🎙️ Travellers Radio Feed
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντώνης Νημερτής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντώνης Νημερτής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2018

Η ημέρα Αντώνης Νημερτής

Ο άνθρωπος με το ανεξιχνίαστο βλέμμα ήταν υπερήφανος που είχε την ημέρα. Καμάρωνε για τούτο το έργο, το ολόδικό του. Μοιάζει με την ανάσα μου, σκεφτόταν. Η ημέρα είναι το δικό μου έργο, είναι αληθινό, είναι η δημιουργία μου. Και με το πιο πλατύ χαμόγελο που θα μπορούσε να αντέξει το πρόσωπό του, αποφάσισε να αποδράσει σ’αυτήν.

Η ημέρα του θα ξεκινούσε κάπως μελαγχολικά. Θα επισκεπτόταν ένα μνήμα.

Ήρθα να σου μιλήσω πατέρα, είπε δυνατά. Ήρθα να σου μιλήσω για τον παιδικό μου ήλιο, για την εφηβική μου άνοιξη, για το χειμώνα της ενηλικίωσής μου. Τι απόγιναν εκείνα τα βράδια που μοιραστήκαμε τα όνειρά μου; Τι απόγιναν εκείνες οι βόλτες κάτω απ’τον ήλιο της ωρίμανσής μου; Τι απόγιναν εκείνα τα πρωινά στη θάλασσα του φόβου; Δεν έχω εκείνο το βλέμμα πια πατέρα. Όμως, έχω κάτι σπουδαίο και ήρθα να στο πω. Έχω πια την ημέρα. Την πρώτη αληθινή, δική μου. Και ήρθα με ένα χαμόγελο να στο πω. Στο αφήνω τούτο το χαμόγελο εδώ και φεύγω για να τη ζήσω.

Η επόμενη στάση του ήταν ένας βράχος, δίπλα στη θάλασσα. Κάπου εδώ έχω ξεχάσει εκείνο το βλέμμα μου, είπε και άρχισε να ψηλαφεί το βράχο. Ύστερα από λίγα λεπτά, χαρούμενος για την επιτυχία της αναζήτησης, κάθισε στο μικρό βράχο και σιωπηλός μίλησε στη θάλασσα.

Δεν με ξεγελάς με το απέραντό σου αδελφή μου. Έχεις φωλιάσει στο γνόφο του Αγνώστου και μονάχα οι ποιητές μπορούν να σε διαβάσουν. Κρύβεσαι όσο μεγάλη κι αν είσαι. Είσαι άγνωστη, μυστηριώδης αλλά δεν είναι εκεί η γοητεία σου. Οι ποιητές μοιάζουν με τα μικρά παιδιά, νομίζουν πως συντονίζονται με την αναπνοή του κόσμου. Εσύ όμως ξέρεις, τίποτε απ’αυτά δεν είναι αληθινό. Μονάχα τούτη η ημέρα είναι αληθινή και δεν θα μοιραστώ το βλέμμα της μαζί σου.
Γιατί εσύ ξέρεις μονάχα να κλέβεις τα βλέμματα. Όμως, εγώ βρήκα εκείνο που αναζητούσα και σε αφήνω τώρα.

Κάποια στιγμή, βρέθηκε σε μια παγωμένη περιοχή του κόσμου. Σε μια φιλόξενη, ζεστή γωνιά, επισκέφτηκε τη φωλιά δυο λύκων που προστάτευαν τα τρία μικρά τους. Ο αρσενικός αντιλήφθηκε την παρουσία του και αντέδρασε με ένα απαλό γρύλλισμα. Η θηλυκιά έδειξε προς στιγμή τα δόντια της αλλά σύντομα παραμέρισε και άφησε τον άνθρωπο με το ασύνορο βλέμμα, να πλησιάσει τα μικρά που είχαν κουρνιάσει δίπλα της.

Για σας ήρθα ως εδώ αδέλφια μου. Για σας. Είστε η υπόσχεση μιας υπέροχης ζωής και το ανυπότακτο και ανεξημέρωτο της φύσης σας μου ταιριάζει όσο τίποτε άλλο. Ήρθα να σας αφηγηθώ τη ζωή μου. Θα μείνω και θα μεγαλώσω μαζί σας. Όσο η ημέρα μου να φτάσει στο μεσουράνημά της, όσο η αναπνοή μου να γίνει αξεχώριστη με τη δική σας, όσο η καρδιά μου, θα αντέχει να στοχάζεται τη θνητότητά σας.

Κι ήρθε το μεσημέρι και αποφάσισε να εγκαταλείψει την οικογένεια των λύκων. Και μετά, έφτασε σε έναν οικισμό ψαράδων, σε κάποιο άγνωστο, απόμακρο νησί της Γης. Κάθισε να γευματίσει με μια πολυμελή οικογένεια σε μια ταπεινή καλύβα, πάνω απ’τη μελαγχολική θάλασσα. Ο πατέρας μιλούσε σε μια ακατάληπτη γλώσσα και συχνά γελούσε. Η μητέρα καθόταν σιωπηλή και έτρωγε από το κοινό μεγάλο βαθύ πιάτο. Τα έξι παιδιά, καθισμένα το ένα στριμωγμένο δίπλα στο άλλο, δεν αντιδρούσαν. Μονάχα το μικρότερο, ένα όμορφο κοριτσάκι, είχε στυλώσει το βλέμμα του στον άγνωστο επισκέπτη και δεν έτρωγε.

