Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικηφόρος Βρεττάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικηφόρος Βρεττάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Είναι τόση η γαλήνη, που δεν ξέρω αν υπάρχουν

καρδιές χωριστές – τόσα μάτια, όσα βλέπουν

αυτή τη στιγμή: ζώα, ψάρια, φυτά και πουλιά

κι αδερφοί το στερέωμα, πάμφωτο, διάφανο, ανάμεσα

στην κάτασπρη γύρη του.

Νιώθω μέσα στο στήθος μου

την καρδιά μου νερό που χορεύει και νιώθω

σα να ‘μαι ένας διάττοντας που πέφτοντας στάθηκε

για λίγο μετέωρος και γύρισε πάλι, φωτεινός και

χαρούμενος,

προς τα πάνω. Ψυχή μου! Τι σε θέλω, ψυχή μου; Τι

κάθεσαι και

δε γίνεσαι μέλισσα; Δυο γραμμούλες φωτός,

δυο αστεράκια οι κεραίες σου – πέταξε, πρόλαβε, τρέξε,

ένα γύρο, δυο γύρους, τρεις γύρους, να φέρεις

φωτιά στην κυψέλη σου.

Ψυχή μου, χαρά μου, τι κάθεσαι μέλισσα;

Άνοιξαν όλα τα λουλούδια του σύμπαντος.

(Νικηφόρος Βρεττάκος, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Τόμος 2ος, Εκδόσεις Θεμέλιο)
Μὲς τὴ διαφάνεια τοῦ πρωινοῦ ἄνοιξα τὰ παράθυρά μου 
καὶ σ᾿ εἶδ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὰ σημεῖα χαρούμενη νὰ κατεβαίνεις, 
πλαγιὰ-πλαγιὰ τοὺς οὐρανούς, πλαγιὰ-πλαγιὰ τοὺς λόφους, 
σὰ νἄρχεσαι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κι ἀπ᾿ τὴν πηγὴ τοῦ κόσμου.

Κουδούνια καὶ χαμόγελα τὸ φόρεμά σου
ποὺ τὸ φιλοῦν, καὶ τὸ γυρίζουν οἱ αὖρες στὸ γαλάζιο
κι εἶσαι παντοῦ μὲ μι᾿ ἀγκαλιὰ τριαντάφυλλα ποὺ φέγγουν 
τὶς πέτρες χρωματίζοντας γύρω μου ὅταν βραδιάζει.

Μὰ ὅταν νυχτώνει, κλείνοντας τὰ τέσσερα παράθυρά μου, 
ἐνῷ στὸ σκοῦρο θαλασσὶ παίρνουν ν᾿ ἀνθίζουν τ᾿ ἄστρα, 
σμίγω ἔξω μὲ τοῦ σύμπαντος τὸ μέγα φῶς, τὸ φῶς σου, 
λιώνοντας τὴν εἰκόνα σου σ᾿ ἄχνινα συννεφάκια.

Κι ἐνῷ κάτω ἀπ᾿ τὴ στέγη μου γέρνω τὸ μέτωπό μου
κι ἀκούω σκυμμένος τοῦ δικοῦ μου κόσμου τὶς καμπάνες,
ἀπ᾿ ἔξω ὑπάρχεις ἐσύ: φῶς, στερέωμα, οὐρανός.

Καλοκαίρι, μην πίστεψες πως δε συλλογιέμαι!
Η σκέψη μου είναι αγάπη κι η αγάπη μου σκέψη.

Μυστηριακή θεία δύναμη που αναθρώσκει
απ’ τα βάθη μου, αντανακλά και στολίζει
με την εξαίσιά της λάμψη το μηδέν και τη νύχτα.

Μη ρωτήστε πού πέφτουν τα ποτάμια της γης
τι στηρίζουν οι κορφές των βουνών
τι κρύβει από πάνω μας η μεγάλη φωτιά.
Δε ρωτώ γι’ άλλο τίποτα.

