtTheMarquee #BluesRock #BritishRB #PubRock #ModRevival #TravellersWebRadio #Rockanizontas


    Την καληνύχτα μας σήμερα θα την πούμε rOCK..ανίζοντας με τον Willy deVille  και το "Heaven Stood Still"

    Το “Heaven Stood Still” αποτελεί μία από τις πιο αναγνωρίσιμες και συναισθηματικά φορτισμένες στιγμές της καριέρας του Willy DeVille. Κυκλοφόρησε το 1980 μέσα από το άλμπουμ Le Chat Bleu, την περίοδο που ο DeVille επιχειρούσε να απομακρυνθεί από το punk‑influenced New York ήχο και να διαμορφώσει ένα πιο ώριμο, διεθνές ύφος.

    Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε κυρίως στα Pathé Marconi Studios στο Παρίσι, με πρόσθετες ηχογραφήσεις και μίξη στο Record Plant της Νέας Υόρκης. Παραγωγοί ήταν ο Willy DeVille και ο Steve Verroca, οι οποίοι διαμόρφωσαν έναν ήχο που συνδύαζε rock, latin, soul στοιχεία, δημιουργώντας μια αισθητική που ξεχώρισε από οτιδήποτε άλλο κυκλοφορούσε εκείνη την εποχή.


    Μουσικά, το “Heaven Stood Still” είναι μια rock μπαλάντα με έντονη συναισθηματική φόρτιση. Η φωνή του DeVille βρίσκεται στο επίκεντρο, με χαρακτηριστική θεατρικότητα και έλεγχο, ενώ η ενορχήστρωση παραμένει λιτή αλλά αποτελεσματική, στηριγμένη σε κιθάρα, μπάσο, ντραμς και διακριτικές ορχηστρικές πινελιές. Το τραγούδι ξεχώρισε για την αμεσότητα και την καθαρότητα της μελωδίας του, στοιχεία που το έκαναν ιδιαίτερα αγαπητό στο ευρωπαϊκό κοινό — ειδικά στην Ελλάδα, όπου παραμένει σταθερή ραδιοφωνική αξία.

    Το “Heaven Stood Still” απέκτησε νέα δυναμική μέσα από τις ζωντανές εκτελέσεις του DeVille, με πιο γνωστή εκείνη της περιόδου Berlin Unplugged, η οποία ανέδειξε ακόμη περισσότερο τη δραματική πλευρά του τραγουδιού. Η διαχρονικότητά του οφείλεται τόσο στη στιχουργική του απλότητα όσο και στην ικανότητα του DeVille να μετατρέπει μια προσωπική στιγμή σε καθολικό συναίσθημα.

    One dream of my life
    One night in eternity
    The wind whispers soft to me
    And heaven stood still

    One Side of the dawn
    Knows that all this belongs to me
    One celestial rhapsody
    And heaven stood still

    🎙️ Ακούς το Travellers Radio – ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις. Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.

     
    #WillyDeVille #HeavenStoodStill #LeChatBleu #RockBallads #Americana #TravellersWebRadio #Rockanizontas


    Το Ships In The Night είναι ένα κομμάτι από το Exiled (1980), το φιλόδοξο concept άλμπουμ της μυστηριώδους βρετανικής art-rock μπάντας Mitchell / Coe Mysteries. Το άλμπουμ συνδυάζει post-punk σκοτεινή ατμόσφαιρα, progressive rock δομές και θεατρική αφήγηση, δημιουργώντας μια στοιχειωμένη ιστορία γύρω από την αποξένωση, τη μνήμη και την ταυτότητα.

    Το τραγούδι περιλαμβάνει συμμετοχές των Francis Rossi και Bernie Frost (γνωστών από τους Status Quo), δίνοντας μια ιδιαίτερη δυναμική στον ήχο του

    Οι Mitchell / Coe Mysteries ήταν ένα βρετανικό art-rock project που δημιουργήθηκε από τους Bob Mitchell και Steve Coe. Το μοναδικό τους άλμπουμ, Exiled (1980), είναι ένα concept album με έντονα θεατρικά και progressive rock στοιχεία


    Το Exiled (1980) των Mitchell / Coe Mysteries περιλαμβάνει αρκετά αξιοσημείωτα κομμάτια που ξεχώρισαν για την ατμοσφαιρική και θεατρική τους προσέγγιση. Μερικά από τα πιο δημοφιλή τραγούδια του άλμπουμ είναι:

    • "Hold On To Love" – Ένα συναισθηματικό κομμάτι με έντονη μελωδία και δυναμική ερμηνεία. Μπορείς να το ακούσεις .