Για σένα ήρθα μικρή μου αδελφή. Για σένα. Ήρθα λοιπόν, να ξέρεις, ως εδώ, γιατί ήθελα να συνομιλήσω με το απροσδόκητο, με το νημερτές, το αείρροο… κάποτε θα αναζητήσεις κι εσύ το δικό σου βλέμμα αδελφή μου, θα το αναζητήσεις με πάθος… σου εύχομαι να έχεις τη φωτιά από τα ηφαίστεια της Μάνας και την ευρύτητα του Ωκεανού που θρέφει την οικογένειά σου. Εσύ είσαι όλοι οι άνθρωποι, αυτό να ξέρεις κι όταν στρέψει κάποιος το σκληρό του βλέμμα πάνω στο δικό σου Αχανές, να ξέρεις, κι αυτός εσύ είσαι … και δεν θα σκληρύνει η καρδούλα σου…

Ήταν κιόλας απόγευμα. Ο άνθρωπος με το Αχανές στο βλέμμα του, βιαζόταν. Έφτασε στα πέρατα του κόσμου, σε μια απόκρημνη κατάξερη βραχοσειρά που την είχε ψήσει ο ήλιος και κάθισε έξω από τη φωλιά ενός αετού. Υπήρχε ένας νεοσσός εκεί που τον υποδέχτηκε κουνώντας τα αδύναμα φτερά του και άνοιξε το στοματάκι του. Ελάχιστα μετά, ακούστηκε το φτερούγισμα του πατέρα του που ερχόταν να το ταΐσει. Η μάνα το είχε αφήσει μόνο του για λίγο, θα το τάιζαν εναλλάξ για καιρό ακόμα. Ο πελώριος, πανέμορφος αετός κάλυψε με τις φτερούγες του τη θέα του μικρού και από το ράμφος του κρεμόταν ένα διαμελισμένο ζωάκι. Άρχισε να το κόβει σε κομματάκια και να το χώνει στο ορθάνοιχτο στόμα του μικρού που έκρωζε τρισευτυχισμένο.

Ο άγνωστος με το βλέμμα του Απείρου χαμογέλασε.

Ήρθα για σένα μικρέ μου αδελφέ. Κάποτε θα ορίζεις με το πέταγμά σου όλο το στερέωμα. Μα τώρα, δεν το ξέρεις, τώρα είσαι αναπαυμένος στις φροντίδες του βασιλιά πατέρα σου. Κι όμως, μπορείς να μ’ακούσεις. Θέλω να σου αφηγηθώ τη ζωή μου και δεν έχω πια άλλο χρόνο. Όταν θα μεγαλώσεις και το ανάπτυγμα των φτερών σου καλύψει τις φαντασιώσεις των βάρδων της νύχτας, τότε θα ακούσεις τη φωνή μου… θα με καταλάβεις, θα το αφηγηθείς κι εσύ στο στερέωμα που θα δονείται από τις ιαχές σου…

Η ημέρα τελείωνε και θλίψη γέμισε την καρδιά του ανθρώπου. Πριν επιστρέψει, έπρεπε να πάει κάπου ακόμα.

Ήταν ένα συνηθισμένο, μικρό διαμέρισμα κι ένα συνηθισμένο υπνοδωμάτιο. Μια ηλικιωμένη γυναίκα ήταν ξαπλωμένη. Κάτωχρη, σιωπηλή, έτοιμη για το ταξίδι της. Στο προσκεφάλι της ένας άντρας καθόταν και της κρατούσε το χέρι. Είχε την ηλικία της ίσως λίγο μεγαλύτερος και τα μάτια του ήταν κατακόκκινα και πρησμένα. Είχε έναν απαλό, εσωτερικό λυγμό που του έφερνε μια μικρή δύσπνοια. Το οστεώδες, μικρό χέρι της γυναίκας ήταν χωμένο στο μεγαλύτερο δικό του και εκείνος το έτριβε με άπειρη τρυφερότητα ενώ που και που το έπλενε με τα δάκρυά του.

Για σένα ήρθα αδελφή μου, είπε ο άνθρωπος με το Πρώτο Βλέμμα στα μάτια του και είχε ένα παράξενο φως στο πρόσωπό του. Για σένα και τη μοναξιά που κληροδοτείς. Τη μοναξιά που κληρονόμησες κι εσύ κάποτε. Κι όμως, δεν ήρθα να σου πάρω τον πόνο γιατί δεν το έχεις ανάγκη. Ήρθα για να σου αφηγηθώ τις τελευταίες μου ενοράσεις για το Απόλυτο και να ζεστάνω την καρδιά εκείνου που σε λατρεύει και υιοθέτησε το λυγμό σου και τον ανασαίνει τώρα. Οι νύχτες του πια θα είναι απέραντες σαν τις ερήμους της Γης και ο ήλιος δεν θα ανατείλει ποτέ πια. Όμως, έχεις φροντίσει να μην αδικήσει το χρόνο που του απομένει με τον αιώνιο θρήνο για το μάταιο του βίου. Ετοίμασες ένα υπέροχο δείπνο αναμνήσεων για κείνον και να το ξέρεις, από τούτο το φαγητό, δεν θα χορτάσει ποτέ του.