Τραγουδώ σαν πουλί στ’ ακρινότερο δέντρο του κόσμου:



Δεν τελειώνει η ποίηση , όπως 
και ο ουρανός δεν τελειώνει , όπως και οι ώρες του Θεού 
κι οι στροφές του πλανήτη μας .
Οι ανταύγειες της 
ζωής
διατηρούνε το σχήμα της 
μέσα στης ποίηση .
Όσο θα πηγαίνει και θ' έρχεται η θάλασσα ,
όσο γεννιούνται λουλούδια και χρώματα ,
όσο θα δίνουν οι άνθρωποι ο ένας στον άλλο το χέρι τους,
θα υπάρχει και η ποίηση .
Η ποίηση γεννιέται 
μαζί με τα πράγματα ,
μαζί με τον ερώτα ,
μαζί με τον πόνο .
Παραδείγματος χάρη 
των πολλών μου σελίδων η ποίηση γεννήθηκε
μαζί με τα μάτια σου .

Νικηφόρος Βρεττάκος
Η ΣΙΩΠΗ ΜΟΥ

Στον Πέτρο Δήμα

 Οι πρώτοι φθόγγοι που άκουσα στη ζωή μου, οι πρώτες λέξεις
δεν ήταν το νανούρισμα της μάνας μου και το κελάηδισμα της σιταρήθρας.
Πάνω απ’ το λίκνο μου άρθρωνε ρήματα το γαλάζιο
κι έμπαζε μέσ’ απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο η σιωπή
ένα ποτάμι υπέροχα λόγια. Μιας θαυμαστής
γλώσσας το χρυσό αλφάβητο διακλαδίζονταν μέσα μου.

 Περνώντας μέσ’ από κοιτάσματα χρυσαφιού
στα βάθη μου εξακολουθεί το θείο αυτό ποτάμι
να ρέει, σιγά, σαν τα νερά των βυθισμένων ποταμιών,
που τρέχαν μ’ ένα βούισμα μελισσιών κάτω απ’ τους βράχους
του Ταΰγετου, όταν οι ωραίες νύχτες τον νανούριζαν
σαν ένα βρέφος κι ο λαγός όρθιος άκουγε το άπειρο!

 Ό,τι καλύτερο άκουσα στον κόσμο αυτό δεν ήταν
παρά τα δάκρυα των απλών ανθρώπων κι η σιωπή.
Ακούστε το παλλόμενο πρωινό χαμόγελό μου!
Είμαι μια τόσο φλύαρη ψυχή! Ω, μη μου λέτε
πως δε μιλώ. Ούτε στιγμή δε σταματά η φωνή μου.

 Σύννεφο εντός μου υψώνονται του θέρου οι σιταρήθρες
όταν σιωπώντας σας κοιτώ στα μάτια. Ένα μελτέμι
που βγαίνει μέσ’ από χρυσά φλάουτα είναι η σιωπή μου.
Η κάθε λέξη της σιωπής μου ανθίζει άγραφα χρώματα
κι είναι στημένα μέσα μου άπειρα ουράνια τόξα
που βρέχουνε χρωματιστές λέξεις μες στη σιωπή μου.

(Ο ΤΑΫΓΕΤΟΣ ΚΑΙ Η ΣΙΩΠΗ, 1949)
Το φως για να βλέπω και ν’ αγαπώ
το βρίσκω παντού: Στο λίγο ψωμί,
στου βουνού τη γυμνότητα, 
στο λουλούδι της γλάστρας,
στο νερό της πηγής, 
στο γιομάτο ευγένεια αεράκι 
που έρχεται και θωπεύει την κούραση
των χεριών μου, 
στο λίγο εχέμυθο φως
του σπιτιού μου τη νύχτα, 
στην παρουσία του άλλου ανθρώπου 
που προχωρεί στο αντικρινό πεζοδρόμιο, 
στο άξαφνο έγχρωμο βεγγαλικό 
της φωνής ενός παιδιού 
που δεν φαίνεται.


