Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μενέλαος Λουντέμης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μενέλαος Λουντέμης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
΄ Ηρθες αργά
και τα χρόνια μου είναι βιαστικά
εσύ έχεις το δικαίωμα να γελάς.
Εγώ δέν έχω το δικαίωμα ούτε και
νά κλάψω .
Εσύ μπορείς να πηδάς
πάνω απ ΄ τίς ράχες των λόφων
και απ ' τίς ράχες των γηρατειών.
Εσένα σου τα συγχώρεσαν όλα.
Καί τίς αταξίες και τίς κακοκεφαλιές.
Εμένα δε μου επιτρέπουν
ούτε ενα μικρό παραπάτημα .
Σού μιλώ με λόγια μεστά.
Σάν ώριμα μήλα.
Τη ντροπή δεν την έφερε στον κόσμο
τό " μήλο της αμαρτίας " .
[ Τα μήλα δέν έχουν αμαρτίες ].
Ούτε κι ' οί ντροπές κοκκινίζουν
Τήν αμαρτία δέν την έφερε στόν κόσμο
Ούτε η άγνοια του Αδάμ
ή η " πονηριά του όφεως " .
Η αμαρτία ήρθε στον κόσμο
ακολουθώντας το δρόμο
που της έδειξαν οί τυφλοί .
Κάτι παράξενοι " τυφλοί " . Που ενώ
τα βλέπουν όλα .... όλα .....
και τούς Ναούς και τίς Τράπεζες
και τίς Ταβέρνες και τά Πορνεία
κι ' ανοίγουν όλες τίς πόρτες.
Καί των μυστικών και των μηστηρίων ,
ποτέ δέν άνοιξαν τήν πόρτα
που μέσα της κάποιοι βογγούν.

Mενέλαος Λουντέμης 
Καρδιά μου πόσο θά 'θελα καινούργια να σε δω,
τώρα που βιαστικά ο χυμός μες στα κλαριά χυμάει...
Σιγά, λουλούδια μου, κι εσύ σιγοπερπάτα, Μάη...
Μη μου ξυπνήσεις το Γενάρη που 'χω εδώ!



Μενέλαος Λουντέμης
Θαρροῦσα ὡς τώρα -φίλοι μου καλοί-
θαρροῦσα ὡς τώρα...
πῶς ὅλα τὰ πράματα
βαδίζουν στὴ γῆ
μὲ τὸ ἀληθινό τους χρῶμα.
Ἡ Χαρὰ ἄσπρη.
Ἡ Θλίψη χλωμή.
Ὁ Ἔρωτας ρόδινος
Ο Θάνατος μαῦρος.
Ἔτσι θαρροῦσα...

Καὶ περνοῦσα τὶς μέρες μου,
μὲ τὰ χρώματά μου τακτοποιημένα.
Με τα ὄνειρά μου συγυρισμένα.
Μὲ τὰ ποιήματά μου καθαρογραμμένα...
Γιατὶ ἔτσι τά ῾βλεπα.
Ἔτσι νόμιζα.



Μενέλαος Λουντέμης
Ἔλα κοντά μου, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.
Τὶς φωτιὲς τὶς σβήνουν τὰ ποτάμια.
Τὶς πνίγουν οἱ νεροποντές.
Τὶς κυνηγοῦν οἱ βοριάδες.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.

Ἔλα κοντά μου δὲν εἶμαι ἄνεμος.
Τοὺς ἄνεμους τοὺς κόβουν τὰ βουνά.
Τοὺς βουβαίνουν τὰ λιοπύρια.
Τοὺς σαρώνουν οἱ κατακλυσμοί.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ὁ ἄνεμος.
Ἐγὼ δὲν εἶμαι παρὰ ἕνας στρατολάτης
ἕνας ἀποσταμένος περπατητὴς
ποὺ ἀκούμπησε στὴ ρίζα μιᾶς ἐλιᾶς
ν᾿ ἀκούσει τὸ τραγούδι τῶν γρύλων.
Κι ἂν θέλεις, ἔλα νὰ τ᾿ ἀκούσουμε μαζί.

Μενέλαος Λουντέμης
Σε περιμένω. Μη ρωτάς γιατί.



Μη ρωτάς γιατί περιμένει εκείνος

Που δεν έχει τι να περιμένει.

Και όμως περιμένει.



Γιατί σαν πάψει να περιμένει

Είναι σα να παύει να βλέπει

Σα να παύει να κοιτά τον ουρανό

Να παύει να ελπίζει

Σα να παύει να ζει.



Αβάσταχτο είναι... Πικρό είναι

Να σιμώνεις αργά στ'ακρογιάλι

Χωρίς να είσαι ναυαγός

Ούτε σωτήρας
Παρά ναυάγιο...

