🎙️ Travellers Radio Feed
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οδυσσέας Ελύτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οδυσσέας Ελύτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Νοεμβρίου 2017

Οδυσσέας Ελύτης Ελένη

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!
Κατά πού θ’ απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε μας λογαριάζει πια
ο καιρός
Κατά πού θ’ αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρινές γραμμές
ναυάγησαν στα σύννεφα
Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρά σου απάνω στα τοπία μας
Κι είμαστε —σαν να πέρασε μέσα μας η ομίχλη—
Μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ’ τις νεκρές εικόνες σου.

Με το μέτωπο στο τζάμι αγρυπνούμε την καινούρια οδύνη
Δεν είναι ο θάνατος που θα μας ρίξει κάτω μια που Εσύ υπάρχεις
Μια που υπάρχει αλλού ένας άνεμος για να σε ζήσει ολάκερη
Να σε ντύσει από κοντά όπως σε ντύνει από μακριά η ελπίδα μας
Μια που υπάρχει αλλού
Καταπράσινη πεδιάδα πέρ’ από το γέλιο σου ώς τον ήλιο
Λέγοντάς του εμπιστευτικά πως θα ξανασυναντηθούμε πάλι
Όχι δεν είναι ο θάνατος που θ’ αντιμετωπίσουμε
Παρά μια τόση δα σταγόνα φθινοπωρινής βροχής
Ένα θολό συναίσθημα
Η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος μες στις ψυχές μας που όσο παν κι απομακρύνονται

Κι αν δεν είναι το χέρι σου στο χέρι μας
Κι αν δεν είναι το αίμα μας στις φλέβες των ονείρων σου
Το φως στον άσπιλο ουρανό
Κι η μουσική αθέατη μέσα μας ω! μελαγχολική
Διαβάτισσα όσων μας κρατάν στον κόσμο ακόμα
Είναι ο υγρός αέρας η ώρα του φθινοπώρου ο χωρισμός
Το πικρό στήριγμα του αγκώνα στην ανάμνηση
Που βγαίνει όταν η νύχτα πάει να μας χωρίσει από το φως
Πίσω από το τετράγωνο παράθυρο που βλέπει προς τη θλίψη
Που δε βλέπει τίποτε
Γιατί έγινε κιόλας μουσική αθέατη φλόγα στο τζάκι χτύπημα
του μεγάλου ρολογιού στον τοίχο
Γιατί έγινε κιόλας
Ποίημα στίχος μ’ άλλον στίχο αχός παράλληλος με τη βροχή δάκρυα
και λόγια
Λόγια όχι σαν τ’ άλλα μα κι αυτά μ’ ένα μοναδικό τους προορισμόν:
Εσένα!

Οδυσσέας Ελύτης. [1940] 2007. Προσανατολισμοί. 15η έκδ. Αθήνα: Ίκαρος.
Share:

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

Το Τίμημα

Πέντε χελιδόνια και πέντε λόγια που εσένα έχουν προορισμό...
Ξέρεις την κόμη που έγραψε τον άνεμο?
Τις ματιές που παραλληλίσανε το χρόνο?
Τη σιωπή που ένιωσε τον εαυτό της...
Φως και πάλι φως η ψυχή που μάχεται...
Και η αλήθεια η φούχτα του νερού...
νερού καθαρού πριν απο τη δίψα στο άπειρο...
Να χαράζεται στη ζωή τόσο προσεκτικά...
που να μην ματώνει ποτέ η ευλάβεια...
Κείνο το εν είδει ρόδον...
δώρο που δεν έκανα...
Θαυμάσια που τρέχει ο ουρανός αν κρίνεις απο τα σύννεφα...
Θεέ μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε..
Ιδιώτευε μες το ανερυθρίαστο...
Λάμπει μέσα μου εκείνο που αγνοώ μα ωστόσο λάμπει...
Απο το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε...
μόνο που είναι πιο δύσκολο η κάθε γλώσσα
να μιλάει την καλωσύνη της ημέρας...
Ημέρα να χτυπάει στις φλέβες ο παλμός της γης...
Ο ουρανός μου είναι βαθύς κι ανάλλαχτος...
Οτι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα...
Οτι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα...
Φεύγω με μια ματιά...ματιά πλατιά που ο κόσμος ξαναγίνεται όμορφος...
Απ την αρχή στα μέτρα της καρδιάς όπως και να το κάνεις...
Ενα κομμάτι πάντα στον άνθρωπο θα υπάρχει...
Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί το άσμα που περιέχει ο θόρυβος
προτού μεταφραστεί σε κατάλευκο άτι...
Ω δύσβατη δύσβατη ζωή από ποιο σοκάκι γίνεται κανείς να σε περπατήσει...
Σε χώρα μακρυνή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι...

Οδυσσέας Ελύτης
Share:

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2015

ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ Οδυσσέας Ελύτης

Θα πενθώ πάντα μ' ακούς;για σένα,
μόνος, στον Παράδεισο

                                              Ι
Θα γυρίσει άλλου τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός

Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.