Ήταν ώρα να επιστρέψει.

Αρπάχτηκε από το φεγγάρι που συνόδευε τα βήματά του, έκλεισε κάτω απ’τη μασχάλη του το μικρό σακίδιο με τα άχρονα όνειρά του, πήγε στο μικρό παρκάκι που είχε την πρώτη ανάμνηση της σάρκινης πορείας του στον κόσμο, ξάπλωσε σε ένα μοναχικό παγκάκι, έβαλε το σακίδιο κάτω απ΄το κεφάλι του και με το ομορφότερο χαμόγελο που θα μπορούσε να αντέξει το πρόσωπό του, αποκοιμήθηκε.
Αντώνης Νημερτής

Share:

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2016

δεν ήταν άνθρωποι αυτοί

δεν ήταν άνθρωποι αυτοί
είδαμε τα πρόσωπά τους
είχαν για ρυτίδες
υλακές του χρόνου
είχαν για βλέμμα
το φως του Σείριου
κι είχαν για φωνή
ήχους ακατάληπτους
φθόγγους πυρός
και άδειες συλλαβές
δεν ήταν άνθρωποι αυτοί
ήταν αρχαίες λίμνες
με απολιθωμένα όνειρα
και πετρωμένα ηλιοβασιλέματα
σε αλλόκοτους πλανήτες
κι ήταν αδελφοί μας
μας έδωσαν τα χέρια
και μαζί
μας έδιναν τον γαλάζιο θάνατό τους
μας χαμογέλασαν δειλά
και μαζί
παράξενες μορφές σχηματοποιήθηκαν
ολόγυρα
σαν σκιές
σαν εφιάλτες από μάγμα και θλίψη
σαν ουρανός που απομακρύνει το αγκάλιασμα του ήλιου
και αποζητά μονάχα τη βροχή…
δεν ήταν άνθρωποι αυτοί
ήταν σκεπτομορφές του αχανούς
ήταν αθύρματα από προσευχές
και στεναγμούς
κερματισμένοι πόθοι
από βαθιές
ακατανόητες εποχές
δεν ήταν άνθρωποι αυτοί
και ήταν αδελφοί μας
και ήμασταν εμείς…

Αντώνης Νημερτής

ΜΑΥΡΟ ΡΟΔΟ

Share:

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2016

Ξεκούτης

Κάποτε συνάντησα εκείνο τον αμαρτωλό ξεκούτη
καθισμένο στον κορμό ενός πανάρχαιου δέντρου
να καθαρίζει ένα μήλο
μόλις με είδε να πλησιάζω
έκανε νεύμα με την παλάμη του
να σταματήσω
χαμογέλασε νομίζω
και μου είπε
«είμαι ένας αμαρτωλός ξεκούτης
ταξιδευτή
και βγήκα απ’το σπίτι μου
για να σε ανταμώσω…»

είπε και ξαφνικά
το μήλο ήταν πια στην εντέλεια καθαρισμένο

«…σ’εξορκίζω
μη δένεσαι πολύ με τους ανθρώπους
όταν αγαπάς πολύ
είναι σα να ρίχνεις μια θεόρατη άγκυρα στη πιο βαθιά θάλασσα
μονάχα που είναι η αλυσίδα της
δεμένη στο λαιμό σου»
μου είπε ο άθλιος και στύλωσε το βλέμμα του
στο πουθενά
το μήλο του έπεσε απ’τα χέρια
κι ύστερα από λίγο
έπεσε και το κεφάλι του
κι άρχισε να κυλάει προς τα μένα!

μονάχα
που το στόμα του δεν έλεγε να κλείσει

«να εμπιστεύεσαι μονάχα
ό,τι μπορεί να σε κάνει να θυμώσεις
να αποφεύγεις όλα εκείνα
που υπόσχονται την ακεραιότητα
και πιο πολύ, αληθινά στο λέω
πάρε το βλέμμα σου απ'το Άπειρο
ό,τι χωράει στη χούφτα σου
τούτο σου αρκεί
κι ό,τι καλπάζει στα όνειρά σου
να μην το επικαλείσαι»

και να, πως έγινε
που το κεφάλι γύρισε προς τα πίσω
ανέβηκε ξανά στο σώμα
κάθισε στη θέση του