    • "Return to the Stars" – Ένα επικό, σχεδόν κινηματογραφικό τραγούδι που ενισχύει το αφηγηματικό στοιχείο του άλμπουμ. Άκουσέ το .

    • "Dreaming" – Ένα ονειρικό και ατμοσφαιρικό κομμάτι που αποτυπώνει την αίσθηση της αποξένωσης και της αναζήτησης. Μπορείς να το βρεις .



    🎙️ Ακούς το Travellers Radio – ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις. Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.

     
    #MitchellCoeMysteries #ShipsInTheNight #Exiled1980 #FrancisRossi #BernieFrost #RCAVictor #ArtRock #Rockanizontas #CultAlbum #TravellersWebRadio #MusicCommunity #LostGems #VinylCollectors #80sRock

    Apocalypsis – “My Death at a Rugby Game”

    Το “My Death at a Rugby Game” αποτελεί την πέμπτη σύνθεση από το ντεμπούτο άλμπουμ των Apocalypsis του 1980, ένα συγκρότημα από την Αθήνα με έντονες επιρροές από τους Genesis και το theatrical prog rock 
                                Σύνθεση / Στίχοι: Vassilis Dertilis (μουσική), Giannis Palamidas (στίχοι)

    Το τραγούδι ξεδιπλώνει μια επική αφήγηση, με πλήκτρα, ξαφνικές αλλαγές ρυθμού και έντονη ατμόσφαιρα — χαρακτηριστικά που αποτυπώνουν το βασικό στιλιστικό στίγμα του συγκροτήματος. Το φωνητικό εύρος του Giannis Palamidas κινείται ανάμεσα σε δραματικό ύφος και ελαφρά όπερα, δίνοντας έναν ανατριχιαστικό χαρακτήρα στο κομμάτι

    Ο τίτλος “My Death at a Rugby Game” είναι έντονα συμβολικός και ανατρεπτικός. Το τραγούδι μάλλον εξερευνά ύμνο θανάτου, αποξένωσης ή προσωπικής κρίσης — υπό τη μορφή μιας μινι-θεατρικής θεματολογίας.

    Το αποτέλεσμα είναι ένα κομμάτι-μονοπάτι προς το σκοτεινό, μελωδικό transcendence, που συνδυάζει συναίσθημα, τεχνική και αφήγηση. Σίγουρα ξεχωρίζει μέσα στο άλμπουμ ως ένας ύμνος στο prog rock με ελληνική υπογραφή.

    Δείτε το βίντεο στο You Tube

    Line-up / Musicians: - Giannis Palamidas / vocals - Achileas Spyrou / guitars - Harris Photopoulos / bass - Stavros Sidiropoulos / drums - Vasilis Dertelis / keyboards

    Ακούς το Travellers Radio – ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις. Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.

    Grace Slick – “Dreams”

    Η Grace Slick, η θρυλική φωνή των Jefferson Airplane και Jefferson Starship, το 1980 κυκλοφόρησε ένα από τα πιο προσωπικά και ξεχωριστά έργα της: το άλμπουμ Dreams. Μέσα από αυτό, αναδύθηκε το ομώνυμο τραγούδι “Dreams”, ένα κομμάτι που καθρεφτίζει τον εσωτερικό της κόσμο, γεμάτο δύναμη, μυστήριο και λυρισμό.

    Ηχογράφηση και κυκλοφορία

    Το τραγούδι κυκλοφόρησε το 1980 μέσω της RCA Records, σε μια περίοδο που η Slick είχε αποχωρήσει προσωρινά από τους Jefferson Starship. Το Dreams αποτέλεσε το δεύτερο σόλο άλμπουμ της και έδειξε μια άλλη πλευρά της δημιουργικότητάς της, πιο ώριμη και βαθιά.

    Το “Dreams” ξεχωρίζει για τον ατμοσφαιρικό και συμφωνικό του χαρακτήρα. Με έντονες ενορχηστρώσεις, πλήκτρα που δημιουργούν κινηματογραφικό υπόβαθρο και τη φωνή της Grace να φτάνει σε σπάνια εκφραστικά ύψη, το τραγούδι μετατρέπεται σε ένα επικό ηχητικό ταξίδι.

