🎙️ Travellers Radio Feed
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019

Ινδιάνικα παραμύθια: Ένα σύντομο ταξίδι στην προφορική παράδοση των Ινδιάνων

«...Είναι η πηγή, το φως, η νύχτα, το σκοτάδι, η αυγή.

Είναι η μυρωδιά της φρέσκιας λάσπης

και το πίσω πόδι της αλεπούς.

Τα πουλιά που μας μεταφέρουν τα μυστικά της,

της ανήκουν».

Clarissa Pinkola Estés

Εκεί που το χώμα, οι πέτρες και τα ποτάμια έχουν ψυχή, εκεί που τα ζώα έχουν λόγο ισάξιο με των ανθρώπων και κάθε δέντρο, λουλούδι και βοτάνι πιάνει ψιλή κουβέντα με τα αστέρια, εκεί θα ταξιδέψουμε σήμερα. Αυτήν τη φορά, όταν μπούμε στη χρονομηχανή μου, θα δώσουμε εντολή μόνο για τόπο: Βόρεια Αμερική. Όχι για χρόνο, αφού εκεί που θα βρεθούμε δεν μετράει ο γήινος χρόνος. Δεν καταλαβαίνετε; Λίγο υπομονή και φτάνουμε. Στροβιλιζόμαστε.

Μία μεγάλη φωτιά καίει στο κέντρο, ακούγεται το τριζοβόλημα. Μυρίζει καμένο φασκόμηλο, χώμα και δροσιά. Δεν υπάρχει φεγγάρι και τα αστέρια έχουν στήσει γλέντι στον ουρανό. Βρισκόμαστε στη βάση ενός μεγάλου βράχου και μπροστά μας, αν ήταν μέρα, θα απλωνόταν μια αχανής πεδιάδα. Μαζί με μας, τριγύρω κάθονται κυκλικά στο χώμα άνθρωποι. Φορούν φτερά, άλλοι στο κεφάλι και άλλοι στον λαιμό, δέρματα κρεμασμένα πάνω τους για ρούχα και κάποιοι είναι τυλιγμένοι με κουβέρτες, με παράξενα πολύχρωμα γεωμετρικά σχήματα. Είμαστε σε ένα καταυλισμό Ινδιάνων. Μα πότε ακριβώς στον χρόνο δεν γνωρίζουμε, δεν υπάρχει τίποτα τριγύρω που να μπορεί να μας δώσει αυτό το στοιχείο. Ο γηραιότερος στον κύκλο αρχίζει το μουρμουρητό, το οποίο εναλλάσσεται ανά διαστήματα με κραυγές, κρατάει ένα τεράστιο τύμπανο στο χέρι και δίνει τον ρυθμό, φοράει στα πόδια βραχιόλια που βγάζουν άλλους ήχους, ολόκληρος είναι ήχος. Σσσσ, ξεκινάνε οι ιστορίες.

Η αφήγηση γύρω από τη φωτιά το βράδυ ήταν ένα βασικό στοιχείο της κουλτούρας των Ινδιάνων και όχι μόνο για λόγους ψυχαγωγίας και δεσίματος της κοινότητας. Η αφήγηση μύθων και παραμυθιών ήταν η παράδοση από γενιά σε γενιά της ιστορίας τους που, καθώς δεν είχαν γραφή, μεταφέρονταν από στόμα σε στόμα. Ήταν επίσης η παράδοση της γνώσης τους, του πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος. Η αφήγηση ήταν μέσο διαπαιδαγώγησης και μετάδοσης αξιών. Και γι’ αυτό, η κάθε φυλή είχε τις δικές της ιστορίες, και αυτές οι ιστορίες ήταν που την έκαναν μοναδική. Μπορεί κάποια μοτίβα να επαναλαμβάνονταν, όπως γίνεται παντού στα παραμύθια λαών μιας γεωγραφικής περιοχής, παρ’ όλα αυτά δείχνανε τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα, τους προβληματισμούς και τα κατορθώματα της φυλής που τα αφηγούνταν και όσο υπήρχαν αυτές οι ιστορίες, κρατιόταν ζωντανή και η ψυχή της φυλής. Αφού λοιπόν η εξοικείωση των παιδιών με τις προφορικές παραδόσεις και γνώσεις της φυλής ήταν βασικός σκοπός, πολλές φορές γίνονταν τέτοιες συναντήσεις για χάρη τους, προσχεδιασμένα ή αυθόρμητα, που μπορεί να κρατούσαν και μια ολόκληρη νύχτα. Οι ιστορίες άλλες φορές έδιναν αφορμές για ταύτιση με τους ήρωες, έτσι ώστε η ομάδα να γίνεται πιο θαρραλέα, πιο υπομονετική ή πιο συνεργάσιμη και άλλες φορές έδιναν παραδείγματα προς αποφυγή. Οι ιστορίες λεγόντουσαν επίσης ανάλογα με την εποχή. Κάποιοι μύθοι και παραμύθια, για παράδειγμα, λεγόντουσαν μόνο χειμώνα ή νύχτα με κρύο, όταν δεν έβγαιναν τα φίδια και οι αρκούδες. Μεταξύ του αφηγητή και αυτών που άκουγαν υπήρχε άμεση αλληλεπίδραση. Η ομάδα συμμετείχε στην αφήγηση με ήχους και φωνές, όταν θα έδινε το έναυσμα ο αφηγητής, κάτι το οποίο διαβεβαίωνε πως όλοι παρακολουθούσαν και κανείς δεν κοιμόταν. Πολλές φορές, για να διατηρήσει ζωντανό το ενδιαφέρον των ακροατών, ο αφηγητής, δεν δίσταζε να διακωμωδήσει τους αφηρημένους ακροατές. Στη φυλή των Απάτσι Τσιρικάουα, οι γέροι πριν αρχίσουν την αφήγηση (ειδικά τις περιβόητες ιστορίες με το κογιότ), έλεγαν «Σε πιάνει νύστα μεγάλη σαν λες αυτές τις ιστορίες», ενώ αντίστοιχα, όταν ήταν να αρχίσουν τις ευτράπελες ιστορίες, έλεγαν «Αν βρίσκονται άνθρωποι εδώ που οφείλουν σεβασμό ο ένας στον άλλον, σας προειδοποιώ ότι ετοιμάζομαι να πω πολύ αστείες ιστορίες». Ο αφηγητής έκανε την αφήγησή του παραστατική με κάθε τρόπο. Φωνές και σφυρίγματα ζώων και πουλιών, μιμήσεις ήχων της φύσης με αντικείμενα, όργανα ή το σώμα του. Οι κινήσεις και οι χειρονομίες του ήταν επίσης έντονες.

Τι ακριβώς όμως είναι οι ιστορίες αυτές; Και τι λένε; Οι ινδιάνικες ιστορίες θα μπορούσαν να χωριστούν στους μύθους, τα παραμύθια και τις ευτράπελες ιστορίες. Στους μύθους αναφέρονταν σε τελετές, χορούς και ιερά τραγούδια. Στη γέννηση του κόσμου, την απαρχή των φυτών, των ζώων, των ανθρώπων, του ουρανού και της γης. Μια χαρακτηριστική ιστορία είναι το Παιχνίδι με τα μοκασίνια, όπου μας λέει πώς ήρθε η πρώτη αυγή στον κόσμο, έπειτα από ένα παιχνίδι/στοίχημα που παίξανε τα ζώα με τα πουλιά μεταξύ τους. Τα πουλιά νικήσαν, ακολούθησε μάχη και κυνηγητό, αλλά και το πρώτο χάραμα στη γη. Αυτή η ιστορία ήταν και πραγματικό παιχνίδι που παιζόταν από τα παιδιά της φυλής. Από την άλλη, τα παραμύθια τους ήταν διηγήσεις για καθημερινά γεγονότα, όπου πρωταγωνιστές ήταν άνθρωποι, ζώα (κογιότ, βουβάλια κλπ), φυτά, πέτρες και ποτάμια, αφού ο ανιμισμός (ότι δηλαδή το καθετί γύρω μας έχει ψυχή) ήταν βασική πίστη των ινδιάνων. Ιδανικά, αξίες και διδάγματα διαπερνούσαν αυτά τα παραμύθια αλλά και πληροφορίες, όπως το πώς πήρε κάποιο ζώο το όνομα που έχει. Το βασικό όμως είναι το κουράγιο που έδιναν σε καταστάσεις όπου οι συνθήκες διαβίωσης ήταν πολύ δύσκολες. Ένα άλλο παραμύθι, Η ιστορία του Λαγού, μας λέει για έναν λαγό που τραγουδούσε δυνατά κατά τη διάρκεια ενός συμβουλίου των ζώων, αλλά δυστυχώς τα υπόλοιπα ζώα ενοχλούνταν από το τραγούδι του και ανέλαβαν δράση ώστε να το σταματήσουν. Τέλος, έχουμε τις ευτράπελες/ψυχαγωγικές ιστορίες για γκαφατζίδικα ζώα, απιστίες και «ατυχήματα». Καταλήγοντας, μπορούμε να αντιληφθούμε πως οι ιστορίες όλων των ινδιάνικων φυλών καλύπτουν ένα μεγάλο φάσμα της ζωής τους σε όλες της προεκτάσεις της: καθημερινές ανάγκες, θρησκευτικές, εκπαιδευτικές, συμπεριφοράς και ηθικών αξιών, γνώσεων για τον φυσικό κόσμο και το περιβάλλον και τέλος ψυχολογικές. Σε πολιτισμούς όπου δεν υπάρχει γραφή, η προφορική παράδοση είναι αυτό που κρατάει ζωντανή τη μνήμη, την ιστορία και την εμπειρία που κατακτάται με το πέρασμα των χρόνων και αυτό αποτυπώνεται στα ινδιάνικα παραμύθια.

Κοντεύει να χαράξει ο ήλιος, ο γέρος αφηγητής κλείνει την τελετή παράδοσης των ιστοριών, από αυτόν σε όσους τις άκουσαν, με ένα τραγούδι. Οι άνθρωποι γύρω από τη φωτιά μουρμουρίζουν και αυτοί. Κάποια από τα παιδιά κοιμούνται, πολλά όμως είναι ξύπνια. Η φωτιά συνεχίζει να καίει μέχρι να βγει ο ήλιος και αναλάβει αυτός τη ζεστασιά. Η πύλη προς τον φανταστικό κόσμο των μύθων και των παραμυθιών όμως έχει κλείσει, η μέρα δεν πρέπει να τη βρει ανοιχτή. Ήρθε η ώρα να φύγουμε. Η χρονομηχανή έχει αρχίσει την αντίστροφη μέτρηση. Στροβιλιζόμαστε μαζί με ποτάμια που μιλάνε, κογιότ και αετούς που καυγαδίζουν, βοτάνια και μαντζούνια που θεραπεύουν. Φεύγουμε, έχοντας κρατήσει μαζί μας αρχέγονες λέξεις και ήχους για έναν κόσμο που κάποτε ίσως και να υπήρξε κάπου.

 willowisps

Πηγές

Παραμύθια των Απάτσι Τσιρικάουα, Ανθολογία, Εκδ. Απόπειρα, 1999

Παραμύθια των Ινδιάνων της Βόρειας Αμερικής, Μ.Μ.Δέδε, Εκδ. Απόπειρα, 1996

Ινδιάνοι-Φυλές, Έθιμα και Ιστορία, Lewis Spence, Εκδ. Ιάμβλιχος, 1995

Η δύναμη του μύθου, Joseph Campell, Εκδ. Ιάμβλιχος, 1998

Ινδιάνοι, C.H.Rieder, Εκδ. Νέα Σύνορα, 1984

http://www.ilhawaii.net/~stony/loreindx.html

https://www.ncpedia.org/culture/stories/american-indian

http://www.pbs.org/circleofstories/voices/index.html

http://www.crystalinks.com/nativeamcreation.html

http://www.native-americans-online.com/native-american-story-telling.html
Share:

Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017

Όσκαρ Ουάιλντ: "Το Αηδόνι και το Ρόδο"

"Είπε ότι θα χόρευε μαζί μου αν της έφερνα κόκκινα τριαντάφυλλα" κλαψούρισε ο νεαρός Μαθητής• "αλλά σε ολόκληρο τον κήπο μου δεν υπάρχει ούτε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο."