το βλέμμα έφυγε απ΄το Απέραντο
και γύρισε σε μένα

«που είναι το μήλο μου;»
με ρώτησε ο Ξεκούτης

έσκυψα παγωμένος
το έπιασα
και του το έδωσα…

τα μάτια του γέμισαν συμπόνια
και μου είπε
«πάρε την καρδιά σου απ'το Ανεκδήλωτο
αδελφέ μου
και μην σηκώνεσαι τις νύχτες ρημαγμένος
όσο έχεις ακόμα ένα δάκρυ
για το Μάταιο
να ελπίζεις
πιο ακριβό από τούτον τον καρπό
δεν αξιώθηκα να γευτώ ποτέ
πιο σπάνιο
 ακόμη και οι λέξεις
ναι
ακόμη και οι λέξεις
δεν έχουν την αιώνια θλίψη
αλλά αν ακούς τη μουσική μου μέσα τους
αυτό αρκεί…»

είπε

και το μεγάλο δέντρο
άνοιξε την αρχαία του αγκαλιά
και τον έκλεισε μέσα του…

Αντώνης Νημερτής



Share:

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2016

Θυμάμαι πάντοτε το άγγιγμά σου

Θυμάμαι πάντοτε το άγγιγμά σου

Μέσα από τα ακροδάχτυλα
η αόρατη ενέργεια
φούσκωνε τις μικρές πτυχές
στο δέρμα

αγέρι και αύρα
τρικυμία μικρή
σαν συλλαβή πυρός…

ήσυχη εκπνοή
στο σώμα μου

Θυμάμαι με αγάπη το άγγιγμά σου
μα κι αν ακόμη εγώ ξεχνούσα
ό,τι άγγιξες έχει πια φωνή

και μου μιλάει…


Share:

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

Γράμματα

Με μια εμμονή
που δεν φανταζόμουν πως θα άντεχα
παλεύω
χρόνια τώρα
να χαράξω τ’ όνομά σου ολόκληρο
πάνω στο Ξύλο

το πρώτο γράμμα
έτσι το ένιωσα
είναι γαλάζιο
το δεύτερο λευκό
το τρίτο πορφυρό σαν το αίμα
μαύρο το τέταρτο
το πέμπτο έχει το χρώμα των ματιών σου
κι αρνείται όση δύναμη κι αν θέσω
όση δεξιότητα κι αν έχω αποκτήσει
να σκαλιστεί, να μείνει
έτσι όπως φτάνω πάντοτε στο τέλος
αυτό αργοσβήνει στην αρχή
χαλάει, αλλάζει, αλλοιώνεται
με περιπαίζει

κι ύστερα
παίρνουνε σειρά ένα προς ένα
όλα τα υπόλοιπα γράμματα
μένει το Ξύλο ατόφιο
αχάρακτο, αμιγές
σα να μην το άγγιξε ποτέ κανείς

κι εγώ αποκαμωμένος πάντα
τα παρατάω όλα όπως είναι
το Ξύλο χάνεται
η μορφή σου φεύγει
τα χρώματά σου ξεθωριάζουν

μένει μονάχα εκείνο το πικρό χαμόγελο
που είχαν τα μάτια σου
τη μέρα που σ’έπνιγε ο εαυτός σου
και χανόσουν στα βάθη του …

Αντώνης Νημερτής
Share:

Τρίτη 30 Αυγούστου 2016

Σκήτη

Είσαι τόσο όμορφη!
Πήρες απ'τα μάτια μου
μια χούφτα σκοτάδι
κι έγινε μες τις παλάμες σου
ένας μικρός, ολόλευκος κρίνος
Πως το'κανες αυτό;
Δεν ξέρω

Σ'άκουσα μόνο που ψιθύριζες
"εσύ δεν είσαι αυτό"
κι ύστερα δε θυμάμαι...

Είσαι τόσο όμορφη!
Ξύπνησα απόψε ξαφνικά
κι ένιωσα να με χαϊδεύει τρυφερά
ένα σου βλέμμα
κι είχε ντυθεί
ένα πόθο από άλικο μετάξι
κι ύστερα χάθηκες
κι έγινε το δωμάτιο
μι'άγια σκήτη
και γέμισε Θεό...


Μαύρο Ρόδο
Share:

Εκατομβαιώνας

Έσταζε το γυμνό κορμί σου
στάλες δροσιάς
στάλες φωτιάς
κι εγώ διψούσα

φόρεσες όλο το καλοκαίρι
στο σώμα σου
στο βλέμμα σου
σκήνωμα άλκιμης γιορτής
κι εγώ ταξιδιώτης
ερωτοδρόμος
ξεκουράζομαι
στην προνομία της εξοχής σου…

έσταζε το φιλί σου
όσα ο πλούσιος του Αυγούστου
πρόδρομος
έφερε δώρα
εκατομβαιώνας ιλαρός
δρόσινος τόπος
μύχιος πόθος
θαλερός
στην αμυχή του ακάματου ήλιου
που ανατέλλει στους μηρούς σου
μωρό αιώνας…

βαφτίστηκα ξανά
στον έρωτά σου
άρπαγας άπληστος
πεινασμένος ήρθα
κλέφτης αθανασίας ριπαίας
να εκμαιεύσω από ένα σου νεύμα
ζωή
ηδονής αγώνας
ανηφορίζοντας στο μαγικό βουνό σου
από πειρατής
στο ιερό σου άγγιγμα
ταπεινός προσκυνητής
αξιώνομαι
ορθώνομαι

άγιος και αμαρτωλός
του έρωτά σου εραστής 


Μαύρο Ρόδο
Share:

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2016

Είσαι πιο όμορφη κι από Κυριακή......

