(Στην Α.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηλίας Δεσύλλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηλίας Δεσύλλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026
Βαθύς γλυκός ωκεανός
Δημήτρης KarmaΙουλίου 13, 2026Βαθύς γλυκός ωκεανός, Ηλίας Δεσύλλας, Ποίηση, poetry
Δεν υπάρχουν σχόλια
Αυτο ξέρασε από κει μεσα χιλιάδες μαύρα περιστέρια,
Φεύγοντας ψηλά προς τον ήλιο και το αύριο.
Μου κρατάς το χέρι σε μια πόλη άδεια από γεμάτους δρόμους,
Πεζοδρόμια, ανθρώπους και φωνές κραυγές.
Τα περιστέρια τα ζωγραφισες μαύρα, μου λες θλιμμένα,
Και γω σου απαντώ, είναι γιατί ετσι νιώθω μωρό μου.
Και γνέφεις θλιμμένα.
Κουβαλώ σε κάθε τόπο που πηγαίνω έναν αλλον εαυτό
Που μοιάζει να μην ζει πια.
Τον κλειδώνω σε περίσσιο δωματιο και πετώ τα κλειδιά
Σε έναν βαθύ γλυκό ωκεανό.
Σε κοιτάζω με το ημίφως του δρόμου που μπαίνει από τα στόρια,
Κοιμάσαι όμορφη ημίγυμνη σε λευκά σεντόνια,
Με ένα μαξιλάρι αγκαλιά,
Και σκέφτομαι πως σε αντίκρυσα τις πρώτες φορές.
Ήσουν σκεπασμένη με φύκια και αλμύρα
Και μια θάλασσα σαν πέπλο απλωμένη στα πόδια σου ακίνητο σεντόνι,
Σε ζωγράφισα με λέξεις μεσα στο μυαλό μου
Κι η καρδιά εγνευσε καταφατικά σιωπηρή
Κι έγινε ένα μικρό ποίημα,μετά από χρόνια...
Μετά από χρόνια άκουσα γέλιο στο άλλο το κλειστό δωματιο.
Τα πρωινά φεύγω για τη δουλειά,
Ο βαθύς γλυκός ωκεανός χάνεται ανάμεσα μας,
Καθώς ετοιμάζω καφέ και βάζω τα πράγματα στη τσάντα μου,
Σου δίνω το τελευταίο φιλί στο μέτωπο
Και γεύομαι αλμύρα.
Και πάντα περνώ από τον άλλο μου εαυτό...
Το βραδυ ξυπνάς και ακροβατείς προς αυτόν
Ψάχνεις το κλειδί σε βυθούς άγνωστους αλλά μάταια -
Και ξέρω τι κανεις αγάπη μου.
Κάθε πρωί ακολουθώ τα νερά από τα βήματα σου,
Φτάνω στη πόρτα και αφουγκράζομαι,
Νιώθω το φιλί σου στο ξύλο της πόρτας,
Ακουμπάω απαλά τα χείλη μου εκει..
Αλμύρα.
Ο κόσμος είναι όλος ένας βαθύς γλυκός ωκεανός
Κι εμείς οι δυο εραστές που ψάχνουν ένα κλειδί
Στους άγνωστους βυθούς του,
Ανάμεσα σε αστικά ναυάγια και κουφάρια ονείρων μιας ζωής.
(Στην Α.)
Παρασκευή 3 Απριλίου 2015
Πόλη από νερό
Κάποιος κρέμασε τους ανθρώπους ανάποδα
Και η πόλη αυτή ξέμεινε από κραυγή.
Καθώς η θάλασσα εκεί μέσα φούντωνε
Κι ερχόταν,
Οι γραβάτες μας κυμάτιζαν προς τα βουνά
Και οι ματιές μας κόντρα στον άνεμο,
Πέρα προς τον ωκεανό.
Τα αστέρια πέφτανε με λίγη βροχή μαζί
Χαρίζοντας ασημένιο χρώμα στη γη .
Η Λίλιθ χόρευε ανάμεσα σε αποκαΐδια
Και ξεραμένα τριαντάφυλλα .