Από τη φωλιά της στα πουρνάρια το Αηδόνι τον άκουσε, κοίταξε ανάμεσα στα φύλλα, και θαύμασε.
"Κανένα κόκκινο τριαντάφυλλο στον κήπο μου!" φώναξε, και τα όμορφα μάτια του γέμισαν δάκρυα. "Αχ, από τι μικρό πράμα εξαρτάται η ευτυχία! Διάβασα όλα όσα έγραψαν οι σοφοί, και όλα τα μυστικά της φιλοσοφίας είναι δικά μου, όμως η επιθυμία ενός κόκκινου τριαντάφυλλου έφερε τη δυστυχία στη ζωή μου."

"Νά επιτέλους ένας πραγματικός ερωτευμένος," είπε το Αηδόνι. "Νύχτες και νύχτες τραγούδησα για αυτόν, παρ’ όλο που δεν τον ήξερα: νύχτες και νύχτες είπα την ιστορία του στα άστρα, και τώρα τον βλέπω. Τα μαλλιά του είναι σκούρα όπως το άνθος του υάκινθου, και τα χείλια του είναι κόκκινα σαν το τριαντάφυλλο των ονείρων του• αλλά το πάθος έχει κάνει το δέρμα του σαν χλομό ελεφαντόδοντο και η θλίψη έχει βάλει τη σφραγίδα της στο μέτωπο του."

"Ο Πρίγκιπας δίνει έναν χορό αύριο το βράδυ," μουρμούρισε ο νεαρός Μαθητής, "και η αγάπη μου θα είναι εκεί. Αν της πάω ένα κόκκινο τριαντάφυλλο θα χορέψει μαζί μου ως την αυγή. Αν της πάω ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, θα την κρατώ στην αγκαλιά μου, και εκείνη θα γείρει το κεφάλι της στον ώμο μου και το χέρι της θα κρατάει το δικό μου. Αλλά δεν υπάρχει κανένα κόκκινο τριαντάφυλλο στον κήπο μου, έτσι θα κάθομαι μονάχος, και εκείνη θα με προσπεράσει. Δεν θα με προσέξει καθόλου, και η καρδιά μου θα ραγίσει."

"Νά λοιπόν ένας πραγματικός ερωτευμένος», είπε το Αηδόνι. "Τραγουδώ για όσα υποφέρει: ό, τι είναι χαρά για μένα, για κείνον είναι πόνος. Σίγουρα η Αγάπη είναι ένα θαυμάσιο πράμα. Είναι πιο πολύτιμο από τα σμαράγδια, και πιο αγαπητό από τα λεπτεπίλεπτα οπάλια. Τα μαργαριτάρια και τα ρόδια δεν μπορούν να την αγοράσουν, ούτε εκθέτεται στην αγορά. Δεν αγοράζεται από τους εμπόρους, ούτε μετράται με χρυσό."

"Οι μουσικοί θα κάθονται στο πόστο τους," είπε ο νεαρός Μαθητής, "και θα παίζουν τα έγχορδα όργανά τους, και η αγάπη μου θα χορεύει στον ήχο της άρπας και του βιολιού. Θα χορεύει τόσο αέρινα που τα πόδια της δεν θα αγγίζουν το πάτωμα, και οι αυλικοί με τα λαμπερά τους ρούχα θα συρρέουν γύρω της. Αλλά δεν θα χορέψει μαζί μου γιατί δεν έχω κανένα κόκκινο τριαντάφυλλο να της δώσω•" και έπεσε στο χορτάρι, και έθαψε το πρόσωπό του με τα χέρια του και έκλαψε.

“Γιατί κλαίει;” ρώτησε η μικρή Πράσινη Σαύρα, τρέχοντας δίπλα του με την ουρά της στον αέρα.

“Πράγματι, γιατί;” είπε η Πεταλούδα, που φτερούγιζε μέσα από μια ηλιακτίνα.

“Πράγματι, γιατί;” ψιθύρισε μια Μαργαρίτα χαμηλόφωνα στον γείτονά της 

“Κλαίει για ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.” είπε το Αηδόνι.

“Για ένα κόκκινο τριαντάφυλλο!” φώναξαν• “πόσο γελοίο!” και η μικρή Σαύρα, που ήταν κάπως κυνική, γέλασε απερίφραστα.

Αλλά το Αηδόνι κατάλαβε το μυστικό της θλίψης του Μαθητή, και κάθισε σιωπηλή σε μια βελανιδιά, και συλλογίστηκε το μυστήριο της Αγάπης.
Ξαφνικά σήκωσε τα καφέ της φτερά για να πετάξει, και πέταξε ψηλά στον ουρανό. Πέρασε μέσα από το άλσος σαν μια σκιά, και ξανά σαν σκιά πέρασε και μέσα από τον κήπο.
Στο κέντρο του χορταριασμένου εδάφους στεκόταν ένα πανέμορφο Ροδόδεντρο και όταν το είδε, κάθισε σε ένα κλαδί του.
“Δώσε μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο,” φώναξε, “και θα σου τραγουδήσω το πιο γλυκό μου τραγούδι.”
Αλλά το Δέντρο κούνησε το κεφάλι του.
“Τα τριαντάφυλλα μου είναι άσπρα,” απάντησε εκείνο• “τόσο άσπρα όσο ο αφρός της θάλασσας, και πιο άσπρα από το χιόνι πάνω στα βουνά. Αλλά πάνε στον αδερφό μου που ριζώνει γύρω απ’ το ηλιακό ρολόι, και ίσως σου δώσει αυτό που ζητάς.’’

Έτσι το Αηδόνι πέταξε προς το Ροδόδεντρο που ρίζωνε γύρω απ’ το παλιό ηλιακό ρολόι.
“Δώσε μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο,” φώναξε, “και θα σου τραγουδήσω το πιο γλυκό μου τραγούδι.”

Αλλά το Δέντρο κούνησε το κεφάλι του.

‘’Τα τριαντάφυλλά μου είναι κίτρινα,’’ απάντησε• ‘’ τόσο κίτρινα όσο η γοργόνα καθισμένη σε κεχριμπαρένιο θρόνο, και πιο κίτρινα από τον ασφόδελο που ανθίζει στο λιβάδι πριν τον ερχομό του θεριστή με το δρεπάνι. Αλλά πάνε στον αδερφό που ριζώνει κάτω απ’ το παράθυρο του Μαθητή, και ίσως σου δώσει αυτό που ζητάς.’’
Έτσι το Αηδόνι πέταξε προς το Ροδόδεντρο που ρίζωνε κάτω απ’ το παράθυρο του Μαθητή.

“Δώσε μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο,” φώναξε, “και θα σου τραγουδήσω το πιο γλυκό μου τραγούδι.”

Αλλά το Δέντρο κούνησε το κεφάλι του.

‘’Τα τριαντάφυλλά μου είναι κόκκινα,’’ απάντησε εκείνο, ‘’ ‘’τόσο κόκκινα όσο οι πατούσες μιας περιστέρας, και πιο κόκκινα από τα θαυμάσια πέταλα του κοραλλιού που κυματίζουν στο ωκεάνιο σπήλαιο. Αλλά ο χειμώνας έχει παγώσει τις φλέβες μου, και η παγωνιά έχει κάψει τα μπουμπούκια μου και η καταιγίδα έχει σπάσει τα κλαδιά μου, και δεν θα έχω τριαντάφυλλα για όλον τον υπόλοιπο χρόνο.’’

‘’Το μόνο που ζητώ ένα κόκκινο τριαντάφυλλο,’’ φώναξε το Αηδόνι, ‘’μόνο ένα κόκκινο τριαντάφυλλο! Δεν υπάρχει κάποιος τρόπος να το βρω;’’

‘’Υπάρχει ένας,’’ απάντησε το Δέντρο• ‘’αλλά είναι τόσο απαίσιος που δεν τολμώ να σου τον πω.’’

‘’Πες τον μου,’’ είπε το Αηδόνι, ‘’Δεν φοβάμαι."

‘’Αν θες ένας κόκκινο τριαντάφυλλο,’’ είπε το Δέντρο, ‘’πρέπει να το φτιάξεις από τη μουσική του φεγγαρόφωτου, και να το χρωματίσεις με το αίμα της καρδιάς σου. Πρέπει να μου τραγουδήσεις με ένα αγκάθι στο στήθος σου. Για όλη τη νύχτα πρέπει να μου τραγουδήσεις, και το αγκάθι πρέπει να τρυπήσει την καρδιά σου, και το αίμα σου πρέπει να τρέξει μέσα στις φλέβες μου, και να γίνει δικό μου.’’

‘’Ο Θάνατος είναι βαρύ τίμημα για ένα κόκκινο τριαντάφυλλο,’’ κλαψούρισε το Αηδόνι, ‘’και η Ζωή πολύ αγαπητή σε όλους. Είναι ευχάριστο να κάθεσαι στο πράσινο ξύλο, και να βλέπεις τον ήλιο στο χρυσαφένιο του άρμα, και τη Σελήνη στο μαργαριταρένιο της άρμα. Γλυκιά η αίσθηση του κράταιγου, και γλυκοί οι υάκινθοι, κρυμμένοι στην κοιλάδα, και τα ρείκια π’ ανεμίζουν στον λόφο. Όμως η Αγάπη είναι καλύτερη από τη Ζωή, και πώς συγκρίνεται η καρδιά ενός πουλιού με αυτή ενός ανθρώπου;’’

Έτσι σήκωσε τα καφέ της φτερά για να πετάξει, και πέταξε ψηλά στον ουρανό. Πέρασε μέσα από τον κήπο σαν μια σκιά, και ξανά σαν σκιά πέρασε και μέσα από το άλσος.
Ο νεαρός Μαθητής καθόταν ακόμα στο χορτάρι, εκεί που τον είχε αφήσει, και τα δάκρυα δεν είχαν στεγνώσει ακόμα από τα πανέμορφα μάτια του.

“Μην στεναχωριέσαι,’’ κλαψούρισε το Αηδόνι, ‘’ μην στεναχωριέσαι• θα έχεις το κόκκινο τριαντάφυλλο σου. Θα το φτιάξω από το τραγούδι του φεγγαρόφωτου, και θα το χρωματίσω με το αίμα της καρδιάς μου. Το μόνο που ζητώ από ‘σένα ως αντάλλαγμα είναι να είσαι ένας πραγματικός ερωτευμένος γιατί η Αγάπη είναι σοφότερη απ’ τη Φιλοσοφία, αν κι εκείνη είναι σοφή, και ισχυρότερη από τη Δύναμη, αν κι εκείνη είναι ισχυρή. Το χρώμα της φλόγας έχουν τα φτερά της, και το σώμα της είναι σαν φλόγα. Τα χείλη της είναι γλυκά σα μέλι, και η ανάσα της λιβάνι.’’