Νικηφόρος Βρεττάκος
Είδα στον ύπνο μου, απόψε, πως μίκρυνες
Πως έγινες ένα τριαντάφυλλο κόκκινο, φρέσκο, σαν άκοπο
Σ’ είχα στο χέρι μου, τάχα, και πήγαινα, πήγαινα
Πού να σε βάλω;
Όλη η γης είναι στήθος μου
Πέρασα κι άφησα δεξιά τον Ταΰγετο
Στάθηκα μόνο, τον κοίταξα λίγο
Και πήρα το δρόμο μου πάλι και πήγαινα, πήγαινα
Πού να σε βάλω;
Όλη η γης είναι στήθος μου
Το τριαντάφυλλο  

Νικηφόρος Βρεττάκος
Είμαι κι εγώ
μια μικρή λεπτομέρεια
μέσα στην τραγική
ιστορία του σύμπαντος.
Τα κύτταρά μου διεχώρισα
σε άπειρα πολλοστημόρια
για να τ’ αγαπήσω όλα
όσα κινούνται στη γη,
όσα στων θαλασσών τα βάθη αναπαύονται
κι όσα στ’ αχανή μού διαφεύγουν.
Μα δε βρέθηκε τίποτε
μέσα στ’ άπειρα πλάσματα
μιαν αχτίδα τού ήλιου
να μου βάλει στο μέτωπο.
Χάνομαι τόσο νωρίς
στη γλαυκή απεραντοσύνη
γιατί δε μ’ αγάπησε τίποτε.


Νικηφόρος Βρεττάκος


Οι ποιητές κατοικούν έξω απ’το φόβο.
Κι όπως ο ήλιος φωτίζει απ’ευθείας, κι εκείνοι: μιλούν
απ’αυθείας. Παλάμη δεν δύναται να τους κλείσει το στόμα,
να δεσμεύσει το θείο τους πάθος.
Γνωρίζοντας από τί πάστα γίνονται οι βασιλιάδες, ξέρουν
να διαχωρίζουν του Θεού τους νόμους, απ’τους νόμους τους.
Επαναλαβαίνουνε, όπως το σύνθημα οι φύλακες,
την αλήθεια που απαγορεύεται.

Ο ποιητής
είναι το πνεύμα της γης που σηκώνεται όταν
γίνεται σκότος και λάμπει όπως ένα κομμάτι αστραπής σε μεγάλο
ύψος τη νύχτα.


