Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αργύρης Χιόνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αργύρης Χιόνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

 
"Θα 'ρθει μια μέρα που τα δέντρα θα μισήσουν την αχαριστία των ανθρώπων και θα σταματήσουν να παράγουν ίσκιο, θροΐσματα κι οξυγόνο. Θα πάρουνε τις ρίζες τους και θα φύγουν. Μεγάλες τρύπες θα μείνουνε στη γη εκεί που ήταν πριν τα δέντρα. Όταν οι άνθρωποι καταλάβουνε τι έχασαν, θα πάνε και θα κλάψουνε πικρά πάνω απ’ αυτές τις τρύπες. Πολλοί θα πέσουν μέσα. Τα χώματα θα τους σκεπάσουν. Κανείς δεν θα φυτρώσει"

Αργύρης Χιόνης, Η Φωνή της σιωπής, Ποιήματα 1966 – 2000. Εκδ. Νεφέλη


 


Κάποια ερωτεύτηκε τον κηπουρό των άστρων και δεν μπορεί να ζήσει πια χωρίς αυτόν.

Μαζί του όμως να σμίξει δεν είναι δυνατόν. Τεράστια η απόσταση που τους χωρίζει.

Η μοίρα της ορίζει να μην τον δει ποτέ.

Κάποια ερωτεύτηκε τον κηπουρό των άστρων και δεν μπορεί να ζήσει πια χωρίς αυτόν.

Στην γη ξαπλώνει, παραδίνεται ανάσκελα στην γύρη των ουράνιων λουλουδιών.


Αργύρης Χιόνης

Ασήμαντα περιστατικά

Όποιος χαράζει τ' όνομά του στη φλούδα ενός δέντρου τελεί μια πράξη ερωτική ημιτελή. 
Αν θέλει να ολοκληρωθεί αυτή η πράξη, πρέπει και στη δική του φλούδα να χαράξει το όνομα του δέντρου. Μονάχα τότε θα θροΐσουνε γλυκά τα φύλλα της καρδιάς του.

Αργύρης Χιόνης
''Πόσο βαθιά σέβομαι τους ανθρώπους που ξέρουν να χάνουν. Ίσως γιατί εγώ δεν ξέρω, τελικά. Πόσο βαθιά σέβομαι τους ανθρώπους που φεύγουν από τη ζωή με καθαρά κομμένα νύχια και δεν της αφήνουν καμία τσαγκρουνιά. Τους ανθρώπους που γνώρισαν την απώλεια και τόλμησαν να κλάψουν. Τους ανθρώπους που φοβήθηκαν το κενό και δεν το δημιούργησαν σε άλλους, δεν το πέρασαν αλλού, αλλά το πέρασαν. Πόσο βαθιά σέβομαι τους ανθρώπους που ξέρουν όμορφα να φεύγουν, πιο όμορφα από το να έρχονται. Τους ανθρώπους που αρθρώνουν το φύγε πιο καλά από το πάρε με μαζί σου. Που το διατυπώνουν σαν μουσική, από κείνες που ακούγονται στη θάλασσα όταν κοπάζει ο αέρας, κείνη τη μουσική που δονεί απ΄ευθείας το σώμα σαν ένα συρματόσκοινο που πια δεν ξέρεις αν ηχεί, αν το ακούς, αν πυρακτώνεται και σε καίει, αν δονείται και σε δονεί ή αν το βλέπεις να σκίζει μάταια το φως. Μάταια τα μάτια. Μάτια που τέμνονται οι τροχιές και λάμπει το κατάμαυρο μέσα στο πιο βαθύ σκοτάδι. Άνθρωποι που έβαλαν νωρίς τους άλλους για να κοιμηθούν κι απόμειναν κρατώντας νύχτες απ΄το χέρι και γκρίζα όνειρα που μπλέχτηκαν σαν τα μαλλιά μες τις σιωπές τους.

 - ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ 
Είναι δυο άνθρωποι.
Ο ένας με μαχαίρι, ο άλλος άοπλος.
Αυτός με το μαχαίρι λέει στον άλλον: «Θα σε σκοτώσω»
«Μα γιατί», ρωτά ο άοπλος,
«τι σου ΄χω κάνει; Πρώτη φορά βλεπόμαστε. Ούτε σε ξέρω, ούτε με ξέρεις»

«Γι' αυτό ακριβώς θα σε σκοτώσω. Αν γνωριζόμασταν, μπορεί να σ' αγαπούσα»,
λέει αυτός με το μαχαίρι.
«Ή και να με μισούσες». λέει ο άοπλος,
«να με μισούσες τόσο, που με χαρά μεγάλη θα με σκότωνες.
Γιατί να στερηθείς μια τέτοια απόλαυση; Έλα να γνωριστούμε»

«Κι αν σ' αγαπήσω» επιμένει ο οπλισμένος,
«αν σ' αγαπήσω, τι θα κάνει τούτο το μαχαίρι;»
« Ω, μη φοβάσαι» λέει ο άοπλος,
«σκοτώνει ακόμα και η αγάπη. Και τότε.. είναι ακόμη πιο μεγάλη η απόλαυση»



Αργύρης Χιόνης
Για όσους δεν το ξέρουν, νυχτοφύλακας
δεν είναι εκείνος που φυλά τη νύχτα
-κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να τηνε κλέψει-
αλλά εκείνος που φυλά τ'αστέρια μες τη νύχτα,
τ'αστέρια που πολλοί τα ορέγονται,
γι'αυτό κι ο νυχτοφύλακας,
πάντ' άγρυπνος στο πόστο του,
αδιάκοπα κοιτά τον ουρανό και τα μετρά,
ώρες ατέλειωτες, καπνίζοντας ατέλειωτα τσιγάρα,
μετρά και χάνει το λογαριασμό και ξαναρχίζει,
καπνίζοντας ατέλειωτα μικρά αστέρια.
Τα ξημερώματα, θυμάται μόνο τους διάττοντες που
χάθηκαν,
αφού του κάψαν με τις καύτρες τους το δέρμα.

Αργύρης Χιόνης
Διψάω γι’ ἀγάπη πεινάω γι’ ἀγάπη πονάω γι’ ἀγάπη

Οὐρλιάζω γι’ ἀγάπη πεθαίνω γι’ ἀγάπη ἀλλά

Εἶμαι ὁ λύκος ὁ κακός ὁ λύκος καί δέν γίνεται

Δέν εἶναι δυνατόν τέτοια αἰσθήματα νά ἔχω

Γιατί ἄν τό μάθουνε τά πρόβατα

θά πέσουνε νά μέ σπαράξουν




ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