                                           II
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα «πίστεψέ με» και τα «μη»
Μια στον αέρα, μια στη μουσική

Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας
Που γύρευαν ν' ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από
        τους καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.
                                                  III
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε
Ακουστά σ' έχουν τα κύματα
Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
Πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:




Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν'αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ' άλλου φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα.
                                         IV
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ' ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ' ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς
Είμ' εγώ, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, μ'ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς
Που μ' αφήνεις, που πας και ποιος, μ' ακούς

Σου κρατεί το χέρι πάνω απ' τους κατακλυσμούς

Οι πελώριες λιανές και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα 'ρθει μέρα, μ' ακούς
Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει

Στα νερά ένα ένα, μ' ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Άγιων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ' ακούς

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ' ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς
Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ' ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει ακούς;
Είμ' εγώ που φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς.
                                            V
Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
Με σοφές παραμάνες και μ' αντάρτες απόμαχους
Από τι να 'ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου
Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να ρθώ
Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό

Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ' ψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι
 
Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ' όλο το γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά
Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνιας και του διάφανου
Βυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό
Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
Με τ' άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης

Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή
Που κανείς να μην έχει δει και ακούσει
Τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο
Για σένα ούτε η γερόντισσα μ' όλα της τα βοτάνια
 
Για σένα μόνο εγώ, μπορεί και η μουσική
Που διώχνω μέσα μου αλλ' αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.
                                                 VI
Έχω δει πολλά και η γη μέσ' απ' το νου μου φαίνεται ωραιότερη
Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα
Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά
       της θάλασσας

Έτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκεί
Να 'χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μες στο αυλάκι που το πέρασμα σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν' ακολουθεί

Και να παίζει με τ' άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη και μαζί
Για τη ρολογιά και για το γκιούλ μπρισίμι
Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, και ας είμ' εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ' ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς
        τον Παράδεισο!
                                       VII
Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα

Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ' άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.



ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ
Οδυσσέας Ελύτης
Share:

Οδυσσέας Ελύτης ~ Κλίμα της Απουσίας...


Όλα τα σύννεφα στη γη εξομολογήθηκαν 
Τη θέση τους ένας καημός δικός μου επήρε 
Κι όταν μες στα μαλλιά μου μελαγχόλησε 
Το αμετανόητο χέρι 

Δέθηκα σ' έναν κόμπο λύπης. 

II 

Η ώρα ξεχάστηκε βραδιάζοντας 
Δίχως θύμηση 
Με το δέντρο της αμίλητο 
Προς τη θάλασσα 
Ξεχάστηκε βραδιάζοντας 
Δίχως φτερούγισμα 
Με την όψη της ακίνητη 
Προς τη θάλασσα 
Βραδιάζοντας 
Δίχως έρωτα 
Με το στόμα της ανένδοτο 
Προς τη θάλασσα 

Κι εγώ - μες στη Γαλήνη που σαγήνεψα. 

III 

Απόγευμα 
Κι η αυτοκρατορική του απομόνωση 
Κι η στοργή των ανέμων του 
Κι η ριψοκίνδυνη αίγλη του 
Τίποτε να μην έρχεται Τίποτε 
Να μη φεύγει 

Όλα τα μέτωπα γυμνά 

Και για συναίσθημα ένα κρύσταλλο.
Share:

Οδυσσέας Ελύτης - Οι κλεψυδρες του αγνώστου

Στην άγνοια ξεκουράζεται ο ουρανός

Στην κουπαστή του ύπνου ο άνθρωπος
Τυχερός αιχμάλωτος μιας φλόγας που αθωώνεται
γράφοντας τ’ αρχικά της στο        σκοτάδι
Απλωμένο σ’ άλλον κόσμο των κλειστών βλεφάρων
προνομιούχο       
Πιο κοντά στην κλειδαριά
Μεγάλου μυστικού που ανύποπτο σαλεύει προς τη λύτρωση
Εφαρμόζει ο πόθος τις εικόνες του, ζωή που υπάρχει
σ’ άλλη ζωή       
Αίμα που τρέχει από τα μάτια μου, στις πράξεις
των ηρώων του (άστρο εχέμυθο)       
Και τρέμει ο μόχθος των χεριών μου, υψώνεται
ώς τα χρώματα του θυρεού της λήθης       
Βλέπω το γέλιο που έγραψε τη μοίρα του
Βλέπω το χέρι που έδωσε το ρίγος του
Και τυλίγομαι σύννεφα που εύκολα ξεδιαλύνει
μια φτυαριά ουρανού        καθάριου.
Έμπιστο φως ξαναγεμίζεις το άλσος μου, έτοιμος είμαι στο
προσκάλεσμά σου       
Είμαστε δυο, και παρακάτω η ακροθαλασσιά πάλι με τις
πιο γνώριμες κραξιές των γλάρων       
Όπου κι αν βάλω πλώρη εδώ αράζω, το σκοτάδι
με χρωστάει στο φως       
Η γη στη θάλασσα, ή φουρτούνα στη γαλήνη
Κρεμασμένος απ’ τα κρόσσια μιας αυγής που εξάγνισε
τα νύχτια παρελθόντα       
Γεύομαι τους καινούριους ήχους, άθλους της δροσιάς
που επίστεψαν στα δέντρα       
Μια χλωρή παρουσία προχωράει στις ρίζες της κι αποκτάει
τη μέρα       
Σαν καρδιά που μπαίνει πια στη θέση της
Σαν γυναίκα που νιώθει πια τα νιάτα της
Και χαρίζει ανοίγοντας τους κόσμους των ματιών της
ηδονή ανεξάντλητη       
Μέρα ξανθή, του ήλιου ανταμοιβή και του Έρωτα