Νικηφόρος Βρεττάκος
Παίρνω και βγάζω περίπατο την ψυχή μου
κάθε που αρχίζει να σκληραίνει το χαμόγελο της.
Μου το λέει πεθύμησα τη βροχή,
τον ήλιο πάνω απ’ τα βουνά ή ανάμεσα απ’ τα σύννεφα
και τον αγέρα που γεννιέται αδιάκοπα στα δάση
όλος αρώματα και ουσίες, γάλα και μουσική.
Την οδηγώ σαν ένα ελάφι κάθε που διψά
μπρος στον τρεχούμενο, λαμπρό μαστό της αιωνιότητας,
ανανεώνει το αίμα, φως μέσα της κ’ επιστρέφει
στη ζωή πάλι, μ’ έναν
καινούργιο τόνο αθανασίας στο χαμόγελο της.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
Ἀναζητῶ μίαν ἀκτὴ νὰ μπορέσω νὰ φράξω
μὲ δέντρα ἢ καλάμια ἕνα μέρος
τοῦ ὁρίζοντα. Συμμαζεύοντας τὸ ἄπειρο, νἄχω
τὴν αἴσθηση: ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουνε μηχανὲς
ἢ πὼς ὑπάρχουνε πολὺ λίγες· ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουν στρατιῶτες
ἢ πὼς ὑπάρχουνε πολὺ λίγοι· ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουνε ὄπλα
ἢ πὼς ὑπάρχουνε πολὺ λίγα, στραμμένα κι αὐτὰ πρὸς τὴν ἔξοδο
τῶν δασῶν μὲ τοὺς λύκους· ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουνε ἔμποροι
ἢ πὼς ὑπάρχουνε πολὺ λίγοι σε ἀπόκεντρα
σημεῖα τῆς γῆς ὅπου ἀκόμη δὲν ἔγιναν ἁμαξωτοὶ δρόμοι.
Τὸ ἐλπίζει ὁ Θεὸς
πὼς τουλάχιστο μὲς στοὺς λυγμοὺς τῶν ποιητῶν
δὲν θὰ πάψει νὰ ὑπάρχει ποτὲς ὁ παράδεισος.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
Πάνε κι έρχονται οι άνθρωποι πάνω στη γη.
Σταματάνε για λίγο, στέκονται ο ένας
αντίκρυ στον άλλο, μιλούν μεταξύ τους.
Έπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν
σαν πέτρες που βλέπονται.
Όμως, εσύ,
δε λόξεψες, βάδισες ίσα, προχώρησες
μες από μένα, κάτω απ’ τα τόξα μου,
όπως κι εγώ: προχώρησα ίσα, μες από σένα,
κάτω απ’ τα τόξα σου. Σταθήκαμε ο ένας μας
μέσα στον άλλο, σα νάχαμε φτάσει.
Βλέποντας πάνω μας δυο κόσμους σε πλήρη
λάμψη και κίνηση, σαστίσαμε ακίνητοι
κάτω απ’ τη θέα τους –
Ήσουν νερό,
κατάκλυσες μέσα μου όλες τις στέρνες.
Ήσουνα φως, διαμοιράστηκες. Όλες
οι φλέβες μου έγιναν άξαφνα ένα
δίχτυ που λάμπει: στα πόδια, στα χέρια,
στο στήθος, στο μέτωπο.
Τ’ άστρα το βλέπουνε, ότι:
δυο δισεκατομμύρια μικροί γαλαξίες και πλέον
κατοικούμε τη γη.

Οι μικροί γαλαξίες-Ν. Βρεττάκος
Κατεβαίνουμε τάχα πάνω απ’ το λόφο.
Τ’ αμάξι κυλούσε. Κι απάνω του οι δυό μας.
Οι τέσσερις ρόδες του, τέσσερα όνειρα, κόκκινα
γαλάζια και κίτρινα. Κι εσύ στην αγκάλη σου,
κρατούσες μια δέσμη ουρανού, που μου σκέπαζε
       το πρόσωπο πλάι σου

Νικηφόρος Βρεττάκος 



Αν μπορούσες να ακουστείς
θα σου έδινα την Ψυχή μου
να την πας ως την άκρη του Κόσμου.

Να την κάνεις περιπατητικό αστέρι,
ή ξύλα αναμμένα για τα Χριστούγεννα
στο τζάκι του Νέγρου,
ή του Έλληνα χωρικού.

Να την κάμεις ανθισμένη μηλιά
στα παράθυρα των φυλακισμένων..

Εγώ μπορεί να μην υπάρχω ως αύριο.

Αν μπορούσες να ακουστείς
θα σου έδινα την Ψυχή μου
να την κάνεις τις νύχτες
ορατές νότες, έγχρωμες,
στον αέρα του κόσμου...

Να την κάνεις αγάπη!

Νικηφόρος Βρεττάκος


«Μη μου σκοτώσετε το νερό.
Μη μου σκοτώσετε τα δέντρα.
Μη μου ξεσκίστε αυτές τις θείες σελίδες
που τις γράψανε τ' ασύλληπτο φως
κι ο ασύλληπτος χρόνος
κι όπου σταθώ με περιβάλλουν.