    Στο κομμάτι, η Grace Slick εξερευνά τη σημασία των ονείρων ως πηγή εσωτερικής δύναμης, αλλά και ως αντανάκλαση της ψυχής. Οι στίχοι της κινούνται ανάμεσα στο υπερβατικό και το προσωπικό, με έναν τόνο ποιητικό που ξεπερνά τα όρια της κλασικής rock γραφής.
    Το “Dreams” θεωρείται ένα από τα πιο εμβληματικά κομμάτια της σόλο καριέρας της Grace Slick. Παρόλο που δεν γνώρισε εμπορική επιτυχία ανάλογη με τα έργα των Jefferson Airplane/Starship, έχει μείνει στη μνήμη των φίλων της rock ως ένα art rock / progressive διαμάντι που αποκαλύπτει την ευαισθησία και το εύρος της καλλιτεχνικής της ταυτότητας.
    Το “Dreams” της Grace Slick δεν είναι απλώς ένα τραγούδι· είναι μια κατάδυση στον κόσμο του ασυνείδητου, μια υπενθύμιση της δύναμης που κρύβεται μέσα μας. Αν αγαπάτε τα σκοτεινά αλλά και λυρικά μονοπάτια της rock μουσικής, το ταξίδι στα όνειρα της Grace Slick είναι εμπειρία που αξίζει να ζήσετε ξανά και ξανά.

    Ακούς το Travellers Radio – ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις. Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.


    Bertie Higgins – Casablanca: Η Ρομαντική Ωδή σε μια Κινηματογραφική Ιστορία Αγάπης

    Το 1982, ο Αμερικανός τραγουδοποιός και κιθαρίστας Bertie Higgins κυκλοφόρησε ένα από τα πιο εμβληματικά του τραγούδια, το "Casablanca", μέσα από το άλμπουμ του Just Another Day in Paradise. Το κομμάτι αυτό ξεχωρίζει ως μια νοσταλγική και συναισθηματικά φορτισμένη μπαλάντα που έχει αγαπηθεί παγκοσμίως, ιδιαίτερα σε χώρες της Ασίας, όπου παραμένει ένα διαχρονικό ερωτικό τραγούδι.


    Ιστορικό και Έμπνευση

    Η έμπνευση για το Casablanca προέρχεται ξεκάθαρα από την κλασική ταινία του 1942, που θεωρείται μια από τις σημαντικότερες στην ιστορία του κινηματογράφου. Η ταινία με τους Humphrey Bogart και Ingrid Bergman αφηγείται μια ιστορία αγάπης που δοκιμάζεται από τις συνθήκες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και της προσωπικής θυσίας.

    Ο Higgins, θαυμαστής αυτής της ταινίας, μεταφέρει αυτή την ατμόσφαιρα στον μουσικό του κόσμο, δημιουργώντας ένα τραγούδι που αναβιώνει τη ρομαντική και μελαγχολική διάθεση της ταινίας, αλλά ταυτόχρονα διηγείται μια προσωπική ιστορία έρωτα που έχει τελειώσει αλλά μένει ανεξίτηλη στη μνήμη.


    Η Διεθνής Επιτυχία και Πολιτισμική Επιρροή

    Παρά το γεγονός ότι το Casablanca δεν έγινε τεράστια επιτυχία στις ΗΠΑ, βρήκε μεγάλη απήχηση στην Ασία, ειδικά στις Φιλιππίνες, την Κίνα και τη Νοτιοανατολική Ασία γενικότερα. Το τραγούδι συνδέθηκε εκεί με ιδανικά ρομαντισμού και νοσταλγίας, και συχνά ακούγεται σε γάμους και ειδικές περιστάσεις αγάπης.

    Ακόμα και σήμερα, παραμένει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και αγαπημένα τραγούδια του Bertie Higgins, το οποίο συνέβαλε στο να τον κατατάξει στη σφαίρα των κλασικών ρομαντικών τραγουδιών της δεκαετίας του ’80.


    Πρώτα βήματα και η μεγάλη του επιτυχία

    Ο Bertie Higgins ξεκίνησε την καριέρα του ως κιθαρίστας και τραγουδοποιός. Η παγκόσμια αναγνώριση ήρθε το 1982 με το τραγούδι Casablanca, μέρος του άλμπουμ του Just Another Day in Paradise.