Οδυσσέας Ελύτης

Share:

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014

Η Ισόβια Στιγμή

Marina Tsakmakoglou
Πιάσε την αστραπή στο δρόμο σου
άνθρωπε· δώσε της διάρκεια· μπορεις!
Από τη μυρωδιά του χόρτου από την πύρα του ήλιου
πάνω στον ασβέστη από το ατέρμονο φιλι
να βγάλεις έναν αιώνα·
με θόλο γιά την ομορφιά
και την αντήχηση όπου
σου φέρνουν οι άγγελοι μες στο πανέρι
τη δρόσο από τούς κόπους σου όλο φρούτα στρογγύλά
και κόκκινα·
τη στενοχώρια σου
γεμάτη πλήκτρα που κτυπούν μεταλλικά στον άνεμο
ή σωλήνες ορθούς που τους φυσάς καθως αρμόνιο
και βλέπεις να συνάζονται τα δέντρα σου όλ
δάφνες και λεύκες οι μικρές και μεγάλες
Μαρίες που κανείς πάρεξ εσύ δεν άγγιξες·


όλα μια στιγμή όλα η μονη σου
αστραπή για πάντα.
Η άμμο που έπαιξες όπως με η ζωή σου η Τύχη
και τα στέφανα που άλλαξε με την παντοτινή σου
άγνωστη ο καιρός ο ανίσχυρος
εχθρός αν έχεις κατορθώσει
μια για πάντα ολόισα ν' ατενίσεις το φως
είναι η μια στιγμή
σθεναρή πάνω απ τα βάραθρα.


Οδυσσέας Ελύτης

Share:

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Χαμηλώστε την ένταση του player αν δεν θέλετε να ακούγεται η μουσική. Ο player θα συνεχίσει να παίζει χωρίς ήχο κάθε φορά που θα μπαίνετε στη σελίδα. Αν θέλετε να ακούσετε, απλώς ανεβάστε την ένταση.

Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα

Η ακινησία είναι θάνατος. Στάση ζωής.
Το τέλος μπορεί να περιμένει λίγο ακόμα.
Πριν χαθούμε. Λίγο ροκ ακόμα πριν μας αγκαλιάσει οριστικά το φως.
Η μουσική είναι μονάδα μέτρησης για μας.
Ο πόνος περικλείει ελευθερία.
Όνειρα που καίγονται σαν κεριά, αφήνοντας σημάδια στα χέρια.
Χαρίζει σιωπές. Μας κάνει πιο δυνατούς.
Στο φόβο του ταξιδιού κρύβεται η συνέχεια.
Η συλλογή των κομματιών μας.
Αυτό το ροκ δεν θα τελειώσει ποτέ.
Όλα είναι δρόμος.

— Σταύρος Σταυρόπουλος

Η μουσική είναι δική μας.
Είναι εμείς.
Και όπως εμείς, είναι πάντα εδώ.
Μας περιβάλλει σαν τα άπειρα σωματίδια της ζωής.
Δεν φαίνεται.
Μόνο νιώθεται.
Όπως η ζωή.

Η Ροκ Είναι Τούτο

Πέτρα που κυλάει,
ανατρέπει, αμφισβητεί,
δεν πείθεται και δε σταματάει,
κόντρα στα κρατούντα,
κόντρα σε όσα οι άλλοι θεωρούν δεδομένα.

Henry David Thoreau

«Όταν ακούω μουσική,
Δεν νιώθω κανέναν κίνδυνο.
Είμαι άτρωτος.
Δεν βλέπω εχθρό.
Είμαι συγγενής με τους παλαιότερους χρόνους και με τους νεότερους.»

Alexis Korner

«Σε όλη μου τη ζωή πρέπει να υπέφερα από βαριά σχιζοφρένεια.
Ο ένας μου εαυτός, αυτός που ακούει ό,τι δεν μπορεί να παίξει ο άλλος,
είναι αυτός που κυριαρχεί...»

Robert Fripp

«Η μουσική είναι το κρασί
που γεμίζει το φλιτζάνι της σιωπής.»

Alan Watts

“When we dance, the journey itself is the point,
as when we play music the playing itself is the point.
And exactly the same thing is true in meditation.
Meditation is the discovery that the point of life
is always arrived at in the immediate moment.”

Always Somewhere ॐ
Travelling through sound & silence