Ο Μαθητής κοίταξε πάνω απ’ το γρασίδι, και άκουσε, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τί του έλεγε το Αηδόνι γιατί το μόνο που ήξερε ήταν αυτά που ‘ταν γραμμένα στα βιβλία.
Αλλά η Βελανιδιά κατάλαβε, και λυπήθηκε γιατί είχε δεθεί πολύ με το Μικρό Αηδόνι που είχε χτίσει τη φωλιά του στα κλαδιά της.

‘’Τραγούδα μου ένα τελευταίο τραγούδι,’’ ψιθύρισε εκείνο• ‘’Θα νιώθω πολύ μόνη όταν θα έχεις φύγει.’’
Έτσι το Αηδόνι τραγούδησε στη Βελανιδιά, και η φωνή του ήταν σαν τον ήχο του κελαρυστού νερού σε’ ασημένιο βάζο.

Όταν είχε τελειώσει το τραγούδι του ο Μαθητής σηκώθηκε, και έβγαλε ένα σημειωματάριο και ένα μολύβι.

‘’Έχει μορφή,’’ είπε στον εαυτό του, ενώ περπατούσε στο άλσος- ‘’που δεν μπορείς να την αρνηθείς• αλλά έχει αισθήματα; Φοβάμαι πως όχι. Στην πραγματικότητα, είναι σαν τους περισσότερους καλλιτέχνες• είναι όλο κομψότητα, χωρίς καθόλου ειλικρίνεια. Δεν θα θυσίαζε τον εαυτό της για τους άλλους. Συλλογίζεται μονάχα τη μουσική και όλοι ξέρουν πως οι καλλιτέχνες είναι εγωιστές. Ακόμα, πρέπει να το παραδεχτώ πως έχει κάποιες όμορφες νότες στη φωνή της. Τι κρίμα που είναι που δεν σημαίνουν τίποτα και δεν κάνουν κανένα καλό. Και πήγε στο δωμάτιο του, και ξάπλωσε στο μικρό ξυλοκρέβατό του και άρχισε να συλλογίζεται την αγάπη του• και, μετά από ώρα, αποκοιμήθηκε.

Και όταν το Φεγγάρι έλαμψε στον ουρανό και το Αηδόνι πέταξε προς το Ροδόδεντρο, και έβαλε το στήθος του στο αγκάθι. Όλη τη νύχτα τραγούδησε με το στήθος του στο αγκάθι, και το ψυχρό, κρυστάλλινο Φεγγάρι έσκυψε και άκουσε. Όλη τη νύχτα τραγούδησε, και το αγκάθι πήγαινε όλο και πιο βαθιά μέσα στο στήθος της, και το αίμα του έφευγε από εκείνο.

Τραγούδησε πρώτα για την γένεση της αγάπης στην καρδιά ενός αγοριού και ενός κοριτσιού. Και στο ψηλότερο κλαδί του Ροδόδεντρου άνθισε ένα θαυμάσιο ρόδο, και τα πέταλα σχηματίζονταν ένα-ένα, τραγούδι με τραγούδι. Άσπρο ήταν στην αρχή, σαν την ομίχλη που κρέμεται πάνω από τον ποταμό- χλωμό σαν τις πατούσες του πρωινού και ασημένιο σαν τα φτερά της αυγής. Σαν τη σκιά ενός ρόδου σε έναν καθρέφτη από ασήμι, σαν τη σκιά ενός ρόδου στο νερό μιας λιμνούλας, έτσι ήταν το ρόδο που άνθισε στο ψηλότερο κλαδί του Δέντρου.
Μα το Δέντρο φώναξε στο Αηδόνι να πιέσει πιο πολύ το αγκάθι. 
‘’Πίεσε πιο πολύ, μικρό Αηδόνι,’’ φώναξε το Δέντρο, ‘’ αλλιώς η Μέρα θα ‘ρθει πριν τελειώσει το ρόδο.’’

Έτσι το Αηδόνι πίεσε πιο πολύ το Αγκάθι, και τραγουδούσε το τραγούδι του όλο και πιο δυνατά γιατί τραγουδούσε για τη γένεση του πάθους στην ψυχή ενός άντρα και μιας κοπέλας.

Και μια λεπτή απόχρωση του ροζ ήρθε στα φύλλα του ρόδου, σαν το κοκκίνισμα στο πρόσωπο του γαμπρού όταν φιλά τα χείλη της νύφης. Αλλά το αγκάθι δεν είχε φτάσει ακόμα στην καρδιά του, έτσι η καρδιά του ρόδου παρέμεινε λευκή γιατί μόνο το αίμα της καρδιάς ενός Αηδονιού μπορεί να κοκκινίσει την καρδιά ενός ρόδου.
Μα το Δέντρο φώναξε στο Αηδόνι να πιέσει πιο πολύ το αγκάθι. 

‘’Πίεσε πιο πολύ, μικρό Αηδόνι,’’ φώναξε το Δέντρο, ‘’ αλλιώς η Μέρα θα ‘ρθει πριν τελειώσει το ρόδο."

Έτσι το Αηδόνι πίεσε πιο πολύ το αγκάθι, και το αγκάθι άγγιξε την καρδιά του, και μια άγρια σουβλιά πόνου το λάβωσε. Όλο και πιο πικρός ήταν ο πόνος του, και όλο και πιο άγριο γινόταν το τραγούδι του γιατί τραγουδούσε για την Αγάπη που τελειοποιείται από τον Θάνατο, για την Αγάπη που δεν πεθαίνει στον τάφο.

Και το θαυμάσιο ρόδο έγινε πορφυρό, σαν το ρόδο του ανατολικού ουρανού. Πορφυρό ήταν το περίβλημα των πετάλων, και η καρδιά πορφυρή σαν ρουμπίνι.

Αλλά η φωνή του Αηδονιού γινόταν πιο αδύναμη, και τα μικρά φτερά του άρχισαν να χτυπιούνται, και τα μάτια του βάραιναν. Το τραγούδι του γινόταν όλο και πιο αδύναμο, και ένιωσε κάτι να το πνίγει στο λαιμό του.
Ύστερα, έδωσε μια τελευταία έκρηξη μουσικής. Η λευκή Σελήνη το άκουσε, ξέχασε την αυγή και έμεινε στον ουρανό. Το κόκκινο ρόδο το άκουσε, έτρεμε ολόκληρο από την έκσταση, και άνοιξε τα πέταλά του στον ψυχρό πρωινό αέρα. Η Ηχώ το διέδωσε στο μωβ της σπήλαιο στους λόφους, και ξύπνησε τους κοιμισμένους βοσκούς απ’ τα όνειρά τους. Έπλευσε μέσα απ’ τις καλαμιές του ποταμού, και αυτές μετέφεραν το μήνυμα της στην θάλασσα.

‘’Κοίτα, κοίτα!’’ φώναξε το Δέντρο, ‘’το ρόδο τελείωσε τώρα•’’ αλλά το Αηδόνι δεν αποκρίθηκε γιατί κειτόταν νεκρό στο χορτάρι, με το αγκάθι στην καρδιά του.

Και το μεσημέρι ο Μαθητής άνοιξε το παράθυρό του και κοίταξε έξω.

“Πως, τι θαυμάσιο δώρο της τύχης!’’ φώναξε • ‘’να ένα κόκκινο τριαντάφυλλο! Δεν έχω ξαναδεί όμοιό του σε όλη μου τη ζωή. Είναι τόσο όμορφο που είμαι σίγουρος ότι θα έχει κάποια μεγάλη Λατινική ονομασία•’’ και έτσι έσκυψε και το έκοψε.

Έπειτα το έβαλε στο καπέλο του, και έτρεξε στο σπίτι του Καθηγητή με το τριαντάφυλλο στο χέρι.
Η κόρη του Καθηγητή καθόταν στο κατώφλι της πόρτας τυλίγοντας μπλε μεταξωτό ύφασμα σε ένα καρούλι, και ο μικρός της σκύλος καθόταν δίπλα στα πόδια της. 

‘’Είπες ότι θα χόρευες μαζί μου αν σου έφερνα ένα κόκκινο τριαντάφυλλο,’’ φώναξε ο Μαθητής. ‘’Ορίστε το πιο κόκκινο τριαντάφυλλο σε όλον τον κόσμο. Θα το φορέσεις απόψε δίπλα στην καρδιά σου, και όσο θα χορεύουμε θα σου λέει πόσο σ’ αγαπώ.’’

Αλλά το κορίτσι συνοφρυώθηκε.

‘’ Φοβάμαι ότι δεν θα πηγαίνει με το φόρεμα μου,’’ απάντησε ‘’και, εκτός αυτού, ο ανιψιός του Οικονόμου μου έστειλε κάποια πραγματικά κοσμήματα, και όλοι ξέρουν ότι τα κοσμήματα κοστίζουν πολύ περισσότερο απ’ ότι τα λουλούδια.’’

‘’Λοιπόν, αν θες τη γνώμη μου, είσαι πολύ αχάριστη,’’ είπε ο Μαθητής θυμωμένα• και πέταξε το ρόδο στο δρόμο, που έπεσε στην υδρορροή, και ένα καροτσάκι πέρασε από πάνω του.

‘’Αχάριστη!’’ είπε το κορίτσι. ‘’Να σου πω κάτι, είσαι πολύ αγενής• και, τέλος πάντων, ποιος είσαι; Μόνο ένας Μαθητής. Πώς, δεν το πιστεύω ότι έχεις ακόμα και ασημένιες πόρπες στα παπούτσια όπως έχει και ο ανιψιός του Οικονόμου•" και σηκώθηκε από την καρέκλα της και πήγε μέσα στο σπίτι.

‘’Τι ανόητο πράμα που είναι η Αγάπη,’’ είπε ο Μαθητής όσο έφευγε. ‘’Δεν είναι ούτε κατά το ήμισυ χρήσιμη όσο η Λογική γιατί δεν αποδεικνύει τίποτα, και πάντα λέει πράματα που δεν πρόκειται να συμβούν, και κάνει κάποιον να πιστεύει σε πράματα ψεύτικα. Στην πραγματικότητα, δεν είναι καθόλου πρακτική, και, επειδή σε αυτήν την ηλικία το να είσαι πρακτικός είναι το παν, θα πρέπει να επιστρέψω στην Φιλοσοφία και να μελετήσω Μεταφυσική"

Έτσι, επέστρεψε στο δωμάτιο του, έβγαλε έξω ένα μεγάλο σκονισμένο βιβλίο, και ξεκίνησε το διάβασμα.

Oscar Wilde

Ακούς το Travellers Radio – ένα blog που αγαπά τον ήχο όσο και τις λέξεις. Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα.

Share:

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

Το Αγγελάκι της φουντωτής γιρλάντας.

-Έρχονται τα Χριστούγεννα! φώναξε χαρούμενα ένα χειμωνιάτικο πρωινό ο μικρός άγγελος. 
Η Χριστουγεννιάτικη φουντωτή γιρλάντα με τους εφτά αγγέλους που κρέμονταν από πάνω της, τινάχτηκε ολόκληρη. 

-Μας ξύπνησες! διαμαρτυρήθηκαν οι άγγελοι με μια φωνή. 
Τι σε έπιασε και φωνάζεις ξαφνικά; 
-Έρχονται! Έρχονται τα Χριστούγεννα! φώναξε και πάλι ο μικρός άγγελος.