    Όπως και η ταινία που το ενέπνευσε, το Casablanca μένει αναλλοίωτο στον χρόνο, σαν μια κιτρινισμένη φωτογραφία που δεν θέλεις να βάλεις ποτέ στο συρτάρι. Η φωνή του Bertie Higgins κυλά σαν αφήγηση παλιάς ιστορίας∙ μιας ιστορίας όπου ο έρωτας, ακόμα κι αν χάθηκε, συνεχίζει να ζει στις σκιές και τα φώτα της μνήμης.

    Ακούς το Travellers Radio – ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις. Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.

     

                         Cai: Συμφωνική Ανδαλουσιανή Φλόγα από το Κάδιθ

    Ιδρύθηκαν το 1977 στο Κάδιθ και ήταν μια από τις πιο εκλεπτυσμένες μορφές του Rock Andaluz, συνδυάζοντας συμφωνικά prog στοιχεία με φλαμένκο διάθεση και jazz ευαισθησίες. Με line-up πέντε εξαιρετικών μουσικών (μεταξύ των οποίων ο Diego Fopiani και ο μετέπειτα jazz πιανίστας Chano Domínguez), οι Cai κυκλοφόρησαν τρεις δίσκους-διαμάντια:

    Ο δεύτερος δίσκος, Noche Abierta, θεωρείται κορύφωση του ισπανικού συμφωνικού rock, γεμάτος ευαισθησία, flamenco κιθάρες, ηλεκτρικά ηχοτοπία και θεσπέσια ισπανικά φωνητικά. Το παίξιμό τους αποπνέει τεχνική μαεστρία χωρίς επίδειξη και συναισθηματικό βάθος που συνδέει το prog με τον λαϊκό ψυχισμό της Ανδαλουσίας.

    Μετά τη διάλυση το 1982, οι Cai επανενώθηκαν τη δεκαετία του 2000 για συναυλίες και τον δίσκο Metáforas de Luz (2010), κρατώντας ζωντανή τη φλόγα του ήχου τους.

    Αν αγαπάς τους Triana για τη σκοτεινή λυρικότητα ή τους Mezquita για τη μελωδική περιπλοκότητα, οι Cai είναι ο ενδιάμεσος ήχος: τεχνικά απαιτητικός αλλά απολύτως ανθρώπινος.


    Ο τραγουδιστής των AC/DC Bon Scott πέθανε από ασφυξία τον Φεβρουάριο του 1980, πνιγμένος στον εμετό του μετά από μια νύχτα ποτού, ακριβώς τη στιγμή που το LP τους Highway to Hell έκανε αστέρια τους Αυστραλούς hard rockers. Δύο μέρες αργότερα, οι αδερφοί Malcolm και Angus Young έκαναν ξανά πρόβες («Ο Bon θα έκανε το ίδιο», είπε ο Angus) και μέσα σε ένα δεκαπενθήμερο, είχαν προσλάβει έναν νέο τραγουδιστή, τον Brian Johnson. Το πρώτο τραγούδι που έγραψαν μαζί  ήταν το «You Shook Me All Night Long», το οποίο ο Johnson είπε ότι ήταν «το καλύτερο rock & roll τραγούδι που έχω ακούσει ποτέ στη ζωή μου».
    Το " You Shook Me All Night Long " είναι ένα τραγούδι του Αυστραλιανού Hard Rock συγκροτήματος AC/DC , από το άλμπουμ Back in Black . Το τραγούδι επανεμφανίστηκε επίσης στο μεταγενέστερο soundtrack άλμπουμ τους Who Made Who . Είναι το πρώτο σινγκλ των AC/DC με τον Brian Johnson ως βασικό τραγουδιστή, αντικαθιστώντας τον Bon Scott που πέθανε τον Φεβρουάριο του 1980. Έφτασε στο νούμερο 35 στο αμερικανικό Billboard Hot 100 pop single charts το 1980 . Το σινγκλ επανακυκλοφόρησε διεθνώς το 1986, μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ Who Made Who .