Είσαι πιο όμορφη
κι από Κυριακή
μέσα στα υπέροχα μάτια σου
βαφτίζομαι
ξανά και ξανά
δίνε μου εσύ
όποια ονόματα θέλεις
κι εγώ
θα σου ενηλικιώνω πόθους…

Share:

Τρίτη 9 Αυγούστου 2016

Ασπίδα

“Solo Journey in Earth's Womb (1)”Yvette Depaepe
Αγαπημένη μου…

Σου γράφω τώρα, στα μέσα του καλοκαιριού… ενός ακόμα καλοκαιριού που μας αγνοεί και επιμένει ερωτικά να απλώνεται νωχελικά πάνω στις αράδες των γραφιάδων, τις νότες των μουσικών, τους καμβάδες των ζωγράφων… και σκέφτομαι, τι όμορφα που μας αγνοεί το καλοκαίρι και δεν υπόσχεται τίποτε πέρα από το μαγικό αιώνιο κάλεσμά του να το αναζητήσουμε εμείς…
… έχω χρόνια να σου γράψω, το ξέρω… αναρωτιέσαι που χάθηκα όλο τούτο το διάστημα, αν είμαι καλά, τι συνέβη μέσα μου που με άρπαξε από το σβέρκο της ψυχής μου και με κάθισε στο απόμερο, μοναχικό παγκάκι που ακόμα βρίσκομαι… ε, λοιπόν, είναι τόσα που θέλω να σου πω γι’αυτά τα μεγάλα και ασήμαντα χρόνια, τα πελώρια και μικρά, τα θανατηφόρα και υπέροχα… με ξέρεις πια, στο μέσο όρο δεν ανασαίνω, στο ενδιάμεσο πάντοτε δυσκολεύομαι…
…γιατί στο μέσο δεν μπορώ να πάρω στα σοβαρά τη ροή του χρόνου και αναλώνομαι σε μάχες με τον εαυτό μου… με ξέρεις τώρα… πάντα πίστευα πως η διαφορά δυναμικού κινεί το σύμπαν και πως στις απόλυτες τιμές βρίσκει κανείς την καθαρή ενέργεια να πάει ψηλά και πάνω…
ή να διαγράψει την μεγαλειώδη εωσφορική του τροχιά ως τα έγκατα του Αχανούς…
εσύ με ξέρεις…
…αν δεν πάλλεται ερωτικά το κάθε κύτταρό μου αισθάνομαι πως δεν ζω, πως δεν ζω αληθινά, πως είμαι μισός, ανεπαρκής, ελλιπής, χωλός, αστείος ακόμα…
…και τι δεν έκανα όμως όλα αυτά τα χρόνια… τόσα που θα ζήλευε κανείς τον συναρπαστικό μου βίο, τον γεμάτο τόσα όνειρα, τόσες δράσεις, τόσες πτήσεις, τόσες αναρριχήσεις, τόσους θριάμβους και δόξες…
…σε κανένα πεδίο μάχης δεν πέταξα την ασπίδα μου, αγαπημένη μου κι ας είχα στρατούς από ‘τέλειους’ και ‘αθάνατους’ μπροστά μου…
…σε κανένα πεδίο μάχης δεν μου έλλειψε η περίσσεια εκείνη του θράσους που απαιτείται στο βροτό για να συνεχίσει να παλεύει, να μάχεται, κόντρα σε όλες τις ματαιώσεις, σε όλες τις διαψεύσεις, τις προδοσίες, τις υπονομεύσεις…
…κι όμως αγαπημένη μου, την αιγίδα δεν την έφερα ποτέ μου πίσω… στην ασφάλεια, την οικία, την εστία…
…την ασπίδα μου την άφηνα πάντα πίσω…
…με ξέρεις πια… ένιωθα πως είναι ύβρις να γυρνάς ακέραιος μετά από μια φοβερή μάχη και να μην κάνεις την ελάχιστη θυσία στους συμπολεμιστές σου που χώρεσαν στην αγκαλιά του Άδη…
…και ποια καλύτερη έστω κι αν ελάχιστη θυσία από την ασπίδα σου;
…και ποια ευλαβικότερη και ιερότερη στιγμή από εκείνη που αποθέτεις στη γη τη ματωμένη σου ασπίδα για να την ασπαστεί η ψυχή της Μάνας και να την θωπεύσει ο μαστρωπός Χρόνος;
…αν είσαι τυχερός και μακάριος…
…αν είσαι όλβιος και των θεών ομοτράπεζος είναι που ορίστηκες να συνεχίζεις μετά από κάθε μάχη για την επόμενη…
…αλλά θα πρέπει την ασπίδα σου να την φτιάχνεις πάντοτε καινούργια…
…και θα πρέπει να την λογίζεις την κάθε μάχη ως την πρώτη και την τελευταία σου… κι έτσι, τίποτε απ’το παρελθόν δεν παίρνεις μαζί σου…
…και κανένα βάρος ή ενοχή ή χαρά ακόμη δεν δικαιούσαι, επειδή δεν είσαι κι εσύ ανάμεσα στους ένδοξους πεσόντες συμμαχητές σου…
… κι έτσι…
…με το χαμόγελο του ανθρώπου που αναπαύεται στην απόλαυση μονάχα της ιερής στιγμής…
…δεν κινδυνεύεις να ξελογιαστείς απ’τη ζωή…
…ούτε και να μελαγχολήσεις απ’το θάνατο…