Οι άλλοι άγγελοι χασμουρήθηκαν. 
Ίσιωσαν τα χάρτινα φτερά τους που ήταν σκεπασμένα με λείο και μαλακό ύφασμα και ρώτησαν το μικρό τους αδερφό. 
-Και εσύ που το ξέρεις; Μέσα σε αυτό το κουτί που είμαστε κλεισμένοι, δεν έχουμε ούτε ημερολόγια, ούτε ρολόγια. Πως μπορούμε να ξέρουμε τι εποχή είναι, αν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα ή το Πάσχα; Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε τη στιγμή που κάποιος θα ανοίξει το καπάκι από το κουτί και θα μας τοποθετήσει με τα άλλα στολίδια πάνω στο δέντρο. 
-Κι όμως εγώ ξέρω πως έρχονται τα Χριστούγεννα! Τα μυρίζω! 

Οι άγγελοι της φουντωτής γιρλάντας έξυσαν συγχρονισμένοι σαν χορευτές μπαλέτου, το φτιαγμένο από γουνίτσα φωτοστέφανο στο κεφάλι τους. 
-Τα μυρίζεις; απόρησαν! Α, εσύ είσαι τελείως χαζούλης! 
-Μα ναι! επέμενε ο μικρός άγγελος. Τα μυρίζω στον αέρα που έχει γίνει υγρός και βαρύς. Στη μυρωδιά από τα ξύλα που καίγονται στο τζάκι. Στα γλυκά με κανέλα και μέλι που φτιάχνουν στην κουζίνα του σπιτιού. Έρχονται Χριστούγεννα σας λέω! 
-Εμείς το μόνο που μυρίζουμε εδώ μέσα είναι κλεισούρα και σκόνη. Κοιμήσου μικρέ. Έχουμε καιρό ακόμα μέχρι τα Χριστούγεννα του είπαν οι άγγελοι και ξάπλωσαν πάνω στο βαμβάκι που είχαν για στρώμα για να μη τσαλακωθούν και σκιστούν.

Όμως ο μικρός άγγελος, ο τελευταίος στη φουντωτή γιρλάντα με τους αγγέλους, δεν μπορούσε να κοιμηθεί από την χαρά και την προσμονή. Έφταναν τα Χριστούγεννα και επιτέλους θα βρισκότανε και πάλι πάνω στο στολισμένο δέντρο. Εκεί μπορούσε να βλέπει όλο το σπίτι, στολισμένο με γκι και κορδέλες.

Να λιγουρεύεται το γιορτινό τραπέζι με τα γλυκά και τα φαγητά που μοσχοβολούσαν. Να λικνίζεται στο ρυθμό των όμορφων τραγουδιών που ηχούσαν παντού και να χαίρεται με τα γέλια, τα παιχνίδια και τις κλεφτές ανυπόμονες ματιές των παιδιών στα κουτιά με τα δώρα κάτω από τα κλαδιά του έλατου. 
Και να που πραγματικά είχε δίκιο. 
Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν με γοργούς ρυθμούς και κάποια μαγική στιγμή, το καπάκι του κουτιού που κρατούσε κλειστή την φουντωτή Χριστουγεννιάτικη γιρλάντα με τους εφτά αγγέλους άνοιξε. 

Το φως ξεχύθηκε λαμπρό και ζεστό μέσα στο κουτί και ξύπνησε τα αγγελάκια που χαρούμενα φώναξαν όλα μαζί πια: 
-Ήρθαν τα Χριστούγεννα! Ήρθαν τα Χριστούγεννα! 
Μαζί με αυτό, άνοιξαν και άλλα κουτιά. 

Το μεγάλο κουτί με τις γυάλινες μπάλες που τσούλησαν γρήγορα στο χαλί. 
Το κουτί με τους βελούδινους φιόγκους που τεντώθηκαν νυσταγμένοι. 
Το κουτί με τις καμπάνες που με μιας άρχισαν να χτυπάνε. 
Τον ξύλινο καρυοθραύστη που ακόνισε την μασέλα του. 
Τα Άγιο-Bασιλάκια που κρατούσαν κιθάρες και βιολιά στα χέρια τους. 

Και στη γλώσσα των παιχνιδιών που κανείς δεν γνωρίζει και δεν ακούει, άρχισαν όλα τα στολίδια να πανηγυρίζουν, να γελάνε και να τραγουδάνε χαρούμενα που μετά από μεγάλη αναμονή οι γιορτές έφτασαν και το φως της μέρας ανέδειξε τα όμορφα χρώματα τους. 
Μα πιο πολύ χαρούμενος ήταν ο μικρός άγγελος της φουντωτής γιρλάντας. Γιατί αυτός ήξερε πιο μπροστά από τα άλλα στολίδια πως τα Χριστούγεννα είχαν φτάσει. 

Το μύριζε και το ένιωθε μέσα στην καρδιά του και δεν έβλεπε την ώρα να σταθεί πάνω στο δέντρο και πάλι. 
Και η στιγμή αυτή είχε φτάσει. 
Τα λεπτά χέρια μιας όμορφης γυναίκας με μακριά μπουκλωτά μαλλιά μπήκαν μέσα στο κουτί και έπιασαν την γιρλάντα με τους αγγέλους. Η καρδιά του μικρού αγγέλου πήγε να σπάσει. 

-Τώρα θα πετάξω ψηλά στο έλατο, σκέφτηκε. Θα δω το στολισμένο σπίτι, τα παιδάκια που τρέχουν γύρω από τα σκορπισμένα στο σαλόνι στολίδια και δώρα, τα χαμόγελα στα πρόσωπα όλων να ζεσταίνουν το κρύο που ένιωθα τόσο καιρό μέσα στο κουτί. 
Μα καθώς σκεφτόταν όλα αυτάχρατς! 

Το χάρτινο φτερό του πιάστηκε στο καπάκι από το κουτί που δεν είχε καλά ανοίξει και κόπηκε στη μέση. 
-Αχ τι κρίμα! Έσκισα το φτερό του τελευταίου στη σειρά αγγέλου. Δεν πειράζει. 
Τώρα η γιρλάντα θα έχει μόνο έξι αγγέλους, είπε η γυναίκα με τα μπουκλωτά μαλλιά και παίρνοντας στα χέρια της ένα ψαλίδι έκοψε το σκοινί που συγκρατούσε τον άγγελο στην φουντωτή γιρλάντα και τον έβαλε και πάλι μέσα στο κουτί. 
Όλα τότε ησύχασαν. 

Τα στολίδια έπαψαν να γελάνε και να φωνάζουνε στη γλώσσα των παιχνιδιών. 
Το φως που έλουζε τα κουτιά χλόμιασε και το κρύο σκέπασε τον μικρό άγγελο με το σκισμένο φτερό, που έμεινε ξαπλωμένος στον πάτο του κουτιού. 

-Δεν θα γνωρίσω τα φετινά Χριστούγεννα. 
Δεν θα μυρίσω τα φρεσκοψημένα γλυκά στο φούρνο. 
Δε θα τραγουδήσω μαζί με τα παιδιά, που θα στέκονται στην πόρτα χτυπώντας τριγωνάκια τα κάλαντα για τον Χριστούλη, είπε πολύ λυπημένος ο μικρός άγγελος και χάρτινα δάκρυα άρχισαν να πέφτουν από τα ζωγραφισμένα μάτια του. 
Μα πριν προλάβει να κρυώσει η καρδούλα του, άλλο ένα χέρι μπήκε μέσα στο κουτί. 
Ήταν μικρό και στρουμπουλό και άρχισε να ψαχουλεύει το κουτί ανακατεύοντας το μπαμπάκι του πάτου τόσο, που ο άγγελος έκανε τούμπες. 

Ύστερα, έπιασε τον μικρό άγγελο που έστεκε, χωρίς την γιρλάντα, μόνος με το σκισμένο φτερό του. Κι όταν το χέρι τον σήκωσε, ο άγγελος, έστω και με ένα φτερό, πέταξε ψηλά κι αντίκρισε ένα μικρό παιδάκι, που ίσα ίσα στεκόταν στα ποδαράκια του και περπατούσε άτσαλα. 

Το μικρό παιδάκι με τον άγγελο στο τεντωμένο του χέρι έφτασε στραβοπατώντας τη γυναίκα με τα μπουκλωτά μαλλιά και της έδωσε τον άγγελο. 
-Θέλεις να τον βάλουμε κι αυτόν στο δέντρο; ρώτησε η γυναίκα. 
Το παιδάκι γέλασε τότε τόσο τρανταχτά και γλυκά, που ο μικρός άγγελος έπαψε πια να κρυώνει και μια μαγική θαλπωρή τον τύλιξε. 
Η γυναίκα πήρε τον μικρό άγγελο από το χεράκι του παιδιού, του τίναξε από πάνω του τα ανακατεμένα μπαμπάκια και με προσοχή κόλλησε το μισό φτερό που του έλειπε. 
Ύστερα, ανεβαίνοντας σε μια μεγάλη σκάλα τον έβαλε πιο ψηλά από τα άλλα στολίδια, πιο ψηλά ακόμα και από την γιρλάντα των έξι αγγέλων. 
Στην κορυφή του δέντρου! 

Και καθώς το μικρό παιδάκι είδε τον άγγελο τόσο λαμπερό και όμορφο άρχισε να χτυπάει παλαμάκια και για μια στιγμή φάνηκε σε όλους πως ο μικρός άγγελος ζωντάνεψε κι έγινε ένας αληθινός άγγελος που είχε κατέβει από τον ουρανό για να αναγγείλει τη γέννηση του Χριστού. 

Κι εκεί απάνω ο μικρός άγγελος έζησε τα πιο όμορφα Χριστούγεννα που είχε ζήσει ποτέ του. 
Με μυρωδιές, με τραγούδια, με γέλια και παιχνίδια, μα και με κάτι ακόμα που έκανε τις γιορτινές μέρες πιο πλούσιες και πιο ζεστές. 
Με αγάπη!