Εγώ προσευχόμουν για σένα,
Για τα βράδια σου ,
Για τις μέρες σου,
Για τις ένδοξες στιγμές σου
Και για τα στοιχειωμένα φτερά σου.
Τώρα οι ψυχές που κάποτε θάψαμε
Δίπλα στο πέτρινο συντριβάνι,
Βγαίνουν και ξεχύνονται στην πόλη αυτή.
Χάνονται στα σοκάκια της
Μυρίζουν τα αρώματά της
Χαράζουν τους τείχους της
Με συνθήματα και στίχους από τραγούδια.
Και ένα μπλε φόντο για τη θάλασσα…
Στα όνειρά μου η πόλη είναι γεμάτη νερό
Και οι άνθρωποι έχουν το ίδιο πρόσωπο,
Μα χωρίς εσένα μέσα τους.
Τους κρεμάω σιγά σιγά σε αόρατα σκοινιά
Μέχρι να σε βρω.
Πριν προλάβουν και βυθιστούν τα πάντα
Πριν ανοίξω τα μάτια
Και τα αρνηθώ…
Ηλίας Δεσύλλας
Πηγή
Club Κόλαση
Και η πόλη αυτή ξέμεινε από κραυγή.
Καθώς η θάλασσα εκεί μέσα φούντωνε
Κι ερχόταν,
Οι γραβάτες μας κυμάτιζαν προς τα βουνά
Και οι ματιές μας κόντρα στον άνεμο,
Πέρα προς τον ωκεανό.
Τα αστέρια πέφτανε με λίγη βροχή μαζί
Χαρίζοντας ασημένιο χρώμα στη γη .
Η Λίλιθ χόρευε ανάμεσα σε αποκαΐδια
Και ξεραμένα τριαντάφυλλα .
Εγώ προσευχόμουν για σένα,
Για τα βράδια σου ,
Για τις μέρες σου,
Για τις ένδοξες στιγμές σου
Και για τα στοιχειωμένα φτερά σου.
Τώρα οι ψυχές που κάποτε θάψαμε
Δίπλα στο πέτρινο συντριβάνι,
Βγαίνουν και ξεχύνονται στην πόλη αυτή.
Χάνονται στα σοκάκια της
Μυρίζουν τα αρώματά της
Χαράζουν τους τείχους της
Με συνθήματα και στίχους από τραγούδια.
Και ένα μπλε φόντο για τη θάλασσα…
Στα όνειρά μου η πόλη είναι γεμάτη νερό
Και οι άνθρωποι έχουν το ίδιο πρόσωπο,
Μα χωρίς εσένα μέσα τους.
Τους κρεμάω σιγά σιγά σε αόρατα σκοινιά
Μέχρι να σε βρω.
Πριν προλάβουν και βυθιστούν τα πάντα
Πριν ανοίξω τα μάτια
Και τα αρνηθώ…
Ηλίας Δεσύλλας
Πηγή
Club Κόλαση
Βουλιάζοντας μέσα σου
Το αγγίζω ψηλαφητά με το νου,
Είναι ένα σώμα γυναικείο,
Αλειμμένο με αρωματικό λάδι.
Είναι μια πλάτη απαλή με καμπύλες
Που τραβάν προς τα κάτω
Κι ενώνονται και τέμνονται,
Μπερδεύονται σε ένα κύκλο ζωής.
Αυτό άλλωστε έκανα από πάντα,
Άγγιζα την όψη του θανάτου,
Πάλευα να καταλάβω
Χωρίς να βλέπω τα χαρακτηριστικά του.
Νόμιζα διάφορα, νόμιζα θάλασσες,
Περίεργες λίμνες και βουνά,
Σεληνιακά τοπία βυθισμένα στη φαντασία.
Αλλά είναι γυναίκα,
Είναι η πλάτη μιας γυναίκας
Κι όσο κοντοζυγώνει ο καιρός να φύγω
Τόσο γίνεται ο χρόνος μια βεβαιότητα,
Ένα βαρίδι γκριζωπό που με τραβάει
Προς τα κάτω,
Προς το σκοτάδι,
Εκεί που όλα τέμνονται,
Εκεί που όλες οι καμπύλες τελειώνουν.
Ηλίας Δεσύλλας