Μη μου σκοτώσετε της γης το ποίημα!…
Επιστρατέψετε την αιωνιότητα,
ανάβοντας το άστρο: «Αγάπη».
Επιστρατέψετε την αιωνιότητα,
ανάβοντας ψηλότερα απ' όλα,
πάνω απ' το έτοιμο βάραθρο,
το άστρο: «Ανθρώπινο μέτωπο!».
Σας παρακαλούμε:
Αφήστε μας τα πράγματα.
Μη μας τα καίτε.
Αφήστε τα έντομα να βρίσκουνε τ’ άνθη τους»

Νικηφόρος Βρεττάκος

Χωρὶς τὴ μαθηματικὴ τάξη, δὲν στέκει
τίποτε: Οὔτε οὐρανὸς ἔναστρος,
οὔτε ρόδο. Προπαντὸς ἕνα ποίημα.
Κι εὐτυχῶς ὅτι μ᾿ ἔκανε ἡ μοῖρα μου
γνώστη τῶν μουσικῶν ἀριθμῶν,
ὅτι κρέμασε μίαν ἀχτίνα ἐπὶ πλέον
τὸ ἄστρο τῆς ἡμέρας στὴν ὅρασή μου
καὶ κάνοντας τὰ γόνατά μου τραπέζι
ἐργάζομαι, ὡς νά ῾ταν νὰ φτιάξω
ἕναν ἔναστρο οὐρανό, ἢ ἕνα ρόδο.

Νικηφόρος Βρεττάκος
Πάνω στὸ λόφο σοῦ ’στρωσα πευκοβελόνες
κι ἔριξα πάνω τους ἀχτίδες ἥλιου κι ἀπὸ πάνω
σοῦ ’στρωσα ἕνα χαμόγελο νὰ μὴν κόβεται τὸ κορμί σου.
Κι εἶπα στὸ χρόνο νὰ μὴ σὲ ξυπνήσει.
Ἤ, πιὸ καλά, νὰ σὲ ξυπνήσει ὅσο μποροῦσε ἀργότερα,
γιατὶ πολλὲς φορὲς τὰ πράγματα γίνονται μιὰ φορὰ
κι ἂς εἶναι οἱ μέρες ὅλες ἴδιες καὶ ὁ ἥλιος αἰώνιος.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Απο το Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Το βράδυ ήταν όνειρο.
Γαλήνη και φως
Τόσο πολύ, που μ’ ένα χαμόγελο
(ήταν κι αυτό σχεδόν στο φως)
έστρεψα κι είπα στην πέτρα που ο ήλιος
τη φώτιζε πλάι μου.
«Σ’ αγαπώ».


Nικηφόρος Βρεττάκος
"Εγώ είμαι λοιπόν ο μικρός, ο ασήμαντος.

Το παιδί που ξυπόλυτο, με βρεγμένα πόδια,
βουλιαγμένα στην άμμο, του μιλούσες
και σου μιλούσε. Όμως, εσύ, ήξερες
πράγματα περισσότερα, επειδή
ήσουν παρούσα στον κόσμο από πάντοτε.
Και μου μιλούσες για την Αργώ,
Το σεληνόφως που χρύσωνε τα μαλλιά
του Οδυσσέα, τον μέγιστο στόλο σου
(όλων των ειδών τα σκαριά που ελλιμένισες
στο βυθό σου) κι ακόμη για το άπειρο
όπου ανακύκλωνες το μεγαλείο σου,
θάλασσα , κι άλλα πολλά.
Ενώ εγώ σου απαντούσα με το ίδιο χαμόγελο
που μιλούσα στο γύρω μου πολύμορφο
θαύμα, που λέγεται Κόσμος.
Λόγον άλλο πληρέστερο να μιλώ
με το θείο σύμπαν δεν είχα."

ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
 αυτό το γαρύφαλλο, που κρατώντας το
ανάμεσα στα τρία μου δάχτυλα
το σηκώνω στο φως, μου μίλησε και 
παρά τον κοινό νου μου το κατανόησα.
Μι' αλυσίδα από ατέλειωτους γαλαξίες συνεργάστηκαν, 
διασταύρωσαν κάτω στη γη φωταψίες 
- το σύμπαν ολόκληρο πήρε μέρος στη γέννηση 
αυτού του γαρύφαλλου.

Κι' αυτό που ακούω είναι οι φωνές
των μαστόρων του μέσα του.



Νικηφόρος Βρεττάκος