Ναι αγαπημένη μου
…και κάτι δριμιά καλοκαίρια σαν κι αυτό…
…που αρμόζει στον μείζονα ήλιο της ύπαρξης να ταξιδεύει πάνω απ’την Ειμαρμένη…
…την ημέρα να γλυκαίνει καθώς αργοσβήνει…
…και τη νύχτα να σε ερωτεύεται καθώς αναδύεται μετά…
…κάτι καλοκαίρια σαν κι αυτό…
…νιώθω το ρίγος των αιώνων να κυλά στις φλέβες μου…
…να θέλει να σκίσει το δέρμα και να χυθεί έξω…
…και να ανταμώσει με το φοβερό εκείνο και υπέροχο και μαυλιστικό Άγνωστο…
…που αργοσαλεύει σαν αρχαίος μανδύας στο στερέωμα…
…και δροσίζει τις θνητές στιγμές…

…με αθανασία…


Νημερτής
Share:

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Εδώ θα μείνω ως το τέλος ώσπου να σιγήσει τούτος ο παλμός Αντώνης Νημερτής

Εδώ θα μείνω
ως το τέλος
ώσπου να σιγήσει τούτος ο παλμός
ώσπου το σκοτάδι να προσκυνήσει το φως
και μη φοβάσαι…

Έτσι όπως μοιραστήκαμε
για αιωνιότητες
το πεπερασμένο
έτσι θα υποδεχθούμε σε μια στιγμή
το άπειρο

εγώ το βλέμμα
εσύ τα μάτια
εγώ το χαμόγελο
εσύ το στόμα
εγώ το άγγιγμα
εσύ τα χέρια

εδώ ήμουν πάντα
κι εδώ θα μείνω

και δεν θα μιλήσουμε
λέξη δεν πρόκειται άλλη να πούμε

ποιος έχει ανάγκη το φθαρτό
όταν έχει κοινωνήσει το αιώνιο;

ΜΑΥΡΟ ΡΟΔΟ
Share:

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

Συλλαβές αγάπης…

Drops
Thomas Doering
Το βραδινό φιλί σου
κρέμεται από το πρόσωπό μου
το αγγίζω απαλά
πονάω
στάζει έναν οργισμένο έρωτα
πάθος σταλάζει
απουσία

και νιώθω τις σταγόνες να δραπετεύουν στο πάτωμα

το βραδινό φιλί σου
γραπωμένες έχει ακόμα
μερικές λέξεις
μικρές ανάσες απ’το στόμα σου
κλεμμένες
ανάπηρες
απελπισμένες
αγκιστρωμένες στα χείλη μου
οι συλλαβές τρεμοσβήνουν στο πρωινό φως
αργοπεθαίνουν

παλεύω να τις κρατήσω ζωντανές

το βραδινό φιλί σου
δρόσισε τούτο το μοναχικό δωμάτιο
με συλλαβές αγάπης
καταλήξεις έρωτα
σύμφωνα ερεθισμένα
σερνικά
κι ερωτευμένα φωνήεντα
παιγνιδιάρικα
και θηλυκά
και μ’έναν τρόπο μαγικό
αληθινά στο λέω
μεταμορφώνονται ξανά
σε σώματα ονειρικά
όχι τεμαχισμένα πια
ολόκληρα
και φωτεινά

στο ταπεινό
δωμάτιό μου
δεν είναι υπέροχο;

εσύ κι εγώ ξανά…

Share:

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2015

Νημερτής

Νημερτής

Όμορφο να χάνομαι
στων χειλιών σου
τα μυστικά περάσματα
αιώρηση και ανέμισμα
και μέθη
και καταλλαγή

κι ύστερα
η επανάσταση εκείνη
που αντλεί απ'τις συλλαβές σου
όλη της τη θεία ορμή
και κατεβαίνοντας σαν πυρωμένος ποταμός
αρδεύει το είναι μου

κι από της θάλασσας τη μοναξιά
ανεβαίνω μάτια μου
στο αρχοντικό της αιώνιας νιότης
σε σένα!