Share:

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016

Κάστρα στον αέρα

Μια φορά κι ένα καιρό ζούσε στην Ινδία ένας Βραχμάνος που δε δούλευε, και το μόνο που έκανε ήταν να κτίζει κάστρα στον αέρα. Κάποια μέρα, η μάνα του τον τιμώρησε, επειδή, λέει, ξόδευε άδικα το χρόνο του και τον έπεισε να βρει δουλειά. Ευτυχώς, ένιωθε κι ο ίδιος αηδιασμένος με τον εαυτό του, κι έτσι άκουσε τη συμβουλή της. Αλλά, το θέμα ήταν, ποιο επάγγελμα θα μπορούσε να ακολουθήσει. Δεν είχε τις γνώσεις ενός ιερέα, ήταν πολύ αδύνατος σωματικά για να γίνει στρατιώτης και, αφού ήταν Βραχμάνος, δε θα μπορούσε να δουλέψει σαν υπηρέτης. Έτσι αποφάσισε να γίνει επιχειρηματίας.
“Τι θα ήθελες να πουλάς;” τον ρώτησε η μητέρα του. Εισηγήθηκε διάφορα πράγματα: σπόρια, ρούχα, φαγητά. Αλλά αυτός απέριψε όλες τις εισηγήσεις και της είπε ότι θα ήθελε να πουλά λαμπερά κόκκινά βραχιόλια και πήλινα δοχεία όμορφα σχεδιασμένα.
Η μητέρα του τού έδωσε τα λεφτά για να επενδύσει στην επιχείρηση. Αγόρασε ένα μεγάλο καλάθι γεμάτο γυαλικά και κάθισε στην πλατεία της αγοράς περιμένοντας τον ερχομό των πελατών.
Καθώς τα μεταξένια χρώματα της πραμάτειας του ζωντάνευαν όμορφα όταν ο ήλιος έπαιζε μαζί τους, οι αντανακλώμενες αχτίδες παρέσυραν τις σκέψεις του πέρα από τον ουρανό, πολύ πολύ ψηλά. “Θα πουλήσω αυτά τα πράγματα με κέρδος δέκα τοις εκατό, σήμερα,” σκέφτηκε. “Μ’ αυτά τα λεφτά, θα αγοράσω ψεύτικα μαργαριτάρια τα οποία θα πουλήσω για αληθινά. Σίγουρα θα κερδίσω εκατό ρούπιες μ’ αυτό τον τρόπο. Μ’ αυτά τα λεφτά, θα αγοράσω μερικές κατσίκες. Θα γεννούν κάθε έξι μήνες, και έτσι σύντομα θα έχω ένα ολόκληρο κοπάδι. Με τις κατσίκες, θα αγοράσω αγελάδες. Μετά, με το που θα αποκτήσω μοσχάρια, θα τα πουλήσω και θα αγοράσω βουβάλια σ’ αντάλλαγμα. Με το κέρδος από την πώληση των βουβαλιών, θα αγοράσω φοράδες. Όταν αυτές γεννήσουν πουλάρια, θα αποκτήσω πολλά άλογα. Θα τα πουλήσω και θα πάρω άφθονο χρυσάφι. Με το χρυσάφι αυτό θα κτίσω ένα κάστρο στην κορυφή του βουνού, περιτριγυρισμένο από αμπέλωνες. Ο Μαχαραγιάς τουΧαστιναπούρα θα ακούσει γι’ αυτό και θα μου προσφέρει το χέρι της κόρης του, Καουσαλία, με μια μεγάλη προίκα. Θα δεχτώ να την παντρευτώ και θα αποκτήσω ένα γιο απ’ αυτή. Όταν το αγόρι θα είναι  αρκετά μεγάλο ώστε να χοροπηδά πάνω στα πόδια μου, θα καθήσω στην αυλή του παλατιού μου και θα του γνέψω να έρθει να παίξει μαζί μου. Σε λίγο θα εκνευριστώ από τις ζαβολιές του και θα τον κακομεταχειριστώ και θα τον επιπλήξω. Θα αρχίσει να κλαψουρίζει και θα φωνάξω στη γυναικά μου να έρθει να τον πάρει. Θα είναι απασχολημένη με τις δουλειές του σπιτιού, κι έτσι θα πάω κοντά της και θα της δώσω μια τόσο δυνατή κλωτσιά που τα κόκαλά της δε θα γνωρίσουν ποτέ ξανά την ανάπαψη.”
Η δύναμη και η βιαιότητα αυτού του συναισθήματος μετέτρεψε την σκέψη του ονειροπολήματός του σε πράξη, και, ω, έδωσε μια τόσο οργισμένη κλωτσιά, που όλα τα γυάλινα και πήλινα προϊόντα που βρίσκονταν στο καλάθι του, έγιναν χίλια κομμάτια μπρος στα μάτια του.

Share:

Ελέφαντας και Χελώνα

Μια φορά κι έναν καιρό, τον πολύ παλιό καιρό, όταν στον κόσμο υπήρχε μόνο ημέρα και η νύχτα ήταν άγνωστη, ο Ελέφαντας και η Χελώνα μάλωσαν άσχημα. Αιτία ήταν το πλούσιο γρασίδι ενός λιβαδιού. «Είναι δικό μου!» έλεγε η Χελώνα. «Οχι, είναι δικό μου!» επέμενε ο Ελέφαντας. Κανένας δεν  υποχωρούσε, ώσπου, στο τέλος, ο Ελέφαντας θύμωσε πολύ. «Θα σου σπάσω το καύκαλο!» φώναξε και σήκωσε το πόδι του να χτυπήσει τη Χελώνα. Εκείνη, κατατρομαγμένη, έτρεξε να κρυφτεί ανάμεσα στους θάμνους της σαβάνας και κρύφτηκε τόσο καλά, που ο Ελέφαντας δεν κατάφερε να τη βρει. Ομως, την άλλη μέρα, ο Ελέφαντας ζήτησε τη βοήθεια των υπόλοιπων ζώων, κι όλοι μαζί ξεκίνησαν για να την ξετρυπώσουν και να την τιμωρήσουν.

Στο μεταξύ η Χελώνα, που ήταν έξυπνη και ήξερε πολλά μαγικά, βλέποντας ότι δεν μπορούσε να ξεφύγει, άρπαξε τη σκόνη και την πέταξε στον άνεμο. Τότε η νύχτα, που όπως είπαμε ήταν άγνωστη ώς εκείνη τη στιγμή, σκέπασε τη γη...

Τα ζώα, μη βλέποντας πια τον ήλιο, τρομοκρατήθηκαν. «Τι πυκνό σκοτάδι!», έλεγαν το ένα στο άλλο. «Τι έγινε ο ήλιος, πού πήγε η μέρα; Πώς θα ζήσουμε τώρα χωρίς φως;». Ο Ελέφαντας, καταστενοχωρημένος, θέλησε να διορθώσει τα πράγματα. Εστειλε τον Κόκορα να ζητήσει συγγνώμη από τη Χελώνα και να την παρακαλέσει να ξαναφέρει τη μέρα στον κόσμο. Ο Κόκορας ζήτησε από τη Χελώνα να συγχωρήσει τον Ελέφαντα, κι εκείνη δέχτηκε, φέρνοντας και πάλι τον ήλιο στον ουρανό. Ομως από τότε οι μέρες δεν είναι πια πάντα ηλιόλουστες και το φως δίνει τη θέση του στο σκοτάδι κάθε νύχτα.

Από την Μπουρκίνα Φάσο

Ιωάννης Περ. Πέππας

Share:

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2016

Πως πέθανε χορεύοντας ένας διάβολος

Μια φορά ένας διάβολος εκεί που σεργιάνιζε στο δάσος έφτασε σ’ ένα μεγάλο δίστρατο. Έπιασε λοιπόν κι έχτισ’ εκεί το σπίτι του. Για κείνους όμως που χρησιμοποιούσανε τούτο το δίστρατο ήτανε φοβερή κακοτυχία, γιατί οι διάβολοι είναι κακοί και καταβροχθίζουνε τους ανθρώπους.

Έτσι, σαν κάποιος ταξιδιώτης έφταν’ εκεί πέρα, ο διάβολος πεταγότανε από το σπίτι του, που βρισκότανε στη γωνιά του δρόμου, κρατώντας κάτω από τη μασχάλη του ένα τύμπανο. Το χτυπούσε και διέταξε το στρατοκόπο να χορέψει.

«Ω άνθρωπε, χόρεψε! Χόρεψε κι εγώ θα σου παίζω το τύμπανο. Όποιος από τους δυό μας κουραστεί πρώτος θα πεθάνει».

Κι ο άτυχος ταξιδιώτης, είτε άντρας ήτανε είτε γυναίκα, είτε παιδί, αναγκαζότανε να χορέψει το χορό του θανάτου, γιατί αυτός κουραζότανε πάντα πρώτος και τότε ο διάβολος τον σκότωνε και τον έτρωγε.

Οι άνθρωποι ξέρουνε πως οι δίδυμοι έχουνε πολλές φορές παράξενες ικανότητες. Γίνονται σπουδαίοι μάγοι και γιατροί. Μπορούνε ακόμα να σου πούνε την τύχη σου και ξέρουνε πώς να χρησιμοποιούνε τα βότανα και το δηλητήριο. Ένα ζευγάρι δίδυμοι λοιπόν αποφασίσανε να ξεγελάσουν αυτό το διάβολο που ‘χε ξεκάνει τόσο κόσμο από την πόλη τους και να τον σκοτώσουν. Γι’ αυτό ένα καλό πρωί αφήσανε το σπίτι τους και ξεκινήσανε. Ο ένας προχώρησε μπροστά κι έτσι αθόρυβα σύρθηκε στη γη και κρύφτηκε πίσω από μια μυρμηγκοφωλιά που βρισκότανε κοντά στο σπίτι του διάβολου. Ύστερα ο άλλος αδερφός πλησίασε άφοβα, τραγουδώντας ένα χαρούμενο σκοπό.

Ο διάβολος σαν τον άκουσε πετάχτηκε έξω.

«Έι», φώναξε καταφχαριστημένος. Είχε μέρες να δει άνθρωπο. «Ει, νεαρέ! Έλα χόρεψε για μένα!». Κι άρχισε να χτυπά ενθουσιασμένος το τύμπανο.
«Ευχαρίστως κύριε», είπε ο νεαρός. «Αυτό το όμορφο πρωινό είναι ότι πρέπει για χορό. Παίξε λοιπόν».

Ο διάβολος έγειρε πίσω το κεφάλι του και ξεκαρδίστηκε με την αναίδεια του ταξιδιώτη.

«Δεν ξέρεις, νεαρέ, πως όποιος από τους δυο μας θα κουραστεί πρώτος θα πεθάνει;».
«Θαυμάσια», του απάντησε ο δίδυμος. «Αυτό σημαίνει πως ο άλλος θα ζήσει».

Κι άρχισε να χορεύει και να χορεύει, ενώ ο διάβολος έπαιζε το τύμπανό του. Σαν κουράστηκε όμως ο δίδυμος πήδηξε πίσω από τη μυρμηγκοφωλιά κι ο κρυμμένος αδερφός του πήρε τη θέση του. Έτσι οι δίδυμοι χορεύανε για τρεις ολόκληρες μέρες ˙ όσο χόρευε ο ένας ο άλλος ξεκουραζότανε. Ο διάβολος στο μεταξύ είχε μείνει κατάπληχτος που ‘βλεπε ένα μόνο άνθρωπο, όπως νόμιζε, να χορεύει μέρα και νύχτα, ενώ ο ίδιος είχε αρχίσει κιόλας να κουράζεται. Οι δίδυμοι όμως τίποτα, συνεχίσανε ακούραστοι το πονηρό τους παιχνίδι. Στο τέλος ο διάβολος σωριάστηκε στη γη εξαντλημένος.

Τότε οι δίδυμοι τον σκοτώσανε μοιράζοντάς τον στα δυο. Ύστερα πήρανε το ένα κομμάτι, το μπήξανε πάνω σ’ ένα παλούκι και το μεταφέρανε στην πόλη τους. Κι έμεινε έτσι στημένο εκεί, σαν προειδοποίηση για όλους τους άλλους διαβόλους, πως οι δίδυμοι δηλαδή που ζούσανε σ’ εκείνο το μέρος δεν ήτανε διατεθειμένοι ν’ ανεχτούνε τις πονηριές των απαίσιων αυτών πλασμάτων.