 Μενέλαος Λουντέμης,
Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.
Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.
«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».
Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»
Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:
«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».
Ποιός μου χτυπᾷ τὸ τζάμι;
Μὴ μοῦ χτυπᾶτε.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ κατοικεῖ ἡ Μοναξιὰ
μὲ μόνιμη νοικάρισα τὴ Πλήξη.
Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Μάταια χτυπᾶτε.
Ἐγὼ δὲ μπορῶ ν᾿ ἀνοίξω.
Δὲ μπορῶ νὰ συρτῶ
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου,
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ ἄλλου κόσμου.
Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ εἶν᾿ ἕνα ξερὸ ἔντομο
σ᾿ ἕνα κόσμο, -φέρετρο-
ὅπου ἀπαγορεύεται -μὲ κίνδυνο ἀνάστασης-
ἀκόμη κι ὁ θάνατός σου!
Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Κάνετε λάθος.
Λάθος στὸ σπίτι.
Λάθος στὴ πόρτα.
Λάθος στὸν αἰῶνα.
Λάθος. Λάθος. Λάθος!
Γι᾿ αὐτὸ πάψτε.
Πάψτε -γιὰ τὸ Θεό- νὰ μοῦ χτυπᾶτε!
Σᾶς τὸ ξαναλέω- μή!
Ἐδῶ δὲ κατοικῶ ἐγώ.
Ἐδῶ κατοικεῖ μία αἱμοβόρα
κι ἀκροβάτισα ἀράχνη,
ποὺ πρὶν λίγο ἔφαγε μία πεταλούδα.
Μιὰ χρυσή, λεπτὴ πεταλούδα,
ποὺ -ἀλίμονο- εἶχε τ᾿ ὄνομά μου!
Ἄρα δὲν εἶχα ἀγαπηθεῖ, αὐτὸ ἦταν ὅλο
Ἴσως ἀνόητα ὑποδύθηκα τὸ ρόλο
Γελωτοποιοῦ πολὺ μετρίας κλάσης
Λησμονημένος σὲ μιὰν ἄχρηστη ἀποθήκη
Ἠλίθιος κοῦκλος μὲ σπασμένη μύτη

Μενέλαος Λουντέμης
Εγώ, ναι, φυσικά , είχα δώσει μιαν υπόσχεση.
Μα η καρδιά είχε τη δική της υπόσχεση.
Μείνε λοιπόν στη μέση του δρόμου.
Μα οι δρόμοι δε φέρνουν ποτέ μόνοι τους αυτούς που περιμένουμε..

...Μενέλαος Λουντέμης...
Ανέβα...Ανέβα...
Πάντα ανέβαινε.
Ακόμη πιο ψηλά.
Στη κορφή σε περιμένει η αγάπη
μ' ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα.

Ανέβα...
'Ολο μπρος...'Ολο ψηλά.
Κι αν δε βρεις δρόμο
Φτιάξε. 
Στην αγάπη
δεν υπάρχουν δρόμοι έτοιμοι,
τους φτιάχνεις εσύ.

Ανέβα...
'Εστω κι αν δεις
πως τα λουλούδια είναι ψεύτικα
κι η αγάπη -η ολόφλογη αγάπη-
ένας καπνός,εσύ ανέβα. 

Ανέβα...
'Εστω κι αν στην κορφή
αντίς για τριαντάφυλλα
σε περιμένει ένα μπουκέτο μαχαίρια,
εσύ ανέβα!


Ανέβα...
Και πες "ευχαριστώ".
'Οχι στα τριαντάφυλλα, όχι στα μαχαίρια.
Πες ευχαριστώ στη δύναμη,
που σ' έκανε ν' ανέβεις...

Μενέλαος Λουντέμης
 «Τι είμαστε;

Δεν βλέπουμε τους μαύρους καπνούς που βγάζουν οι πολιτείες.
Δεν βλέπουμε τους λεκέδες που κυκλοφορούν στους δρόμους με ανθρώπινες στολές. Δε βλέπουμε τις προτομές που ετοιμάζουν για ανάξιους. Δε βλέπουμε τα πουλιά να μοιρολογούν μελωδικά μες στα κλουβιά. Δε βλέπουμε… Δε βλέπουμε… Δε βλέπουμε…
Τι είμαστε;
Δεν νιώθουμε την πάχνη που κάθεται στα χόρτα. Δε νιώθουμε αν φυσά, αν βροντά, αν βρέχει.
Δεν νιώθουμε αν ο ήλιος βράζει, αν το πέλαγο θυμώνει, αν φοβερίζουν τα κύματα.
Τι είμαστε;
Μόνο η ιερή τούτη γη το ξέρει.
Είμαστε δυο αρχαίοι, αυτό είμαστε!
Κανείς δεν μπορεί να επιμένει ότι δεν είμαστε.
Είμαστε δυο έκπαγλοι εραστές με μυρωμένα στεφάνια στις κόμες. Δυο αρχαίοι εραστές με μαλακά σανδάλια. Ζούμε τα ανθεστήριά μας, τις ξανθές σελήνες των ερώτων μας.
Είμαστε δυο που περίμεναν και δεν περιμένουν. Δυο που κοιτούσαν τους δρόμους και τώρα κοιτούν τα μάτια τους.
Ήμασταν δυο άδειες αγκαλιές και τώρα δυο αγκαλιές γεμάτες.
Είμαστε, ναι, οι αρχαίοι εραστές!
Πάνω στα μέτωπά μας λάμπουν τα φιλήματα των θεών»

Μενέλαου Λουντέμη: «Έκσταση»