Νημερτής 
πηγη
Share:

Τετάρτη 27 Μαΐου 2015

Στήθος



Το σταχτί δεν θα ζήσει
άλλο δε θα τυραννήσει το φως
εκείνο που γεννιόταν απ’τη σκιά του Νάρκισσου…

αν ήσουν ένα κατάλευκο ρόδο
θα σε αρνιόμουν

Το σκοτάδι θα εκλείψει
ο Περσέας βγήκε απ’το κατώφλι του νου
και η Μέδουσα κοιτάζει τον εαυτό της
και αφανίζεται

αν ήσουν ένας απόμακρος κρίνος
θα σε αγνοούσα

Το αγόρι εισέρχεται στο Ναό
με το δεξί του χέρι λαβωμένο
έχει δυο μάτια άπληστα
και ένα σκισμένο τετράδιο ποιημάτων
στον κόρφο του
και του σιγοτρώει την καρδιά
κάθε μέρα

εδώ
στο βωμό θα το αφήσει
και θα επιστρέψει το αίμα του
στις φλέβες

αν ήσουν ένα κλεμμένο βλέμμα
θα σε εξόριζα
στο Νότιο σύνορό μου

είσαι ένας επαναστάτης ήλιος
και σε φιλοξενώ
στο στήθος

για να με καις…

Νimertis 
Share:

Ανθρωπομέτρης Αντώνης Νημερτής

Ανθρωπομέτρης


Σάρκινα λουλούδια
φυτρώνουν σε μια άρρωστη γη
πάνω τους κόκκινες δροσοσταλίδες
ο χρόνος
δηλητηριάζει τα φύλλα
και τους μίσχους
ποτίζει με ιχώρ που αχνίζει

Σε είδα ξέρεις
στ’ όνειρό μου
γινόσουν χώμα
γινόσουν δέντρα
γινόσουν σύννεφα
γινόσουν αίμα…

Ο ανθρωπομέτρης
άπλωσε ένα λευκό μανδύα
πάνω στο πρόσωπό μας
το φως τρυπώνει μέσα από τη σκέψη
η αθανασία τρυπώνει από τη προσευχή
η αγάπη απόλυτη τιμή
και δεν αντέχει
ν’αργοπεθαίνει στο περίπου…

Σε είδα πάλι
ν’αγκαλιάζεις τον ήλιο
μονάχα με το χαμόγελό σου
καιγόσουν
γλώσσες φωτιάς
εξέχεαν τα σωθικά σου
και δεν ζητούσες να εξαγοράσεις
το πυρετό με τη δροσιά
αλλά το αύριο
με το τώρα
χωρίς να ξέρεις
πως ζούσες ξανά και ξανά
όλο το παρελθόν σου
σε μια εξάχνωση του απείρου
μόνο…

Ο ανθρωπομέτρης
άνοιξε ένα από τ’αναρίθμητα κελιά του
έβγαλε έναν ανήλικο ήλιο
στον λευκό σου κόρφο τον απίθωσε
άγγιξε τα πλευρά σου
τα φτερά σου άνοιξαν
σε άγγιξε στο πρόσωπο
και η λάμψη από την ομορφιά σου
απλώθηκε σε χίλια στερεώματα
άγγιξε το μυαλό σου
για να μπορέσεις να τον δεις

κι ύστερα

χαμογελώντας σαν μικρό παιδί
με μια του κίνηση
χώρισε το σώμα απ’το κεφάλι
και το ζεστό σου αίμα
που πλημμύρισε την μαύρη θάλασσα
του απείρου

έγινε γεννήσεις
έγινε θάνατοι
έγινε ρίγος
έγινε χώρος
έγινε άνθρωποι

ξανά…

Share:

Τρίτη 14 Απριλίου 2015

Λαγνεία

Μικρό μου ρόδο
πάλευες πάντοτε μόνο
μέσα στη φωτιά
και είχες ανάμεσα στα πέταλά σου
ένα που δεν το άγγιζε ποτέ η φθορά
κι είχες
ανάμεσα στις πτυχές της όψης σου
μια που είχε ραντιστεί αθανασία

να πιω ζητούσες
απ’τη δροσιά σου
να πιω
με καλούσες…

και δεν είχα το πρόσωπο
για να προβάλεις πάνω του
τις μεταμορφώσεις του φωτός
κι εκείνη η βαθιά χαράδρα
στο μέτωπό σου
στεκόταν πάντα
μεγάλη

αλλά όχι πιο μεγάλη
απ’τη λαγνεία
να σε πιω…

Share:

Άτιτλο

Κάποτε περπάτησα δίπλα στον Άνεμο.
Και ο Άνεμος είχε ανθρώπινη φωνή και μου είπε:

Βρίσκομαι μέσα σε κάθε τι
και κάθε τι με περιέχει
είμαι εκείνο που πλημμυρίζει το κενό
και το κενό δεν με περιέχει
Φουσκώνω τα στήθια της σκέψης
και απλώνομαι στα ύστατα της Νύχτας
αόρατος είμαι
βλάσφημος δηλαδή
στα μάτια του Πεπερασμένου
μα τίποτα δεν μπορεί να με αναλώσει
γιατί αόρατος είμαι
κι έτσι ανύπαρκτος
για κείνους που θέλω να στοιχειώνω...