    Στις σημειώσεις από το κουτί του Marley Songs of Freedom του 1992, το "Could You Be Loved" περιγράφεται ως "συνειδητά ηχογραφημένο με έναν ήχο που θα άρεσε στους μαύρους Αμερικάνικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς". Πράγματι, είναι το μόνο σινγκλ του Marley που μπήκε στο Billboard Dance chart, εν μέρει χάρη στο groove της ντίσκο. Έγραψε το «Could You Be Loved» σε αεροπλάνα καθ' οδόν για τις τελικές παραστάσεις που θα έπαιζε πριν πεθάνει από καρκίνο το 1981. Η παρτιτούρα του τραγουδιού αποτυπώθηκε αργότερα σε ένα γραμματόσημο που εκδόθηκε από την κυβέρνηση της Τζαμάικα.
    Το " Could You Be Loved " είναι ένα τραγούδι του 1980 από το reggae συγκρότημα Bob Marley and the Wailers . Κυκλοφόρησε ως το πρώτο σινγκλ από το δωδέκατο και τελευταίο άλμπουμ τους, Uprising (1980), και περιλαμβάνεται επίσης στο άλμπουμ τους με τις μεγαλύτερες επιτυχίες Legend (1984). Γράφτηκε το 1979 σε ένα αεροπλάνο ενώ οι Wailers πειραματίζονταν στην κιθάρα. Στη μέση του τραγουδιού, παραθέτουν έναν στίχο από το πρώτο σινγκλ του Bob Marley " Judge Not ": "The road of life is rocky; And you may stumble too. So while you point your fingers, someone else is judging you".
    Το "Could You be Loved" ήταν πολύ επιτυχημένο στα τσαρτ στην Ευρώπη, φτάνοντας στο top 10 στο Βέλγιο, τη Γαλλία, την Ιρλανδία, την Ιταλία, την Ολλανδία, την Νορβηγία, την Ισπανία, την Ελβετία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Επιπλέον, ήταν μια κορυφαία επιτυχία στη Σουηδία και τη Δυτική Γερμανία.
    Το αμερικανικό περιοδικό Rolling Stone συμπεριέλαβε το "Could You Be Loved" στο νούμερο 363 στη λίστα με τα "500 καλύτερα τραγούδια όλων των εποχών" το 2021.

     
    Στα τέλη Οκτωβρίου του 1980, κυκλοφόρησε το τραγούδι "Ace of Spades" σε μορφή σινγκλ, ανεβαίνοντας στο βρετανικό Top-20, για να ακολουθήσει ο ομώνυμος δίσκος στις 8 Νοεμβρίου, φθάνοντας ως το # 4 και παραμένοντας στα τσαρτ για 16 εβδομάδες. 

    Τέσσερις εβδομάδες μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ, οι πωλήσεις του ξεπέρασαν τα 60.000 αντίτυπα με αποτέλεσμα να βραβευθεί ως ασημένιος, ενώ το Μάρτιο του 1981 έγινε χρυσός. 

    Ο Rick Buckler, ντράμερ των The Jam, πεθαίνει σε ηλικία 69 ετών μετά από σύντομη ασθένεια
    Ο Buckler ήταν μέρος της κλασικής σύνθεσης του συγκροτήματος μαζί με τον μπασίστα Bruce Foxton και τον τραγουδιστή και κιθαρίστα Paul Weller στην εποχή του punk και του new wave στα τέλη της δεκαετίας του 1970.Το συγκρότημα, που πέτυχε 18 συνεχόμενα σινγκλ στα 40 κορυφαία στο Ηνωμένο Βασίλειο, είναι περισσότερο γνωστό για κομμάτια όπως το Town Called Malice, το Going Underground και το Down in the Tube Station at Midnight.
    Ο Buckler συμμετείχε στα έξι στούντιο άλμπουμ των The Jam, συμπεριλαμβανομένων των In the City (1977), All Mod Cons (1978) και Sound Affects (1980).
    Το συγκρότημα χωρίστηκε το 1982 και δεν επανενώθηκε ποτέ πλήρως, αλλά ο Foxton και ο Buckler έπαιξαν στη συνέχεια μαζί σε πολλές περιπτώσεις ως From The Jam ενώ ο Weller συνέχισε την καριέρα του με τους Style Council και ως σόλο καλλιτέχνης



    Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα ραδιοφώνου σήμερα να ακούσουμε τους Rush και το τραγούδι τους The Spirit Of Radio 

    Το " The Spirit of Radio " είναι ένα τραγούδι του καναδικού ροκ συγκροτήματος Rush , που κυκλοφόρησε από το άλμπουμ του 1980 Permanent Waves . Το όνομα του τραγουδιού εμπνεύστηκε από το σλόγκαν του ραδιοφωνικού σταθμού CFNY-FM  του Οντάριο . Ήταν σημαντικό για την αυξανόμενη δημοτικότητα του συγκροτήματος, καθώς έγινε το πρώτο τους σινγκλ στα 30 κορυφαία στον Καναδά και φτάνοντας στο νούμερο 51 στο αμερικανικό Billboard Hot 100 .