Ο μύθος αυτός είναι μια συλλογή της Α. Ντόρις Μπάνκς Χένρις, που περιλαμβάνει 99 παραμύθια και μύθους από τη Λιβερία


Share:

Ο Άνεμος - Iνδιάνικο Παραμύθι

Πριν πάρα πολλά χρόνια, δε θυμάμαι πόσα ακριβώς, σε μια χώρα μακρινή ζούσε μια φυλή ινδιάνων. Ο ινδιάνος αρχηγός της φυλής είχε μια πανέμορφη και νέα κόρη που όλοι θαύμαζαν αλλά κανένας δεν είχε αγγίξει ακόμα.
     Μια μέρα όπως καθόταν έξω από τη σκηνή του ο μεγάλος αρχηγός, τον επισκέφτηκε ο Άνεμος και του είπε:
     "Μεγάλε αρχηγέ, αγαπάω την κόρη σου και με αγαπά και εκείνη. Θα μου τη δώσεις να γίνει γυναίκα μου?"
     "Όχι" του απάντησε απότομα ο αρχηγός χωρίς να δεχτεί δεύτερη κουβέντα.
     Την επόμενη μέρα η αγνή κοπέλα προσπάθησε να μιλήσει στον πατέρα της,
     "Πατέρα, αγαπάω τον Άνεμο. Θα μου επιτρέψεις να πάω μαζί του στο κατάλυμα του και να γίνω γυναίκα του?"
     "Όχι", της απάντησε αυστηρά ο αρχηγός. "Δε σου το επιτρέπω. Όταν ο Άνεμος ήταν παιδί, συνήθιζε να έρχεται στο αντίσκηνο μου μέσα από μικρές χαραμάδες και έσβηνε πάντοτε τη φωτιά που προσπαθούσα με τόσο κόπο να ανάψω. Δε γνωρίζει ούτε να πολεμάει, ούτε να κυνηγάει και δε σου επιτρέπω να γίνεις γυναίκα του."
     Ευθύς αμέσως, ο αρχηγός άρπαξε την κοπέλα από το χέρι και την οδήγησε σε ένα αδιaπέραστο δάσος από μαύρα έλατα για να την κρύψει από τον Άνεμο.
     "Ο Άνεμος ίσως να την έβλεπε αν την έκρυβα μέσα σε ένα πευκοδάσος, όμως δε θα μπορέσει ποτέ να τη διακρίνει μέσα σε ένα τόσο πυκνό δάσος από μαύρα έλατα", σκέφτηκε δυνατά.
     Όμως ο Άνεμος είχε ήδη γίνει αόρατος και όλη την ώρα που ο αρχηγός μονολογούσε έστεκε εκεί κοντά και άκουγε προσεκτικά κάθε του λέξη.
     Έτσι όταν ήρθε η επόμενη νύχτα, ο Άνεμος άρχισε να τρέχει γύρω γύρω από το πυκνό μαύρο δάσος μέχρι που βρήκε ένα μικρό κενό και μπόρεσε να εισχωρήσει ανάμεσα από τα δέντρα. Έψαξε αρκετά παρ' όλες τις δυσκολίες, μα στο τέλος κατάφερε να βρει τη νεαρή κοπέλα και να τη βγάλει από το πυκνό δάσος.
     Δε τόλμησε να πλησιάσει τους άλλους Ινδιάνους ξανά γιατί φοβόταν πως ο αρχηγός θα του πάρει την όμορφη κοπέλα κι έτσι έψαξε άλλο τόπο για να ζήσουν μακρυά τους.
     Ταξίδεψαν αρκετά μέσα στο σκοτάδι της νύχτας με κατεύθυνση προς το βορρά. Κάποια στιγμή βρήκαν μια πολύ όμορφη περιοχή για να στήσουν το κατάλυμα που θα στέγαζε τον έρωτα τους. Την ίδια κιόλας νύχτα την πήρε στην αγκαλιά του και την έκανε γυναίκα του.
     Χαιρόταν τον έρωτα τους ευτυχισμένοι και κανένας απο τους δύο δε μπορούσε να σκεφτεί πως ο αρχηγός θα μπορούσε να τους εντοπίσει. Όμως ο πατέρας της κοπέλας τους έψαχνε σα μανιασμένος μέχρι που στο τέλος ανακάλυψε το κατάλυμα τους.
     Τότε ο Άνεμος έκρυψε τη νεαρή γυναίκα του και έγινε αόρατος, όμως ο μεγάλος Αρχηγός άρχισε να καταστρέφει τα πάντα γύρω του με τα όπλα που είχε φέρει μαζί του και χωρίς να το γνωρίζει κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι του Άνεμου που τον άφησε αναίσθητο.
     Όταν ο άνεμος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του ανακάλυψε πως η γυναίκα του είχε εξαφανιστεί και άρχισε να την ψάχνει.
     Περιπλανήθηκε σαν τρελός στα δάση της περιοχής και στο τέλος την είδε μέσα σε ένα κανό που οδηγούσε ο πατέρας της στο Μεγάλο-Νερό."Έλα μαζί μου," άρχισε να της φωνάζει με απελπισία.
     Η κοπέλα κατατρόμαξε και το πρόσωπο της έγινε λευκό σαν το χιόνι, γιατί δεν έβλεπε τίποτα γύρω της, ενώ άκουγε την φωνή του αγαπημένου της να την καλεί απελπισμένα. Ο Άνεμος, μετά το χτύπημα που είχε δεχτεί στο κεφάλι από τον πατέρα της, είχε ξεχάσει πως να μεταμορφώνεται και είχε παραμείνει αόρατος.
     Ο Άνεμος θύμωσε τόσο πολύ τότε με τον αρχηγό που φύσηξε με όλη του τη δύναμη πάνω στο κανό. "Ας αναποδογυρίσει", σκέφτηκε. "Μπορώ να μεταφέρω τη γυναίκα μου ασφαλή στην ξηρά." Έτσι το κανό αναποδογύρισε με το φύσημα του ανέμου και ο αρχηγός με την κόρη του πέσανε μέσα στο νερό.
     "Έλα αγαπημένη μου, πιάσε το χέρι μου", φώναζε ο άνεμος στην κοπέλα. Μα δε θυμόταν πως ήταν αόρατος και ότι η κοπέλα δε θα μπορούσε να δει το χέρι του. Κι έτσι η κοπέλα άρχισε να βουλιάζει, να βουλιάζει, μέχρι που έφτασε στον πάτο της λίμνης. Κι ο αρχηγός φυσικά έχασε τη ζωή του μια και ο Άνεμος δεν προσπάθησε να τον βοηθήσει.
     Όταν ο Άνεμος κατάλαβε πως η αγαπημένη του έχασε τη ζωή της εξαιτίας του, γέμισε θλίψη και άρχισε να αγριεύει.
     "Ο άνεμος ποτέ δε φυσούσε τόσο δυνατά και θλιμμένα" έλεγαν οι ινδιάνοι μεταξύ τους ενώ προσπαθούσαν να προφυλαχτούν μέσα στα αντισκηνά τους.
     Το Μεγάλο Πνεύμα λυπήθηκε την κοπέλα που έχασε τη ζωή της τόσο άδικα πέφτοντας στο νερό και την επόμενη νύχτα την μετέφερε ψηλά στα αστέρια και της έδωσε ένα σπίτι στο φεγγάρι.
     Η κοπέλα ζει ακόμα εκεί, όμως το πρόσωπο της έμεινε κατάλευκο, όπως ήταν τη στιγμή που τρομαγμένη έπεσε από το κανό.
     Έτσι τις νύχτες, στο σεληνόφως, κοιτάζει κάτω στη Γη, προσπαθώντας να βρει τον αγαπημένο της Άνεμο αλλά δεν ξέρει πως είναι αόρατος.
     Ο Άνεμος πάλι, δε γνωρίζει πως εκεί ψηλά στο φεγγάρι βρίσκεται η αγαπημένη του γυναίκα που χάθηκε και έτσι περιπλανιέται στα δάση και ψάχνει ανάμεσα στα βράχια των βουνών να τη βρει, όμως ποτέ δε σκέφτεται να κοιτάξει ψηλά στο φεγγάρι ...


Share:

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016

Το Κορίτσι του Δάσους και ο Λύκος της Σκοτεινιάς

.....μια φορά και εναν καιρό
σε εναν τοπο μαγικό , εξωτικό
ζουσε μια κοπελλα με χρυσή φωνή,
με τις νότες της έσπαζε του
Σκοταδιού την σιωπή
Ζηλεύαν τα γλυκολαλα αηδόνια
καθώς με την φωνή της έλιωνε τα χιόνια
Τα λουλούδια για χαρη της ανθούσαν
καθως οι μαγικές χορδές της τραγουδούσαν
Ομως υπήρχε μια μάγισσα κακιά
που τους θνητούς ξεγελούσε με
μια ψευτικη ομορφιά
Στο σκοτάδι είχε δώσει την ψυχή της
μαύρο ήτανε το δολιο φιλί της
Ποθούσε σαν την κοπελιά να τραγουδήσει
ομως το στομα της σαν άνοιγε
το μονο που μπορούσε ήταν σαν
το γάιδαρο να γκαρίζει
Μια νύχτα που η κοπέλλα τον Υπνο
ειχε συντροφιά
ήρθε στο Ονειρο της η Μάγισσα η
Κακιά ,
δίχως να διστάζει την μάγεψε
να τραγουδήσει και την φωνή της
σε κεινη να χαρίσει
εκλεψε λοιπον την φωνή του κοριτσιού
και σε κουτάκι ασημένιο εκλεισε
την φωνή του ανθρωπινου αηδονιού...
Η κοπέλλα μουγκή εμεινε διχως πλέον
να μπορεί να τραγουδήσει
τα λουλούδια μαραθήκαν
τα πουλια πετάξαν μακριά..χαθήκαν...
Και δάκρυα κρυστάλινα γεμάτα
από φωνές που να βγάλει δεν μπορούσε
γέμισαν τα μάτια της τα θαλασσοπαρμένα.
Η φύση γύρω στέναξε,
τα κλαδιά των δέντρων χαμηλώσαν
πουλιά και ερπετά
τους μακρινούς τους δρόμους πήραν.
Νύχτα κάλυψε το δάσος
Σκιές γενήθηκαν παντού
Και η κοπέλα καταγής...
χωρίς ελπίδα περιμένει.
"Που να φωνάξω!
Τι να περιμένω!
Που να στραφώ!
Τι να ευχηθώ!
Και που να προσευχηθώ!!!
Όταν την φωνή μού ούτε το μυαλό μου δεν ακούει...? "
Έπεφτε η Νύχτα πιο γοργά
μα ποιός να το καταλάβει μπορούσε
το ξημέρωμα
Όταν το φώς στο δάσος των Σκιών
ούτε σπιθαμή δεν διαπερνούσε.
Και πάγωνε ο αέρας
Έτριζαν τα δένδρα
Μαρμάρωναν οι ψυχές...
Καθώς ένα τραγούδι μαγικό
σκορπούσε τη φοβέρα...
Μα ήταν από φωνή γλυκειά
φωνή νεραϊδένια
φωνή που ζήλευαν κάποτε ακόμη και τ'αηδόνια.
Και κάθε νύχτα το τραγούδι αυτό...
ένα χρόνο έκλεβε απ'της κοπέλας την ζωή.
Χωρίς ελπίδα
χωρίς φωνή
Που να μπορέσει να στραφεί
Και σε ποιόν άφαντο ουρανό
να προσευχηθεί?
Σταλάξαν τα δάκρυα βουβα
Πανω σε χώμα διψασμένο
Ενα το πήρε ο αγέρας,
Τον πήγε σε λύκο μαγεμένο
Η μάγισσα εναν πριγκηπα ειχε
Απο παλιά μαγέψει
Σε λύκο Μαύρο τον ειχε
Μετατρεψει
τα δάκρυα απο τανθρωπινα
τα ματια του χε κλεψει
το άφωνο δάκρυ της κοπέλλας
τα ματια του φιλάει
και μετα απο τόσα χρόνια
σαν λευκό μαργαριτάρι
στο προσωπό του σταλαγματιά
γλυστραει
ξαφνιάζεται ο λύκος και
αμέσως τον κάτοχο να βρει
ξεκινάει
ήταν γλυκοπικρη η γεύση
απτο ξένο δάκρυ
σαν τραγούδι αμίλητο ,
σαν το δειλό το κύμα στου ωκεανού την άκρη
αφηνει μιλια πίσω του μα καθολου
δεν τον νοιάζει,
την πηγή για τα μαγικά δάκρυα
να βρεί,
τίποτα πια δεν τον σκιάζει.
Οι Σκιές του δάσους
τα μονοπάτια μπέρδεψαν
ο μαγεμένος λύκος
τον δρόμο δεν πρέπει να βρεί.
Αίματα στα πέλματα
η ανάσα βαριά να βγαίνει
το σώμα με τη βια το ψύχος
της Νύχτας να αντέχει.
Τίποτα δεν τον σταματά
κι ας πάρει όσο χρόνο θέλει.
Μα στην μάγισσα τη γριά
κοράκια σκοτεινά
τον ερχομό του μήνυσαν
τη απόφαση του πρόδωσαν.
Τα μαύρα σύννεφα με
τραγούδι σκιερό
κατέβηκαν στις προσταγές της γριάς
να ταχθούν.
Να απλώθουν τα διέταξε
σε κάθε γωνιά του δάσους.
Τίποτα ορατό να μη φανεί.
Καμιά παγίδα ορατή να μη μείνει.
Και οι Σκιές εντάχθηκαν
στο όλο αυτό
το σχέδιο το σκοτεινό.
Τσάκαλια ντύθηκαν
μορφές δαιμόνων πήραν.
Τον λύκο που έρχεται
τον λύκο που φτάνει να συναντήσουν.
Βήμα περισσότερο ούτε σπιθαμή
να μη κάνει.
Το όνειρο ελπίδας
εφιάλτης να γίνει και την ψυχή του να πάρει.
Μα η μάγισσα δεν ήξερε
Πως ο λύκος ειχε φίλους
δυο δράκοντες Μεγάλους
σαν τους Ολύμπιους τους Στύλους :)
μαζί του πετάνε κρυμμένοι
μες στα σύννεφα
με τις φωτιές να διώξουν
της μάγισσας τα κίβδηλα
μες στην πυρά τους καίγονται
οι Υπουλες σκιές
και στάχτη γίνονται τα
τσακάλια κι οι ύαινες οι Κακές
Η κοπέλα σε μια λίμνη κάθεται
Τις Νύχτες με Ολογιομο Φεγγάρι
Το πρόσωπο της καθρεφτίζεται
Στου νερού την μαύρη χαρη
Την βλέπει ο λύκος απο μακριά
Και κοντοστεκεται διστακτικά
ωστε αυτή ειναι που κρατάει
Στην χούφτα της δάκρυα γλυκά;
Ακουει η κοπελλα τριξιμο κλαδιου
Γυρναει και τρομαγμένη βλεπει
Αυτον που ολοι λένε Λυκο του Σκοταδιού
Γιαλίζουνε τα μάτια του μεσα
Στην σιωπή
Αλαφιαζεται η έρμη μα στεκεται
αμίλητη χωρίς φωνή..
Αργα την πλησιαζει και βάζει το
Κεφάλι του στα καταλευκα της χερια
Το δάσος σωπασε ξαφνικά και
Ο ουρανός γιομισε αστερια ..
...και ο αέρας πνοή γλυκιά.
Θλιμένο είναι το πρόσωπο
στην δύση μοιάζει να φτάνει η ζωή της.
Η μάγισσα δεν βρέθηκε
δεν κάηκε στων δράκων τη φωτιά.
Στην σκέψη της χώθηκε
να μάθει που πήγε η μιλιά.
Και τα στοιχειά του δάσους
του'πανε πως την πήρε η γριά.
Τόσο καιρό κρυμένος πίσω από τις φυλλωσιές
τόσο καιρό κρυμένος μέσα στις σπηλιές.
Η αποστολή του δόθηκε
αλλά δεν τελείωσε ποτέ.
Η γριά η μάγισσα ακόμη γερά κρατά
της κοπέλας την μιλιά
του ίδιου την ανθρώπινη μορφή.
Απαλά το κεφάλι του τραβά
από τα χέρια της κοπέλας που
στέκει θλιμένη στης λίμνης την αγκαλιά.
Δεν υπάρχουν πια Σκιές και τσακάλια σκοτεινά
δεν υπάρχουν σύννεφα τον δρόμο να μπερδεύουν.
Κάτω από το αστερόφως
ο δρόμος είναι ανοιχτός για το σπίτι της γριάς.
Τρέχει σαν τον αέρα και ακόμη πιο γοργά
οι δράκοι το χρέος του το έκαναν
και τώρα φύγαν μακριά.
Αυτός και η γριά
κανένας άλλος ανάμεσα τους.
Φτάνοντας έξω από το σπίτι που
φρόντιζαν οι σάπιες ρίζες
ουρλιάζει δυνατά.
Τον ακούει η γριά
κι έξω φοβισμένη βγαίνει
του λύκου τη οργή αντιμέτωπη να βρεί.
Τα νύχια έμπηξαν τη γή
τα δόντια έσφυξαν και άστραψαν μαγευτικά
το σώμα ολόκληρο μια ανάσα πριν επιτεθεί...
Μα μια φωνή ο αέρας φέρνει στα αυτιά του...
"Την λαλιά ή την δική σου τη μορφή. Ένα από τα δυο θα πάρεις. Ένα από τα δυο θα χάσεις."
Ο λύκος στον ουρανό της Νύχτας κοίταξε
ανάσα πήρε βαθιά.
Χαμήλωσε το βλέμμα
πορφύρωσαν τα μάτια
σηκώθηκε η ράχη
κι ένα άλμα αερικό
μια ζωή τελειώνει
κι ένα έπαθλο σηκώνει.
Έπεσε η μάγισσα η γριά...
Το δάσος ελεύθερο είναι πια...
Τον δρόμο προς της κοπέλας την αγκαλιά
ο λύκος παίρνει και χαμηλή ματιά...
Κι όσο πλησιάζει δέντρα και πουλιά
ζωντάνια παίρνουν όπως τα παλιά.
Κι όσο πλησιάζει
φωνή ακούει μελωδικιά
στον αέρα σέρνει χαρμόσυνη λαλιά.
Τρέχει ο λύκος...
Τρέχει...
Τρέχει...
Τα μάτια του όμορφα μελανά
από της Νύχτας την φροντίδα
την κοπέλα κοιτούν προσεκτικά
χορεύει τραγουδάει
μαγευτική φωνή ακολουθεί...
Ο λύκος διάλεξε από την μορφή του
την γλυκιά φωνή να δώσει πίσω στην κοπέλα.
Τι να έκανε σαν άνθρωπος και πάλι
σε δάσος θλιμένο σκοτεινό
με την ζωή νεκρή και σιωπηλή?
Η κοπέλα στάθηκε και κοίταξε τον λύκο...
Πλησίασε αργά με τα χέρια απλωμένα.
Ένα βήμα πίσω ο λύκος...
Ένα ουλιαχτό...
Κάτω απ'το Λυκόφως...
ο Λύκος της Σκοτεινιάς
χάνεται στο δάσος...
"Θα είναι πάντα γύρω μου να με φυλά..."
Συλλογιέται η κοπέλα από χαρά...
"Θα είναι πάντα μέσα, ειρήνη στην ψυχή μου θα προσφέρει..."
Συλλογιέται ο Λύκος...
Μια φιλία που θα κρατήσει όσο και η ζωή στο δάσος γεννιέται.
Και την Νύχτα κάτω από το ολόγιομο Φεγγάρι
Ένα ουρλιαχτό και μια γλυκιά φωνή
αγκαλιά θα βρίσκονται στου Ουρανού το Αστερόφως.

Λίγες Σκέψεις Σκόρπιες...

Share:

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2016

Η Νεράιδα του Δάσους

Περπατούσα μόνος ανάμεσα στα σιωπηλά δέντρα,νιώθοντας τις χλιαρές σταγόνες της βροχής να πέφτουν πάνω μου, να μουσκεύουν τα μαλλιά μου και να σχηματίζουν μικρά ρυάκια γλιστρώντας σιγά σιγά πάνω στα μάγουλά μου. Η βροχή μύριζε σα χορτάρι, ή ίσως η οσμή του υγρού φρέσκου χώματος μου θύμιζε τη βροχή. Όπως και να 'χει, δεν υπήρχε άλλος εκτός από μένα για να γευτεί τη μυρωδιά. Όλοι με είχαν εγκαταλείψει, όλοι εκτός από τις σκέψεις μου, που μ' ακολουθούσαν όπως κι εγώ ακολουθούσα το μονοπάτι, με σιγουριά και σεβασμό συγχρόνως. Κατά κάποιο τρόπο μάλιστα οι σκέψεις αυτές είχαν μια παρουσία εντονότερη από κάθε τι χειροπιαστό, και παραμέριζαν τα πάντα στην άκρη της συνείδησής μου. Το αδιάκοπο σφυροκόπημα της βροχής πάνω στα έλατα, τη γη και το δέρμα μου έμοιαζε απόκοσμο, σα να προερχόταν από κάπου πολύ μακριά. Αν ήμουν στεγνός, θα ορκιζόμουν πως ήταν ψεύτικο.
     Παραμερίζοντας ανούσιες φαντασίες σαν κι αυτές, προσπάθησα γι άλλη μια φορά να ξεδιαλύνω το απεχθές αυτό κουβάρι σκέψεων που αντίκρυζα όποτε έκλεινα τα μάτια. Δεν ήξερα γιατί βρισκόμουν εκεί, όχι. Ούτε ήξερα γιατί συνέχιζα να περπατάω, ή πού θα με οδηγούσε το μονοπάτι. Με είχε κυριεύσει όμως μια ακαθόριστη αίσθηση προσμονής, και τα μουρμουρητά της ήταν που υπαγόρευαν τα βήματά μου. Ήταν η πλήρης βεβαιότητα πως κάτι σημαντικό θα συμβεί, πλήρης σαν τη μαγεία που ασκούν οι προβολείς του αυτοκινήτου στο ελάφι και σαν την έκσταση της πυγολαμπίδας όταν την αγκαλιάζουν οι φλόγες. Βέβαια κανείς δε μου υποσχόταν πως το επικείμενο γεγονός θα ήταν λιγότερο επικίνδυνο για μένα απ' ότι η φωτιά για την πυγολαμπίδα, αλλά πάλι κανείς δεν υποσχόταν τίποτα και στην πυγολαμπίδα.
     Τότε ήταν που άκουσα για πρώτη φορά το τραγούδι της. Στην αρχή δεν το είχα προσέξει, συγχέοντάς το με τον ήχο του ανέμου που χαϊδεύει τα φύλλα. Όσο πλησίαζα όμως -- γιατί τώρα ήμουν σίγουρος ότι κάπου πλησίαζα -- αυτό κέρδιζε συνεχώς σε δύναμη και ομορφιά. Σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα είχε ξεπεράσει σε ένταση το υψίσυχνο σφύριγμα του αέρα, είχε πνίξει το μελωδικό πλατσούρισμα της βροχής... με είχε κυριεύσει. Όταν αργότερα με ρωτούσαν, το περιέγραφα σα μια μεικτή χορωδία αγγέλων και δαιμονικών να τραγουδά μόνο μιά νότα, μιά νότα που ήταν συγχρόνως θρήνος και έκσταση, που ο νους δε μπορούσε να τη συλλάβει αλλά μόνο να τη ζήσει· γιατί καθώς ένιωθα τα περάσματά της ν' αγγίζουν την ψυχή μου και τις κορώνες τις να διαπερνούν το μυαλό μου, ήξερα πως αυτό το τραγούδι δεν ήταν ανθρώπινο, μα κάτι παραπάνω...
     Άξαφνα, φτάνοντας στην κορυφή ενός λασπωμένου υψώματος, είδα και την ίδια. Αν και καθόταν πάνω στον πεσμένο κορμό μιας βελανιδιάς, το παράστημά της παρέπεμπε σε βασίλισσα που κάθεται στο θρόνο της. Τ' ολόλευκο φόρεμα που αγκάλιαζε το κορμί της αρχίζοντας από τους ώμους και φτάνοντας μέχρι τους λεπτοκαμωμένους αστραγάλους της μου θύμισε κύκνο· μόνο που καμιά βασίλισσα δε μπορούσε να έχει τόση χάρη, και κανένας κύκνος δεν ήταν τόσο όμορφος. Τα χρυσοκόκκινα σγουρά μαλλιά της χύνονταν ατίθασα πάνω στους ώμους της, περιβάλλοντας σα φωτοστέφανο αγγέλου ένα πρόσωπο τόσο τέλειο που έμοιαζε βγαλμένο από παραμύθι. Σταμάτησα παραπατώντας κι έμεινα άφωνος να την κοιτάω, μ' ένα παιδικό χαμόγελο ευχαρίστησης ζωγραφισμένο στο πρόσωπό μου.
     Το σώμα μου είχε παραλύσει· η καρδιά μου χτυπούσε σα δαιμονισμένη, τόσο δυνατά που νόμιζα πως άκουγα εντονότερα τον ήχο της παρά τον αέρα που ολοένα και δυνάμωνε. Η οπτασία -- τι άλλο μπορεί να ήταν; -- συνέχιζε να τραγουδά με τα μάτια κλειστά, ενώ μέσα μου η ηδονή των αισθήσεων πάλευε με το φόβο του υπερφυσικού. Έκανα την αμυδρή σκέψη πως σίγουρα ονειρεύομαι, είμαι αναίσθητος σ' ένα λασπωμένο μονοπάτι κι όλα αυτά τα φαντάζομαι. Ή ακόμα ότι κάτι μου συνέβη κι αυτός είναι ο παράδεισος· μα ναι, η αψεγάδιαστη ομορφιά της μόνο σ' έναν άγγελο θα μπορούσε ν΄ανήκει. Γονάτισα· η βροχή είχε σταματήσει, μα τώρα το χώμα ποτιζόταν απ' τα σιωπηλά μου δάκρυα.
     Νομίζω ότι εκείνη αισθάνθηκε την παρουσία μου τότε, ή ίσως απλά να με είχε ακούσει. Χωρίς καμιά προειδοποίηση είδα, η μάλλον ένιωσα, μια εκτυφλωτική λάμψη να με διαπερνά απ' άκρη σ' άκρη, σβήνοντας τη μορφή της από τα μάτια μου μα όχι κι απ' το μυαλό μου. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι τα βλέφαρά της ν' ανασηκώνονται και τα μάτια της να μου χαρίζουν ένα ανεκτίμητο χαμόγελο...
     Φαντάζομαι πως από καθαρή τύχη με βρήκαν στο δάσος το ίδιο βράδυ. Εγώ σίγουρα δε θα είχα καταφέρει να βγω απ' αυτό μόνος μου. Ανακουφίστηκαν όταν με είδαν, βέβαια, μα κανείς τους δεν πίστεψε την ιστορία μου· ούτε τότε, μα ούτε και μέχρι σήμερα. Μόνο μια φορά, μετά από πολλά χρόνια, ο εγγονός μου μου είπε ότι, όπως λέει το παραμύθι, η οπτασία που συνάντησα εκείνη τη μέρα ήταν η νεράιδα του δάσους, που η ομορφιά της τυφλώνει όποιον άτυχο ρίξει το βλέμμα του πάνω της. Χαϊδεύοντας τα σγουρά του μαλλιά, χαμογέλασα και του απάντησα πως έβλεπα μια χαρά. Κι αν τα πάντα γύρω μου φαινόντουσαν μαύρα, αυτό συνέβαινε γιατί δεν ήταν όμορφα. Τα πάντα, εκτός από κείνη...


Παραμύθι Μυθικό
Share:

Τα ρούχα του βασιλιά

Πριν από πολλά…
… πολλά χρόνια, ζούσε ένας βασιλιάς που του άρεσαν τα όμορφα ρούχα. Μια μέρα, δύο κατεργάρηδες κατέφτασαν στην πόλη του. Είπαν πως είναι υφαντές και πως ήξεραν να υφαίνουν πανέμορφα κι αραχνοΰφαντα ρούχα, από ένα μαγικό πανί που μονάχα οι ανίκανοι και οι ανόητοι δεν μπορούσαν να το δουν. «Σπουδαία ιδέα», σκέφτηκε ο βασιλιάς. «Έτσι θα μάθω ποιοι από τους ανθρώπους μου είναι ανίκανοι και θα μπορώ να ξεχωρίζω τους έξυπνους από τους βλάκες». Κι έδωσε αμέσως στους δύο κατεργάρηδες ένα πουγκί γεμάτο χρυσά για να αρχίσουν να υφαίνουν το πανί τους. Αμέσως εκείνοι καμώθηκαν πως έπιασαν δουλειά μπροστά στους αδειανούς αργαλειούς τους. Οι μέρες περνούσαν. «Θα στείλω τον καλύτερό μου υπουργό να δει τι κάνουν», σκέφτηκε ο βασιλιάς. Έτσι κι έγινε. «Θεέ μου!» σκέφτηκε ο γερο-υπουργός μόλις βρέθηκε μπροστά στους αργαλειούς. «Δεν βλέπω τίποτα!». Μα δεν το είπε φωναχτά. Οι δύο κατεργάρηδες τού έδειχναν δεξιά κι αριστερά, μα εκείνος πάλι δεν έβλεπε τίποτα. «Αχ, γιατί;» έλεγε μέσα του. «Να είμαι άραγε τόσο ανίκανος, τόσο βλάκας;». «Δεν λες τίποτα;» του πέταξε ο ένας από τους δύο. «Ω, μα είναι υπέροχα, τα καλύτερα!» είπε ο γερο-υπουργός. «Τι σχέδια! Και τι χρώματα! Τρέχω αμέσως να το πω στον βασιλιά». Κι έτσι οι δύο κατεργάρηδες τσέπωσαν κι άλλα χρυσά κι εξακολούθησαν να υφαίνουν μπροστά στους αδειανούς αργαλειούς τους. Ο βασιλιάς ξανάστειλε πολλές φορές να δει την πρόοδό τους. «Εξαίσια!» του έλεγαν όλοι, ρούχα αντάξια για να τα φορέσει στη μεγάλη παρέλαση. Ο βασιλιάς γέμισε τους δύο κατεργάρηδες με παράσημα.
Την παραμονή…
… της παρέλασης ξενύχτησαν για να αποτελειώσουν τα ρούχα. Καμώνονταν πως έκοβαν το πανί στον αέρα με μεγάλα ψαλίδια και πως έραβαν με βελόνες χωρίς κλωστή. «Έτοιμα!», ανακοίνωσαν με μια φωνή. Ο βασιλιάς γδύθηκε και οι δύο κατεργάρηδες καμώθηκαν πως τον έντυναν με τα καινούργια ρούχα. Ανήμερα της παρέλασης, ο βασιλιάς βγήκε με τα καινούργια ρούχα από το παλάτι του στους δρόμους. Κρεμασμένοι σαν τσαμπιά από τα παράθυρα, οι υπήκοοί του φώναζαν: «Δέστε πόσο του πάνε τα καινούργια ρούχα του βασιλιά μας!». Κανείς τους δεν ήθελε να παραδεχτεί πως δεν έβλεπε τίποτα, επειδή τότε θα ήταν σαν να έλεγε πως ο βασιλιάς τους ήταν ανίκανος και βλάκας. «Μα αυτός δεν φοράει τίποτα!», φώναξε ξαφνικά ένα παιδάκι. «Ένα παιδάκι λέει πως ο βασιλιάς είναι γυμνός!», είπε ένας άλλος. Κι ύστερα κι άλλος, κι άλλος, κι άλλοι πολλοί μαζί: «Ο βασιλιάς είναι γυμνός!».
Ο βασιλιάς…
… ένιωσε να τον πιάνει σύγκρυο. Ήξερε πως έλεγαν την αλήθεια, μα εξακολούθησε να βαδίζει επικεφαλής της πομπής, ενώ πίσω του οι βαλέδες του κρατούσαν ψηλά τον ποδόγυρο από την ανύπαρκτη φορεσιά του για να μη σέρνεται στο χώμα.

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν


Terra Computerata
Share:

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Χαμηλώστε την ένταση του player αν δεν θέλετε να ακούγεται η μουσική. Ο player θα συνεχίσει να παίζει χωρίς ήχο κάθε φορά που θα μπαίνετε στη σελίδα. Αν θέλετε να ακούσετε, απλώς ανεβάστε την ένταση.

Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα

Η ακινησία είναι θάνατος. Στάση ζωής.
Το τέλος μπορεί να περιμένει λίγο ακόμα.
Πριν χαθούμε. Λίγο ροκ ακόμα πριν μας αγκαλιάσει οριστικά το φως.
Η μουσική είναι μονάδα μέτρησης για μας.
Ο πόνος περικλείει ελευθερία.
Όνειρα που καίγονται σαν κεριά, αφήνοντας σημάδια στα χέρια.
Χαρίζει σιωπές. Μας κάνει πιο δυνατούς.
Στο φόβο του ταξιδιού κρύβεται η συνέχεια.
Η συλλογή των κομματιών μας.
Αυτό το ροκ δεν θα τελειώσει ποτέ.
Όλα είναι δρόμος.

— Σταύρος Σταυρόπουλος

Η μουσική είναι δική μας.
Είναι εμείς.
Και όπως εμείς, είναι πάντα εδώ.
Μας περιβάλλει σαν τα άπειρα σωματίδια της ζωής.
Δεν φαίνεται.
Μόνο νιώθεται.
Όπως η ζωή.

Η Ροκ Είναι Τούτο

Πέτρα που κυλάει,
ανατρέπει, αμφισβητεί,
δεν πείθεται και δε σταματάει,
κόντρα στα κρατούντα,
κόντρα σε όσα οι άλλοι θεωρούν δεδομένα.

Henry David Thoreau

«Όταν ακούω μουσική,
Δεν νιώθω κανέναν κίνδυνο.
Είμαι άτρωτος.
Δεν βλέπω εχθρό.
Είμαι συγγενής με τους παλαιότερους χρόνους και με τους νεότερους.»

Alexis Korner

«Σε όλη μου τη ζωή πρέπει να υπέφερα από βαριά σχιζοφρένεια.
Ο ένας μου εαυτός, αυτός που ακούει ό,τι δεν μπορεί να παίξει ο άλλος,
είναι αυτός που κυριαρχεί...»

Robert Fripp

«Η μουσική είναι το κρασί
που γεμίζει το φλιτζάνι της σιωπής.»

Alan Watts

“When we dance, the journey itself is the point,
as when we play music the playing itself is the point.
And exactly the same thing is true in meditation.
Meditation is the discovery that the point of life
is always arrived at in the immediate moment.”

Always Somewhere ॐ
Travelling through sound & silence