Κάποτε κοιμήθηκα μαζί με τη Φωτιά
Και η Φωτιά είχε ανθρώπινη φωνή και μου είπε:

Είμαι η δίψα του Σύμπαντος
η λαγνεία της Δημιουργίας
Είμαι το εκζητούμενο των φιλοσόφων
και η άπιαστη ροή της ιστορίας
είμαι μια ηλικιωμένη θεά που αμετανόητη πυρώνει
τα όνειρα των ποιητών
τη μοναξιά των πολεμιστών
Το ιερό φετίχ των αγαπημένων
το σάβανο των ανίερων επικλητών μου
κι έχω θεριέψει στις ψυχές των όντων
κι έχω λατρευτεί γιατί'μαι Αθάνατη!...


Κάποτε φιλοξενήθηκα στον Οίκο της Νόησης
Και η Νόηση είχε ανθρώπινη φωνή και μου είπε:

Χιλιάδες και εκατομμύρια σπείρες από Ατόφια Ενέργεια
Χιλιάδες και εκατομμύρια περιδινήσεις από Λευκό και Κυανό
Χιλιάδες και εκατομμύρια στοιβάδες από Πυρ και Εξέλιξη
Είμαι...
Τίποτε δεν μπορεί να με αγγίξει
και γεννιέμαι συνέχεια
τίποτε δεν μπορεί να με ακυρώσει
και εκλεπτύνομαι αέναα
τίποτε δεν μπορεί να με οραματιστεί
έχω τα κλειδιά του Άμορφου
Ως και ο Χρόνος πάλεψε να με ορίσει:
Στη σύλληψη
μια αιωνιότητα
Στη μόρφωση
μια ανθρώπινη ζωή
Στην ηδονή
μια νύχτα από πυρετούς
Στην αθανασία
μια στιγμή μονάχα
με φυλακίζουν οι διανοητές
κι εγώ δραπετεύω
με σαγηνεύουν οι ικέτες στοχαστές
κι εγώ τους προδίδω
και στον Έρωτα του Θεού παραδίνομαι...


Κάποτε διδάχθηκα από τον Φόβο 
Και ο Φόβος είχε ανθρώπινη φωνή και μου είπε:

Κάτι απ'την κατάρα που λες
κι εγώ ευλογία
κάτι απ'την απουσία ζωής που αισθάνεσαι
κι εγώ στην επιστρέφω
σαν ώριμη, γενναία ανταρσία
κάτι απ'τη μικρότητα που χλευάζεις
κι εγώ την χτίζω κάθε μέρα με ελευθερία
μη διστάσεις να γευτείς
γιατί κι άλλο όνομα έχω
Σοφία!
Share:

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Χαμηλώστε την ένταση του player αν δεν θέλετε να ακούγεται η μουσική. Ο player θα συνεχίσει να παίζει χωρίς ήχο κάθε φορά που θα μπαίνετε στη σελίδα. Αν θέλετε να ακούσετε, απλώς ανεβάστε την ένταση.

Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα

Η ακινησία είναι θάνατος. Στάση ζωής.
Το τέλος μπορεί να περιμένει λίγο ακόμα.
Πριν χαθούμε. Λίγο ροκ ακόμα πριν μας αγκαλιάσει οριστικά το φως.
Η μουσική είναι μονάδα μέτρησης για μας.
Ο πόνος περικλείει ελευθερία.
Όνειρα που καίγονται σαν κεριά, αφήνοντας σημάδια στα χέρια.
Χαρίζει σιωπές. Μας κάνει πιο δυνατούς.
Στο φόβο του ταξιδιού κρύβεται η συνέχεια.
Η συλλογή των κομματιών μας.
Αυτό το ροκ δεν θα τελειώσει ποτέ.
Όλα είναι δρόμος.

— Σταύρος Σταυρόπουλος

Η μουσική είναι δική μας.
Είναι εμείς.
Και όπως εμείς, είναι πάντα εδώ.
Μας περιβάλλει σαν τα άπειρα σωματίδια της ζωής.
Δεν φαίνεται.
Μόνο νιώθεται.
Όπως η ζωή.

Η Ροκ Είναι Τούτο

Πέτρα που κυλάει,
ανατρέπει, αμφισβητεί,
δεν πείθεται και δε σταματάει,
κόντρα στα κρατούντα,
κόντρα σε όσα οι άλλοι θεωρούν δεδομένα.

Henry David Thoreau

«Όταν ακούω μουσική,
Δεν νιώθω κανέναν κίνδυνο.
Είμαι άτρωτος.
Δεν βλέπω εχθρό.
Είμαι συγγενής με τους παλαιότερους χρόνους και με τους νεότερους.»

Alexis Korner

«Σε όλη μου τη ζωή πρέπει να υπέφερα από βαριά σχιζοφρένεια.
Ο ένας μου εαυτός, αυτός που ακούει ό,τι δεν μπορεί να παίξει ο άλλος,
είναι αυτός που κυριαρχεί...»

Robert Fripp

«Η μουσική είναι το κρασί
που γεμίζει το φλιτζάνι της σιωπής.»

Alan Watts

“When we dance, the journey itself is the point,
as when we play music the playing itself is the point.
And exactly the same thing is true in meditation.
Meditation is the discovery that the point of life
is always arrived at in the immediate moment.”

Always Somewhere ॐ
Travelling through sound & silence